Άκουσα με προσοχή τη συνέντευξη στο ραδιόφωνο του «Alpha» της υπουργού Παιδείας, Νίκης Κεραμέως, η οποία δήλωσε ότι «ο καλύτερος μαθητής θα σηκώνει τη σημαία» και πρόσθεσε ότι η αλλαγή σε σχέση με το ισχύον καθεστώς θα εφαρμοστεί από την ερχόμενη μαθητική παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου.


Συγκεκριμένα, η κ. Κεραμέως δήλωσε ότι οι σημαιοφόροι θα επιλέγονται με βάση τις επιδόσεις τους, κάτι που είχε αλλάξει μόνο στο Δημοτικό ο πρώην υπουργός, Κώστας Γαβρόγλου, ορίζοντας την επιλογή τους με κλήρωση, αφού στο Γυμνάσιο και το Λύκειο εξακολουθούσε να πραγματοποιείται με βάση τις επιδόσεις τους.


Οφείλω να πω ότι σε μια εποχή ραγδαίων αλλαγών, παγκόσμιας δικτύωσης, πολλαπλών ταχυτήτων κι ενώ η τεχνολογία διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στη ζωή μας, η ορολογία περί «σημαίας, επίδοσης και παρελάσεων» μου φάνηκε εντελώς ξεπερασμένη για το 2019. Προκαλεί θυμηδία το γεγονός ότι είμαστε θεατές τεχνολογικών εξελίξεων, ασύλληπτων προοπτικών και απεριόριστης πρόσβασης στη γνώση και την πληροφορία και μας απασχολεί ακόμη ως κοινωνία ποιος θα κρατήσει τη σημαία στη μαθητική παρέλαση.


Αναρωτιέμαι γιατί ένα εθνικό σύμβολο όπως είναι η σημαία κρίνεται συνώνυμο της αριστείας; Γιατί είναι άξιοι να τη σηκώνουν μόνον οι καλύτεροι μαθητές; Κι αν δεν θέλουμε τη διαδικασία της κλήρωσης, τότε γιατί να μην επιλέγουν οι ίδιοι οι μαθητές ποιος θα τους εκπροσωπήσει;

 

Το σχολείο είναι θεσμός μετάδοσης της γνώσης. Στόχος κάθε εκπαιδευτικής πολιτικής απαιτείται πλέον να είναι η καλλιέργεια της κριτικής σκέψης, η συμπόρευση με την εποχή μας, η στήριξη των ατομικών δεξιοτήτων, η ευελιξία και η ανάδειξη της διαφορετικότητας. Το κυριότερο; Να διαμορφώνει μαθητές που είναι ικανοί να αντεπεξέλθουν σε περιόδους έντονης κινητικότητας και ραγδαίων μεταβολών.


Όσο δογματικός είναι ο φανατισμός κατά της αριστείας άλλο τόσο δογματική είναι και η ισοπεδωτική λογική που εξισώνει τη βέλτιστη επίδοση με ένα σύμβολο της πατρίδας το οποίο έχουν δικαίωμα όλοι να το τιμούν. Διότι, την ίδια στιγμή, δεν θυμάμαι στις αντίστοιχες στρατιωτικές παρελάσεις να ισχύει κάποιο βαθμολογικό έπαθλο.


Ανήκω σε εκείνους που θεωρούν πεπαλαιωμένο τον θεσμό των μαθητικών παρελάσεων. Πρόκειται για ένα κατάλοιπο της Μεταξικής δικτατορίας το οποίο αποτελεί κοιτίδα ρατσιστικών διακρίσεων καταγωγής, ύψους και επιδόσεων. Ενόψει, μάλιστα, της εθνικής επετείου είναι σίγουρο ότι η συζήτηση θα αναζωπυρωθεί και για άλλη μια φορά θα αποτελέσει εφαλτήριο διχασμού.


Θα προτιμούσα, λοιπόν, από το υπουργείο Παιδείας να στρέψει τους προβολείς του όχι σε ρυθμίσεις που δήθεν υπερασπίζονται την αριστεία αλλά στη δημιουργία ενός εκπαιδευτικού συστήματος που δεν θα «εξάγει» μαθητές παπαγαλίας, ημιμάθειας και μηχανικής αποστήθισης. Να επεξεργαστεί προτάσεις και ιδέες ώστε να μην εισάγεται κάποιος στο πανεπιστήμιο με βαθμολογία 0,84.

 

Το σχολείο είναι θεσμός μετάδοσης της γνώσης. Στόχος κάθε εκπαιδευτικής πολιτικής απαιτείται πλέον να είναι η καλλιέργεια της κριτικής σκέψης, η συμπόρευση με την εποχή μας, η στήριξη των ατομικών δεξιοτήτων, η ευελιξία και η ανάδειξη της διαφορετικότητας. Το κυριότερο; Να διαμορφώνει μαθητές που είναι ικανοί να αντεπεξέλθουν σε περιόδους έντονης κινητικότητας και ραγδαίων μεταβολών.

 

Τόσα χρόνια, με τις αλλεπάλληλες εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις, αυτό που καταφέραμε είναι η βαθμοθηρία και η στείρα απόκτηση της γνώσης να έχουν οδηγήσει στην παραγωγή χιλιάδων εισαχθέντων στην τριτοβάθμια εκπαίδευση με απεριόριστα γνωστικά κενά. Επίσης, τα προηγούμενα έτη, δεν έχω ακούσει ούτε μια δήλωση ενός υπουργού Παιδείας που να εκφράζει την ικανοποίησή του με το γνωστικό επίπεδο στα σχολεία όλη της Ελλάδας. Απεναντίας, αυτό που μας ενδιαφέρει είναι να θεσπίσουμε ότι τη σημαία θα την κρατά ο καλύτερος μαθητής.

 
Μολαταύτα, μια σπουδαία προοδευτική μεταρρύθμιση θα ήταν εκείνη που θα καταργούσε τις μαθητικές παρελάσεις. Η «ζύγιση», η «στοίχιση», οι αποστάσεις, η «κεφαλή δεξιά», «ένα στο αριστερό», τα στρατιωτικά εμβατήρια, οι αποδόσεις τιμών στους εκάστοτε επισήμους είναι απολύτως παρωχημένα στοιχεία στον σύγχρονο κοσμοπολιτισμό και τις ευρωπαϊκές κοινωνίες.


Υπάρχουν πολυάριθμοι τρόποι για να εορτάσεις –και καλώς θα πράξεις– την εθνική σου επέτειο χωρίς να προτάσσεις με στρατιωτική ομοιομορφία νεαρά άτομα τα οποία χλευάζεις το ίδιο βράδυ στα δελτία ειδήσεων ως «σκράπες» του μαθήματος της ελληνικής ιστορίας, αφού έκαναν το λάθος να μπερδεύουν την 28η Οκτωβρίου με την 25η Μαρτίου.

 
Είναι δυνατόν στην εποχή της τεχνολογικής επανάστασης, των αλγόριθμων και της τεχνητής νοημοσύνης, να επιμένουμε σε μια επιχειρηματολογία παρελάσεων, σημαιοφόρων και ασυγκράτητης προγονολατρείας;


Προφανώς και η αριστεία είναι απαραίτητη και σίγουρα δεν αποτελεί «ρετσινιά». Ωστόσο, κατά τη γνώμη μου, η άριστη επίδοση δεν συμβαδίζει με οποιοδήποτε εθνικό σύμβολο το οποίο είναι ισάξιο για όλους. Η σχολική κοινότητα έχει πολλούς και σίγουρα είναι ικανή να θεσπίσει ακόμα περισσότερους τρόπους ώστε να επιβραβεύσει τους αρίστους. Ο προσωπικός αγώνας και η σκληρή προσπάθεια για την καταξίωση και την επιτυχημένη σταδιοδρομία δεν εξαρτάται από το ύψωμα της σημαίας ούτε αν είσαι στην πρώτη ή την τελευταία θέση στην παρέλαση.

 

Υπάρχουν πολυάριθμοι τρόποι για να εορτάσεις –και καλώς θα πράξεις– την εθνική σου επέτειο χωρίς να προτάσσεις με στρατιωτική ομοιομορφία νεαρά άτομα. Φωτο:ΜΟΤΙΟΝΤΕΑΜ/ΤΡΥΨΑΝΗ ΦΑΝΗ
Υπάρχουν πολυάριθμοι τρόποι για να εορτάσεις –και καλώς θα πράξεις– την εθνική σου επέτειο χωρίς να προτάσσεις με στρατιωτική ομοιομορφία νεαρά άτομα. Φωτο:ΜΟΤΙΟΝΤΕΑΜ/ΤΡΥΨΑΝΗ ΦΑΝΗ


Οπότε, ποιες παιδαγωγικές αντιλήψεις εξυπηρετεί η διάκριση ανάμεσα στους μαθητές; Και ποιος ορίζει ότι ο πρώτος επιδεικνύει περισσότερα πατριωτικά αντανακλαστικά από τους υπόλοιπους της τάξης;


Η αριστεία είναι επιθυμητή, όπως και τα «πρότυπα» σχολεία, αλλά όταν ενισχύει ένα σχολικό πλαίσιο συναγωνισμού και ευγενούς άμιλλας, όταν εμβαθύνει στη γνώση και τροφοδοτεί την έμπνευση. Και, κυρίως, όταν διαμορφώνει πολίτες του κόσμου, μακριά από εθνικιστικά στερεότυπα και μισαλλόδοξες φιέστες.


Το ερώτημα, λοιπόν, που τίθεται είναι όχι ποιος είναι ο καλύτερος σε ένα σχολείο που γεννά τη μετριότητα αλλά πώς ένα σχολείο θα εμφυσήσει στους μαθητές την κριτική ικανότητα, τη φαντασία, ώστε η γνώση να αποτελεί κατάκτηση.


Οι περισσότεροι μαθητές, άλλωστε, σήμερα βαριούνται στα μαθήματα, αδιαφορούν και δεν βρίσκουν κανένα απολύτως ενδιαφέρον στο σχολείο. Ακόμη, στις παρελάσεις, όπως παλαιότερα είχε υποστηρίξει ο Γιάννης Μπουτάρης, «κάθε άλλο παρά υπερηφάνεια αισθάνεσαι. Δεν αντιλέγω για το εθνικό φρόνημα, όμως αυτό καλλιεργείται από την παρέλαση στρατιωτικών αγημάτων. Γιατί αν δεις τον τρόπο που περπατάνε τα σχολεία –όχι όλα–, αλλά και τους πολιτιστικούς συλλόγους, αυτό δεν δίνει τιμή στην ημέρα».


Επιπρόσθετα, ποιος άλλος χαίρεται με τους σημαιοφόρους και τους παραστάτες παρά μόνο οι γονείς που στήνονται από νωρίς για να θαυμάσουν, να καμαρώσουν, να χειροκροτήσουν αλλά κυρίως για να εκφράσουν τη νεοελληνική τους κακεντρέχεια απέναντι στους αποτυχόντες. Η στάση, βέβαια, των ίδιων γονέων είναι εντελώς διαφορετική όταν τη σημαία θα σηκώσει κάποιος αλλοδαπός μαθητής.


Η τέταρτη βιομηχανική επανάσταση έχει ήδη προκαλέσει ραγδαίες μεταβολές στην οικονομία και στην αγορά εργασίας. Επειδή το εκπαιδευτικό σύστημα θα κληθεί να αντιμετωπίσει πολλές προκλήσεις, η έμφαση ας δοθεί στην ανάπτυξη της καινοτομίας, στον ψηφιακό μετασχηματισμό και στους ανοιχτούς ορίζοντες.


Στο κόσμο του μέλλοντος δεν χωρούν αναχρονιστικοί θεσμοί που προάγουν τον κοινωνικό στιγματισμό και τις στρατιωτικού τύπου αντιλήψεις περί συνύπαρξης. Η αξία της συλλογικής μνήμης σε μια κοινωνία είναι πολύ σημαντική ως προς τη διαμόρφωση της ταυτότητάς της. Αλλά δεν την τιμάς με χουντικές αναπαραστάσεις.


Άπαξ, όμως, και δεν επιθυμείς να καταργήσεις τις σχολικές παρελάσεις, το σίγουρο είναι ότι το προνόμιο της σημαίας και η υπεράσπισή της αφορά το σύνολο των μαθητών. Όχι μόνο τους καλύτερους.