Μπορεί να διανοηθεί κανείς έναν κόσμο χωρίς τον Γιάνη Βαρουφάκη; Τον/την προκαλώ. Εδώ και πάνω από μια δεκαετία μοιάζει να είναι τακτικά και ανελλιπώς (και απροειδοποίητα και προκλητικά συχνά) μπροστά μας σε διαφορετικούς κύκλους επεισοδίων μιας μακράς και αμφιλεγόμενης σειράς. Τι δεκαετία όμως! Μια ολόκληρη ζωή, εντελώς διαφορετική από την προηγούμενη (για όσους τη θυμούνται).


Ας επιχειρήσουμε να φανταστούμε ότι μετά την αποχώρησή του από την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ και ό,τι είχε προηγηθεί, αποφάσισε, συνειδητοποιώντας αίφνης μια βαθιά ματαιότητα που διέπει τα πράγματα, να αποτραβηχτεί από την ενεργή πολιτική δράση και να αφοσιωθεί στην ακαδημαϊκή του καριέρα, μακριά από τα κοινά. Καλό, έτσι; Με τίποτα δεν μπορεί να το φανταστεί κανείς.


Ασχέτως του αν η κατατομή του κρανίου και μια ζεν / πέρα βρέχει έκφραση που εμφανίζει συχνά ταιριάζουν ίσως καλύτερα με τη λιτή αμφίεση βουδιστή μοναχού παρά με την «casual chic / trendy, ανέμελα '90s» γκαρνταρόμπα που μας έχει μοστράρει κατά καιρούς, και μάλιστα σε περιστάσεις που μόνο για τέτοιες «ανετίλες» δεν είχαμε όρεξη.

 

Αν μη τι άλλο, όμως, οφείλουμε να παραδεχτούμε ότι ο Yanis το έχει το «comeback» και όχι λόγω εμμονικής προσήλωσης στο (παγκόσμιο πλέον) όραμά του ή λόγω μιας έντονης αίσθησης πεπρωμένου ή επειδή πάσχει από «ναρκισσιστική διαταραχή» και από το «σύνδρομο της ύβρεως» ή απλώς επειδή είναι σούπερ ψώνιο με τη δημοσιότητα (δεν είναι έγκλημα αυτό).


Αν μη τι άλλο, όμως, οφείλουμε να παραδεχτούμε ότι ο Yanis το έχει το «comeback» και όχι λόγω εμμονικής προσήλωσης στο (παγκόσμιο πλέον) όραμά του ή λόγω μιας έντονης αίσθησης πεπρωμένου ή επειδή πάσχει από «ναρκισσιστική διαταραχή» και από το «σύνδρομο της ύβρεως» ή απλώς επειδή είναι σούπερ ψώνιο με τη δημοσιότητα (δεν είναι έγκλημα αυτό). Είναι μέσα στα πράγματα, βρε αδερφέ, και συχνά οι αλλεπάλληλοι ρεβιζιονισμοί των καιρών μας τον ευνοούν. Είναι στη σωστή δουλειά, πώς να το κάνουμε.

 

Συχνά, επίσης, έχει τα δίκια του, όπως ασθμαίνοντες παραδεχόμαστε σε στιγμές αδυναμίας και πλήρους δυσανεξίας στους τρέχοντες πόλους κοινοβουλευτικής εξουσίας στη χώρα (τύπου: «Θου, Κύριε, φυλακήν τω στόματί μου, δεν τον αντέχει ο οργανισμός μου, αλλά, εδώ που τα λέμε, έχει και τα δίκια της η ψωνάρα»). Αλλά και ως αντανακλαστικό στις οχλοκρατικού τύπου αντιδράσεις κατά της ταινίας του Γαβρά (για την ύπαρξή της και μόνο!) που παρατηρούμε αυτές τις μέρες στα social και σε πολλά επίσημα media. Τι να πει κανείς, κάποιοι άνθρωποι πιστεύουν ακόμα ότι είναι προοδευτικοί, ενώ τους έχει αρπάξει η νέα, «εναλλακτική» δεξιά προ πολλού από τον σβέρκο και δεν το έχουν καν αντιληφθεί (και θα εκλάβουν αυτό εδώ το σημείωμα ως ξεκάθαρο «ξέπλυμα» του Βαρουφάκη).

 
Εκεί φτάσαμε λοιπόν. Να σκεφτόμαστε σοβαρά τη συσχέτισή μας με το όραμα του Βαρουφάκη ‒όποιο κι αν είναι αυτό, οι επαίτες δεν μπορούν να είναι εκλεκτικοί, που λένε και οι Αγγλοσάξονες, στους οποίους ανήκει εν μέρει πλην σαφώς και ο ίδιος ως ξενιστής μιας συγκεκριμένης παιδείας, κουλτούρας και αντίληψης, ακαδημαϊκής και μη, πέρα από τα όρια της Σχολής Μωραΐτη.


Από την άλλη, θυμάμαι πριν από δύο χρόνια που είχα διαβάσει (σχετικά ευχάριστα, παρά την έντονη θυμηδία) το βιβλίο του Βαρουφάκη ‒με τον κραυγαλέο υπότιτλο «Η μάχη μου με το βαθύ κατεστημένο της Ευρώπης»‒ στο οποίο βασίζεται η «πολύκροτη» ήδη ταινία και μου φεύγει η πολλή «ενσυναίσθηση» με την περίπτωση του Γιάνη που μας είχε συστηθεί τότε «ως Μακμπέθ στη χώρα του Οιδίποδα». Θυμήθηκα, επίσης, βλέποντας το τρέιλερ, κάποια χαρακτηριστικά σημεία της πλοκής του βιβλίου (το οποίο σαφώς και γράφτηκε με την ιδέα της κινηματογραφικής του μεταφοράς). Όπως την ατάκα που πέταξε περιφρονητικά και ως αλαζών σπασίκλας σε κρίση αυτοπεποίθησης προς τους ευρωπαϊκούς θεσμούς, ανακαλώντας το κομμάτι των Beatles: «Money can't buy me, love!». Άκουσα τον Λούλη να το λέει και με έπιασε σύγκρυο.


Αυτό που δεν ξέρω αν ακούγεται στην ταινία είναι η ρήση του Μάικ Τάισον, που επίσης ανακαλούσε ο Γιάνης Βαρουφάκης στο βιβλίο του: «Όλοι έχουν ένα πλάνο μέχρι να φάνε την πρώτη γροθιά στο στόμα».