Πρόσφατα βρέθηκα σε μία έκθεση ζωγραφικής στο Παρίσι. Ελάχιστοι ήμασταν οι ρομαντικοί που στεκόμασταν μπροστά στους πίνακες. Όχι πως το μουσείο δεν ήταν κατάμεστο – ήταν. Αλλά οι περισσότεροι κοίταζαν τα κινητά τους. Και κάποιοι κοίταζαν τους πίνακες μέσα απ' τα κινητά τους. Ερασιτέχνες φωτογράφοι και αυτεπάγγελτοι κινηματογραφιστές του εαυτού τους γέμιζαν όλες τις αίθουσες. Ένιωθες παντού ότι συμμετέχεις σε story, σε ποστ, σε κάτι. Είχες διαρκώς την αίσθηση πως όλη αυτή η τέχνη είναι ντεκόρ.

 

Είχα πάει στο μουσείο για να νιώσω αυτήν τη γλυκιά γαλήνη που σου προκαλούν τα σπουδαία έργα τέχνης. Γίνεται να ερωτευτείς μουσεία. Γίνεται να ερωτευτείς τον τρόπο που σε κάνουν να νιώθεις οι μεγάλοι ζωγράφοι. Γίνεται να μεθύσεις με τα σωστά χρώματα. Όμως, με τόσα κινητά γύρω μου, απέτυχα να αισθανθώ την αδιατάρακτη συγκίνηση που έψαχνα. Μόλις έπιανα αυτήν τη γαλήνια αίσθηση που έχεις όταν απολαμβάνεις απερίσπαστα ένα αριστούργημα, κάποιο ματσούκι με κολλημένο το iPhone πάνω του θα μου έμπαινε στο πρόσωπο.

 

Μία κοπέλα με έσπρωξε, για να βγάλει σέλφι τον εαυτό της πλάι στην αυτοπροσωπογραφία του Βαν Γκογκ που πρέπει να της φάνηκε σαν σέλφι με μπογιές. Ένα ζευγάρι την έβρισκε με το να βγαίνουν εναλλάξ φωτογραφίες πλάτη με τους πίνακες. Τα κινητά τους σκότωσαν την ερωτική ατμόσφαιρα μιας αίθουσας με σαγηνευτικά αριστουργήματα. Δικαίωμά τους. Αλλά και πάλι.

 

Όλοι μας έχουμε μπλέξει με σκυφτούς ανθρώπους. Όλοι μας κάνουμε αναμετάδοση τη ζωή μας. Κι όλ' αυτά είναι οκέι (προφανώς). Αλλά, μιας που καλοκαίριασε, ίσως να είναι μια καλή ευκαιρία να δοκιμάσουμε την αμεσότητα της επαφής μ' έναν άνθρωπο που δεν τη βρίσκει με το σούπερ ψαγμένο inbox, αλλά μ' ένα σωστά τοποθετημένο άγγιγμα. 

 

Αρχίσαμε με τον φίλο που με συνόδευσε στην έκθεση να μιλάμε για τη διαμεσολαβημένη επικοινωνία. Αναπόφευκτα, η κουβέντα πήγε στην ερωτική διάθεση που, συχνά, δολοφονείται από το κινητό. Άνθρωποι που τσεκάρουν το κινητό τους συνέχεια όταν βγαίνεις έξω μαζί τους, άνθρωποι που θέλουν να μιλάτε με μηνύματα, αλλά όχι με τα στόματα ή τα σώματά σας όταν βρίσκεστε, άνθρωποι της εποχής μας τέλος πάντων, όλοι εμείς.

 

Δεν ξέρω σχεδόν κανέναν κάτω των 35 που να μην του 'χει τύχει να φλερτάρει απ' το inbox. Όταν άρχισε να υπάρχει αυτή η δυνατότητα πιστεύω ότι όλοι και όλες το βρήκαμε κάπως ενδιαφέρον. Ερεθιστικό; Απλό; Φθηνό; Χωρίς να σηκωθείς απ' το κρεβάτι σου, τσεκάρεις τις φωτογραφίες του/της και στέλνεις. Και μετά ό,τι γίνει. Πολλές φορές το μετά είναι υπέροχο. Βγαίνετε, τρώτε, πάτε σινεμά.

 

Όμως, δεν είναι καθόλου δύσκολο να παγιδευτεί κανείς σε μία ιντερνετική γραφειοκρατία. Θέλεις να τον/την δεις; Μπες προφίλ. Θέλεις να μοιραστείτε μια εμπειρία; Κάνε μία αναλυτική, πολυμεσική αναφορά της ζωής σου με μηνύματα, φωτογραφίες και βιντεάκια. Θέλεις να μιλάτε όταν βγαίνετε έξω, όπως κάνανε οι άνθρωποι των σπηλαίων; Ναι, οκέι, αλλά ο τάδε πήγε για ποτά εκεί και η άλλη ταξίδεψε στο Μαρόκο και είναι κι αυτά τα mails που πρέπει να δει και θα του/της πάρει μόνο ένα λεπτάκι, το Wi-Fi στο μπαρ είναι καλό και δεν έχει καν password!

 

Ίσως να έχει νόημα στα μουσεία που θα πάμε, στις πλατείες, στα πανηγύρια ή στους απόκρημνους όρμους να δούμε αυτό που βλέπουμε, να το ρουφήξουμε με τα μάτια μας και όχι με την κάμερα του μυαλού μας που τρώγεται πότε θα πιάσει το κινητό να το κάνει τι; Στιγμιαία διαδικτυακή συγκίνηση.
Ίσως να έχει νόημα στα μουσεία που θα πάμε, στις πλατείες, στα πανηγύρια ή στους απόκρημνους όρμους να δούμε αυτό που βλέπουμε, να το ρουφήξουμε με τα μάτια μας και όχι με την κάμερα του μυαλού μας που τρώγεται πότε θα πιάσει το κινητό να το κάνει τι; Στιγμιαία διαδικτυακή συγκίνηση.

 

Δεν είναι σπάνιο τα υπέροχα πρώτα βλέμματα δυο ανθρώπων που ερωτεύονται να τα ρουφάνε οθόνες και να τα δέχονται οι φωτογραφίες τους στο Fb από κάποια παλιά αποφοίτηση. Τους πρώτους καβγάδες, να τους παίρνει το inbox και να τους κάνει δράματα, ένα αθώο «δεν θέλω να σε δω αύριο» να καταλήγει σε μία ατέρμονη ανταλλαγή μηνυμάτων και τελικά στην παράνοια του «ναι, αλλά ποιος είναι αυτός που σου σχολιάζει;». Οι πρώτες τρυφερές κουβέντες να γίνονται ηχητικό μήνυμα –σε ίσες δόσεις γελοίο και ερεθιστικό– κι όχι ψίθυρος στο αυτί.

 

Χωρίς να υποτιμώ τα άπειρα, αδιαπραγμάτευτα καλά των νέων τρόπων επικοινωνίας, μάλλον υπάρχουν στιγμές που τα κινητά πρέπει να κλείνουν και να μπαίνουν στις τσάντες. Ίσως να πρέπει να παραδεχτούμε, χωρίς ενοχή, ότι οι σκυφτοί άνθρωποι που ελέγχουν ψυχαναγκαστικά το δήθεν επείγον που συμβαίνει στην οθόνη τους μας ξενερώνουν. Σκοτώνουν τη διάθεσή μας για αληθινή (ναι, αληθινή), ερωτική ή άλλη, ανθρώπινη επαφή και για αληθινή, αδιαμεσολάβητη επικοινωνία μ' ένα τοπίο, έναν πίνακα ή ένα μνημείο.

 

Όλοι μας έχουμε υπάρξει αυτοί οι σκυφτοί άνθρωποι. Όλοι μας έχουμε μπλέξει με σκυφτούς ανθρώπους. Όλοι μας κάνουμε αναμετάδοση τη ζωή μας. Κι όλ' αυτά είναι οκέι (προφανώς). Αλλά, μια που καλοκαίριασε, ίσως να είναι μια καλή ευκαιρία να δοκιμάσουμε την αμεσότητα της επαφής μ' έναν άνθρωπο που δεν τη βρίσκει με το σούπερ ψαγμένο inbox, αλλά μ' ένα σωστά τοποθετημένο άγγιγμα.

 

Ίσως να έχει νόημα, εκεί που θα πάμε διακοπές, να μην σπρώχνουμε τους γύρω μας, για να βγούνε απ' το πλάνο, αλλά να τους βλέπουμε ως κοινωνούς σε μία κοινή εμπειρία που έχουμε μ' ένα τοπίο ή ένα έργο τέχνης που μας καταπλήσσει και γι' αυτό δικαιούται το σύνολο της προσοχής μας. Ίσως να έχει νόημα στα μουσεία που θα πάμε, στις πλατείες, στα πανηγύρια ή στους απόκρημνους όρμους να δούμε αυτό που βλέπουμε, να το ρουφήξουμε με τα μάτια μας και όχι με την κάμερα του μυαλού μας που τρώγεται πότε θα πιάσει το κινητό να το κάνει τι; Στιγμιαία διαδικτυακή συγκίνηση. Άλλωστε, ποιος πιστεύει στα σοβαρά ότι μια «καλημέρα» στο inbox συναγωνίζεται μια καλημέρα συν μία ζεστή αγκαλιά και ποιος νομίζει ότι οι πολύχρωμες πιτσιλιές του Βαν Γκογκ αποτυπώνονται σε μία φωτογραφία κινητού;