Στην Ύδρα για το «τριήμερο» ‒διήμερο σκάρτο, αλλά εντάξει– είχα την τύχη να βρεθώ απρόσκλητος σε μια «πριβέ» πρεμιέρα που ντοκιμαντέρ που γύρισε ο Νικ Μπρούμφιλντ για την ιστορία αγάπης του Λέοναρντ Κοέν και της Μαριάν Ιλέν στην Ύδρα της δεκαετίας του '60 με τίτλο Marianne and Leonard: Words of Love. Η προβολή διοργανώθηκε από την κινηματογραφική λέσχη του νησιού και το κοινό στο μικρό θερινό σινεμά αποτελούνταν αποκλειστικά σχεδόν από υπερήλικες επιζήσαντες εμιγκρέδες του νησιού εκείνης της εποχής, κάνα δυο εκ των οποίων παραμένουν μόνιμα στο νησί πάνω από μισό αιώνα μετά.

 

«Έπιναν περισσότερο από άλλους ανθρώπους, έγραφαν περισσότερο, αρρώσταιναν περισσότερο, γινόντουσαν καλά περισσότερο, έβριζαν περισσότερο, ευλογούσαν περισσότερο και βοηθούσαν τους άλλους πολύ περισσότερο. Υπήρξαν μια μεγάλη έμπνευση για μένα».

Παρών και ο ίδιος ο σκηνοθέτης, που μετά τα καυστικά ντοκιμαντέρ του για τους δολοφονημένους ράπερ Notorious BIG και Tupac Shakur, την «τοξική» σχέση Kερτ Κομπέιν και Κόρτνεϊ Λαβ και τη βαθμιαία αυτοκαταστροφή της Whitney Houston, έκανε αυτό το τρυφερό φιλμ για μια σχέση που είχε μάλλον κακό τέλος, εκεί, προς την άδοξη λήξη των «ελευθεριακών» '60s ‒ τότε που ο Κοέν, με νέα καριέρα πλέον ως διάσημος τραγουδοποιός, εγκατέλειπε το νησί και τη Μαριάν για να γνωρίσει τον κόσμο αλλά και πλήθος γυναικών που ανταποκρίνονταν υπνωτικά στους αναστεναγμούς των τραγουδιών του, μεταξύ αυτών και τη μητέρα των παιδιών του, τη (σαφώς πιο «τσαούσα» και επιβλητική από τη Μαριάν) Σούζαν Έλροντ.

 

Όπως όμως λέει και ο τίτλος ενός από τα τραγούδια του, «η αληθινή αγάπη δεν αφήνει ίχνη» και εν τέλει ο δεσμός ανάμεσα στους δύο πρόσφυγες πολυτελείας στην ασπρόμαυρη Ύδρα του '60 απεδείχθη αειθαλής και εκτός χρόνου, όταν πριν από τρία χρόνια έφυγαν και οι δύο με διαφορά τριών μηνών από τη ζωή, αφού προηγουμένως εκείνος, πληροφορούμενος τη μη αναστρέψιμη πορεία της υγείας της, είχε προλάβει να της στείλει μια συγκινητική επιστολή που έγινε «viral» στα διεθνή μέσα.

 
Η ταινία αδυνατεί να εστιάσει όσο θα ήθελε (και όπως υπαγορεύει ο τίτλος της) στην ειδυλλιακή αρχικά και μετέπειτα ακανθώδη και πολλαπλώς τραυματική για εκείνη σχέση τους και χάνεται συχνά στην αφήγηση της προσωπικής καριέρας του Κοέν που έχει (υπερ)καλυφθεί από άλλα ντοκιμαντέρ, όταν όμως επιστρέφει στο νησί γίνεται ξανά μια νοσταλγική και μελαγχολική ελεγεία ή μια παραβολή για το τίμημα της μποέμικης ύπαρξης, ειδικά όταν μπουν στην εξίσωση είτε η έλλειψη χρημάτων, που συντηρούν την ανεμελιά, είτε η «χαλαρή» ανατροφή των παιδιών σε ελευθεριακό περιβάλλον (μέχρι και τα μουλάρια της Ύδρας έκαναν LSD, αν πιστέψουμε κάποιες αφηγήσεις της ταινίας), είτε και τα δύο.

 

Η Μαριάν και ο Λεονάρντ με τον «μικρό Άξελ» που μεγάλωσε στην Ύδρα.
Η Μαριάν και ο Λεονάρντ με τον «μικρό Άξελ» που μεγάλωσε στην Ύδρα.


Ο γιος της Μαριάν (από τον πρώτο της σύζυγο), ο «μικρός Άξελ» που μεγάλωσε στην Ύδρα, αποτέλεσε μια κλασική περίπτωση τραγικής «απώλειας» μιας τέτοιας ανατροφής, περνώντας την υπόλοιπη ζωή του σε κέντρα αποτοξίνωσης και ψυχιατρικά ιδρύματα. Όμως, η πιο συγκλονιστική στιγμή για μένα στην ταινία δεν είχε να κάνει με τη Μαριάν και τον Λέοναρντ αλλά με την ιστορία των Τζόνστον (του Τζορτζ Τζόνστον και της Τσάρμιαν Κλιφτ), του ζεύγους των Αυστραλών δημοσιογράφων και συγγραφέων, οι οποίοι ήταν εκ των πρωτοπόρων εστέτ διανοουμένων που αποίκισαν το νησί το 1955 με στόχο μια εναλλακτική ύπαρξη σε κάθε επίπεδο και γύρω από εκείνους δομήθηκε η περίφημη μποέμ κοινότητα στα '60s.


Μια δεκαετία έμειναν στο νησί με τα τρία παιδιά τους (που πήγαν στο σχολείο της Ύδρας και το ένα ακούγεται σε απόσπασμα από άλλο ντοκιμαντέρ της δεκαετίας του '60 να διακόπτει ξαφνικά τον ειρμό της μητέρας του και να της λέει σε άπταιστα ελληνικά: «Όχι μάνα, λάθος κάνεις, δεν ήταν τα γενέθλιά σου τότε») και αμέσως μετά σχεδόν εκείνη αυτοκτόνησε κι εκείνος πέθανε ως συνέπεια χρόνιου αλκοολισμού και εκατομμυρίων τσιγάρων.


Αργότερα θα έγραφε ο Κοέν για τους ανθρώπους που τον εισήγαγαν σ' αυτό το τόσο κρίσιμο και τόσο ειδυλλιακό κεφάλαιο της νεανικής του ζωής: «Έπιναν περισσότερο από άλλους ανθρώπους, έγραφαν περισσότερο, αρρώσταιναν περισσότερο, γινόντουσαν καλά περισσότερο, έβριζαν περισσότερο, ευλογούσαν περισσότερο και βοηθούσαν τους άλλους πολύ περισσότερο. Υπήρξαν μια μεγάλη έμπνευση για μένα».


Μετά το τέλος της προβολής βγήκαμε σαν μετά από ύπνωση στα δρομάκια του νησιού που παραμένει φαινομενικά ίδιο –το έχει σώσει η μοναδική γεωγραφία του– αλλά και τόσο αμετάκλητα διαφορετικό από «τότε», λειτουργώντας ξεκάθαρα πλέον εδώ και πολλά χρόνια ως «αποκλειστική παιδική χαρά της πλουτοκρατίας», όπως λέει κάποιος από τους «επιζήσαντες» που μιλάνε στην ταινία.