Με αφορμή την εκλογική αναμέτρηση του δεύτερου γύρου στην περιφέρεια Αττικής ακούστηκε τόσο από πολιτικούς αντιπάλους όσο και από ψηφοφόρους του συνδυασμού του Γιώργου Πατούλη μια βασική κριτική, η οποία αφορούσε το παρουσιαστικό της συζύγου του. Το επιχείρημα που ακούστηκε εναντίον του δεν ήταν τόσο σχετικά με την πολιτική ή επαγγελματική του σταδιοδρομία αλλά με το ότι η «ξανθιά» γυναίκα του, η οποία είναι σαν να μιμείται σταρ της αμερικανικής σαπουνόπερας της δεκαετίας του '80, και γενικότερα η προβολή της οικογενειακής του κατάστασης αποτελεί μια αντιαισθητική πολιτική επιλογή, μια επιλογή που, τηρουμένων των αναλογιών, θυμίζει την περίπτωση Τραμπ.


Όμως η κιτς επιλογή, δηλαδή αυτό που έχει ταυτιστεί στην καθομιλουμένη με το επιτηδευμένο, το ψεύτικο, το επιφανειακό και το ευτελές που εξυπηρετεί μόνο οικονομικούς και εντυπωσιοθηρικούς λόγους, νίκησε. Είτε επειδή υπήρξε επιθυμία κυβερνητικής αποδοκιμασίας είτε επειδή δεν υπήρχε εναλλακτική οδός έκφρασης της δυσφορίας στην απερχόμενη περιφερειακή αρχή, αυτό που θεωρείται σήμερα ο ιδεότυπος του πολιτικού κιτς ‒και σατιρίζεται ποικιλοτρόπως στα social media‒ ουσιαστικά θριάμβευσε.


Είναι όμως το παράδειγμα της οικογένειας Πατούλη το μοναδικό παράδειγμα πολιτικού κιτς που έχουμε δει στην Ελλάδα; Ήταν η μόνη περίπτωση που είδαμε στην τρέχουσα προεκλογική περίοδο;

 

Δεν πρέπει να παραβλέψουμε, όμως, ότι δίπλα στον παλιομοδίτικο (δεξιό) κιτς Πατούλη, στις τελευταίες εκλογές έκανε την εμφάνισή του και ένα καινούργιο είδος, το αριστερό κιτς.


Η απάντηση είναι «όχι». Το πολιτικό κιτς έχει μια πλούσια και ενδιαφέρουσα ιστορία που θα πρέπει κάποια στιγμή να μας απασχολήσει σοβαρά. Συνήθως, όταν συνδέουμε το κιτς με την εγχώρια πολιτική, κάνουμε την εύκολη αναγωγή στην εποχή της δικτατορίας και στις απίθανες τελετές της αρχαιολατρίας και αναβίωσης της παραδοσιακής κουλτούρας που οργάνωνε. Ο απόηχος αυτού του κιτς παραμένει αισθητός. Οι αγανακτισμένοι με τα μνημόνια ή τη Συμφωνία των Πρεσπών συχνά μετήλθαν ανάλογες στυλιστικές επιλογές.

 

Ο Πάνος Καμμένος, άλλωστε, ως υπουργός Εθνικής Άμυνας επιδόθηκε συχνά στην άσκηση μιας τέτοιας επικοινωνιακής σκηνογραφίας, με κορυφαία στιγμή το προσκύνημα στο κόκκινο χαλί για τη Ναυμαχία της Σαλαμίνας, περιστοιχισμένος από κοπέλες με χιτώνες και παραδοσιακές φορεσιές. Η ακροδεξιά αυτή επικοινωνιακή ατζέντα συνάντησε ελάχιστες αντιδράσεις από τους συνήθεις φορείς καταγγελίας της κιτς αισθητικής, μια και οι περισσότεροι κάνανε τα στραβά (αριστερά) μάτια.

 

Κορυφαία στιγμή πολιτικού κιτς το προσκύνημα του Πάνου Καμμένου στο κόκκινο χαλί για τη Ναυμαχία της Σαλαμίνας.
Κορυφαία στιγμή πολιτικού κιτς το προσκύνημα του Πάνου Καμμένου στο κόκκινο χαλί για τη Ναυμαχία της Σαλαμίνας.


Πέρα, όμως, από τη δικτατορική διάσταση, το πολιτικό κιτς έχει στην Ελλάδα και μια δημοκρατική εκδοχή που λανθασμένα συγχέεται συχνά με την πρώτη. Τη δεκαετία του '80, ο μεσσιανισμός των προεκλογικών συγκεντρώσεων, τα ζεϊμπέκικα και οι «σκυλάδικες» επιλογές που συχνά-πυκνά έκαναν την εποχή της ευημερίας οι πολιτικοί, ο γάμος Παπανδρέου - Λιάνη, η εν Μπαϊρακτάρη καταγγελία των νταβατζήδων από τον Κ. Καραμανλή, η ιστορική στιγμή που η Έφη Σαρρή τραγούδησε το «σταυρώστε με» ως υποψήφια του ΛΑΟΣ και ο Απόστολος Γκλέτσος απείλησε να ανατινάξει τα διόδια, όλα αυτά και άλλα πολλά περιλαμβάνονται σε έναν μακρύ κατάλογο μέσα από τον οποίο θα μπορούσαμε πράγματι να σταχυολογήσουμε και να κατανοήσουμε το εγχώριο πολιτικό κιτς. Δηλαδή την τάση διαφόρων πολιτικών πρωταγωνιστών να έρθουν επιτυχημένα ή αποτυχημένα σε πλήρη σύμπνοια με σύγχρονα λαϊκά τερτίπια και να ταυτιστούν με γούστα δημοφιλή, τα οποία προκύπτουν κυρίως μέσα από τον κόσμο των μίντια και της διασκέδασης και συγχέουν (συχνά τραγελαφικά) το εθνικό με το παγκόσμιο, το ελληνικό με το αμερικανικό.

 

Η κοινωνική κινητικότητα, άλλωστε, που κυριάρχησε τις πρώτες δεκαετίες της Μεταπολίτευσης έφερε στο προσκήνιο κοινωνικά στρώματα που μπορούσαν, με χαμηλό πολιτισμικό κεφάλαιο, να καταναλώσουν πλούσια και άγαρμπα, με αποτέλεσμα να στιγματιστούν από τις παλαιότερες ελίτ ως «κιτσάτοι», ως χυδαίοι εισβολείς αλλοίωσης της υψηλής κουλτούρας.

 

Σήμερα, αυτή η κιτς τάση σε μεγάλο βαθμό έχει παρέλθει, αφού ο κόσμος των μίντια έχει «εκπαιδεύσει» μεγάλες μερίδες του αγοραστικού κοινού σε μια mainstream κατανάλωση που συχνά απλώνεται και στην αναζήτηση του εναλλακτικά όμορφου και υγιεινού. Οι άτεχνες στυλιστικές ακροβασίες ή οι αστείες μιμήσεις προτύπων εύπορης ζωής εκλείπουν όλο και περισσότερο στις νεότερες γενιές, αφού και η κοινωνική άνοδος είναι είδος προς εξαφάνιση. Γι' αυτό η περίπτωση Πατούλη φαντάζει σήμερα σχεδόν εξωπραγματική.

 

Δεν πρέπει να παραβλέψουμε, όμως, ότι δίπλα στον παλιομοδίτικο (δεξιό) κιτς Πατούλη, στις τελευταίες εκλογές έκανε την εμφάνισή του και ένα καινούργιο είδος, το αριστερό κιτς. Το προεκλογικό σποτ του συνδυασμού της Ρένας Δούρου με φόντο τον τόπο της καταστροφής στο Μάτι και ρεπλίκες πληγέντων και συνοδεία του μονολόγου της περιφερειάρχη (βγαλμένου από τη «Λάμψη» του Φώσκολου και ερασιτεχνική παράσταση Μπρεχτ) είναι δύσκολο να μη θεωρηθεί μια κορυφαία στιγμή κιτς δραματοποίησης στην ιστορία των ελληνικών εκλογών.


Υπό αυτή την έννοια, στην εκλογική αναμέτρηση στην περιφέρεια Αττικής εμφανίστηκαν δύο είδη πολιτικού κιτς. Το ένα, αναγνωρίσιμο από το παρελθόν, έχει να κάνει με την επίδειξη της χλιδής και των στερεοτύπων της ευκατάστατης ελληνικής οικογένειας και της γυναικείας ελκυστικότητας, το άλλο, σοκαριστικά επιτηδευμένο όσον αφορά την έκφραση εικονικής συμπόνιας, την επίκληση στα θεία, τη γυναικεία μαγκιά που δεν κωλώνει πουθενά, την περισπούδαστη κυνικότητα.


Από τη στιγμή που έχουμε μπει οριστικά και αμετάκλητα στον πολιτισμό των ειδώλων και της διαμεσολαβημένης εικόνας, το κιτς είναι δύσκολο να εκλείψει. Το θέμα, άλλωστε, δεν είναι το τέλος του πολιτικού κιτς αλλά να μπορούμε να διακρίνουμε τις δημοκρατικές από τις αντιδημοκρατικές, τις ευτράπελες από τις αυταρχικές, τις αυθόρμητες από τις δημαγωγικές εκφάνσεις του. τις ιδεολογικές αποχρώσεις του ξανθού που ήρθε για να μείνει...