Την τελευταία εβδομάδα πριν από τις εκλογές τα κείμενα σε εφημερίδες και περιοδικά είναι υπονομευμένα. Μέσα στην παραζάλη και στην κορύφωση της καμπάνιας γίνονται βορά της περιέργειας ή θύματα της αδιαφορίας. Πήρε θέση ο τάδε; Ποιον ψηφίζει η δείνα; Γιατί δεν μίλησε καθαρά ο άλλος; Λες και γράφοντας μήνες και χρόνια δεν καταλαβαίνει ο αναγνώστης πού «κινείται» ο καθένας μας, πώς πολιτεύεται στον δημόσιο χώρο και με ποιες ιδέες. Αν, φυσικά, έχει πολιτικές ιδέες, διότι δεν υποχρεώνονται όλοι οι γραφιάδες να είναι πολιτικοί συντάκτες ούτε αυτοί οι τελευταίοι να λειτουργούν ως κομματικές φωνές.


Δεν θεωρώ λάθος το να δηλώνει κάποιος την εκλογική του προτίμηση. Από την άλλη, όμως, έχω παρατηρήσει αυτά τα χρόνια μια αλλαγή ρόλων. Πολλοί πανεπιστημιακοί δάσκαλοι έγιναν περισσότερο κομματικοί και λιγότερο δάσκαλοι. Δημοσιογράφοι έγιναν μεταφορείς γραμμών και άφησαν στην άκρη τις ενοχλητικές ερωτήσεις για τα είδωλά τους. Νεότεροι ερευνητές, που θα μπορούσαν να παράγουν γνώση ανεξίθρησκα, στοιχήθηκαν σε στενές πολιτικές πρωτοβουλίες.

 

Υπάρχει μια παράδοση μαχητικής στράτευσης, η κομμουνιστική, που θεωρεί τίτλο τιμής αυτήν τη «δέσμευση». Σε αυτή την παράδοση η αναζήτηση της αλήθειας και της περιγραφής των πραγμάτων υποτάσσεται στην ανώτερη σκοπιμότητα της επανάστασης και της δικής της λογικής. Καλώς! Μπορεί κανείς να διαφωνήσει πλήρως με αυτή την άποψη, αλλά έχει μια δική της συλλογιστική. Δεν είναι, όμως, απαραίτητο να προσκυνούμε αυτήν τη λογική και οι άλλοι. Μπορεί να πιστεύουμε και σε άλλους θεούς: στην αυτονομία της κριτικής φωνής, στο δικαίωμα της έρευνας, στον σεβασμό στον αναγνώστη που ίσως δεν θέλει από εμάς να του πούμε «τι να κάνει».

 

Σε αυτή την παράδοση η αναζήτηση της αλήθειας και της περιγραφής των πραγμάτων υποτάσσεται στην ανώτερη σκοπιμότητα της επανάστασης και της δικής της λογικής. Καλώς! Μπορεί κανείς να διαφωνήσει πλήρως με αυτή την άποψη, αλλά έχει μια δική της συλλογιστική.


Υπάρχουν, φυσικά, και οι ακροατές, οι αναγνώστες, οι φίλοι, που ζητούν καθοδήγηση στο χάος. Στους καθηγητές στα πανεπιστήμια ασκείται, συχνά, μεγάλη πίεση για να πολιτευτούν, είτε άμεσα είτε έμμεσα. Όταν, καλή ώρα, γράφουν και κείμενα ιδεών ή λογοτεχνία, η πίεση γίνεται εντονότερη. Δεν θεωρώ σφάλμα ούτε επικρίνω όσους και όσες περνούν τη γραμμή και πολιτεύονται. Ας μην μπερδεύονται, όμως, οι ρόλοι. Ας μην καταργείται η αυτονομία της κρίσης και το δικαίωμα στα ερωτήματα.

 

Από τις εκλογές της ερχόμενης Κυριακής οι ευρωπαϊκές είναι, λογικά, οι πιο σημαντικές. Και ας κάνουν τον λιγότερο θόρυβο. Πολλά σημαντικά πράγματα στη ζωή μας περνούν έτσι, χωρίς τη συνείδηση της σημασίας τους. Αφού, λοιπόν, δεν θα αναφερθώ στην ψήφο, μπορώ να σταθώ στα κεντρικά θέματα αυτών των εκλογών.

 

Έτσι όπως συγκλίνουν οι διάφορες κρίσεις στην Ευρώπη, αυτές οι εκλογές κρίνουν το αν θα προχωρήσει το εγχείρημα ή αν θα επιταχυνθεί ο αποσυντονισμός και η παρακμή του. Παρ' ότι υπάρχει μια άποψη που εξισώνει Μακρόν και Λεπέν, που θεωρεί, ας πούμε, τη φιλελεύθερη δημοκρατία (με τα προβλήματα και τις φοβερές ατέλειές της) σχεδόν άλλη όψη του φασισμού και του ρατσισμού, έχει μεγάλη σημασία το αν θα ενισχυθεί ο ένας ή ο άλλος δρόμος. Έχει σημασία αν θα δυναμώσουν ή θα ξεφουσκώσουν κάπως οι δυνάμεις του εθνικιστικού λαϊκισμού και της δημαγωγίας. Και ποιοι ακριβώς μπορεί να συμβάλουν στην ανάσχεσή τους.


Στη χώρα μας δεν έχει υπάρξει σοβαρή συζήτηση γι' αυτό. Εδώ κυριαρχούν απλώς κάτι αντινεοφιλελεύθερες γενικότητες, είτε η έμφαση στη μάχη κατά του λαϊκισμού. Πολλά μέσα, εκτός εξαιρέσεων, παρουσιάζουν τα ευρωπαϊκά ως μάχη μιας νεοφιλελεύθερης δεξιάς και μιας κοινωνικής αριστεράς, ενώ, αν σταθεί κανείς στις περισσότερες χώρες, αυτή η φωτογραφία δεν λέει πολλά. Διότι, από τη στιγμή που υπάρχει μια νέα δυναμική στα δεξιά, που μπορεί να κινείται και κατά του «νεοφιλελευθερισμού» και υπέρ της προστασίας των λαϊκών στρωμάτων και υπέρ των ισχυρών εθνικών συνόρων, τα διλήμματα που παρουσιάζονται συχνά στην ελληνική δημόσια συζήτηση είναι κακοφτιαγμένα και πονηρά: προορίζονται απλώς για την εθνική κομματική μάχη.


Να δούμε, λοιπόν, το μεγάλο κάδρο και να μην έχουμε εμπιστοσύνη στις απλουστεύσεις. Η Ευρώπη είναι εύθραυστη πολιτικά και οι ιδέες και δυνάμεις που ενεργοποιούνται σήμερα δημιουργούν μια διαφορετική πολιτική ήπειρο. Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν οι Σαλβίνι και Σία θα αποκτήσουν μεγαλύτερες δυνατότητες για το μπλοκάρισμα της Ευρώπης ή αν θα φυτρώσουν και αξιόλογες αντίρροπες δυνάμεις.

 

Η δική μου αίσθηση είναι πως η ιδέα της μόδας για επιστροφή στην «Ευρώπη των εθνών» είναι το τέλειο αδιέξοδο. Είναι μια ιδέα ήττας και παραίτησης από την ευθύνη της πολιτικής σε συνθήκες αβεβαιότητας και μετάβασης στα καινούργια οικονομικά και τεχνολογικά παραδείγματα. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι ο ριζοσπαστικός λαϊκισμός θα «χάσει» επειδή όσα λέει και υπόσχεται είναι αδιέξοδα και αέρας κοπανιστός. Αυτός ο εφησυχασμός έχει στοιχίσει πολλά, γιατί και τα αδιέξοδα μπορεί να κυβερνούν ή, μάλλον, να καθορίζουν τη διακυβέρνηση εις βάρος μας.


Την Κυριακή, πάντως, θα έχουμε τουλάχιστον μια ιδέα για την κίνηση του εκκρεμούς και για το ελληνικό σκηνικό μέσα σε αυτή την κίνηση.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LifO