Είναι σοκαριστικό πόσο λείπει η Ευρώπη από τη συζήτηση που προηγείται των Ευρωεκλογών. Ένας σωρός από άσχετα θέματα, προσωπικές επιθέσεις και ανέμπνευστη μιζέρια έχει κατακαθίσει πάνω σε τεράστια ζητήματα που κανείς δεν συζητά και κανείς δεν σχολιάζει.

 

Αναρωτιέμαι πόσοι πολίτες ξέρουν πώς λειτουργεί η Ένωση, τι είναι, τι κάνει, τι αρμοδιότητες έχει. Πόσοι άνθρωποι ξέρουν τι έχει πετύχει. Θα ήλπιζε κανείς ότι πριν από τις εκλογές ο διάλογος θα πήγαινε προς τα κει. Αλλά δεν πήγε. Ούτε για τις αποτυχίες της Ένωσης ακούσαμε.

 

Δεν ακούσαμε όσο θα έπρεπε τη δίκαιη κριτική για την ανικανότητά της να σώσει τους ανθρώπους που πνίγονται στα σύνορά της ή για την αδυναμία της να συνδεθεί με τους ανέργους, τους φτωχούς και τους αποκλεισμένους που ζουν στα κράτη-μέλη. Άλλα θέματα κρίθηκαν σημαντικά στη χώρα μας λίγο πριν από τις Ευρωεκλογές, μικρά θέματα, στο μέγεθος των προσδοκιών μας απ' την πολιτική.


Ακόμα και η συζήτηση για την άνοδο της ακροδεξιάς είναι μια αστεία συζήτηση σε επίπεδο διαπιστώσεων: τα άκρα ανεβαίνουν, φαίνεται απειλητικό. Η διαπίστωση δεν ακολουθείται από τίποτε άλλο, από καμία ανάλυση που θα έκανε έναν άνθρωπο να αισθανθεί προσωπικά απειλούμενος από την άνοδο της ακροδεξιάς και προσωπικά εμπλεκόμενος στην προσπάθεια που λέγεται Ευρωπαϊκή Ένωση.

 

Την τελευταία φορά που η Ευρώπη θέλησε την κάθαρση απ' το διαφορετικό κανένας παράδεισος δεν προέκυψε, μόνο μια κόλαση βίας: ο πόλεμος. Ο εθνικισμός αντικαθιστά «τα πόδια μας με ρίζες», λέει ο συγγραφέας του βιβλίου και καλεί τη νέα γενιά να ξυπνήσει. Η ιδέα ότι είμαστε το αίμα μας είναι μια νοσηρή φαντασίωση.


Γι' αυτό φταίνε εν πολλοίς και τα φιλοευρωπαϊκά κόμματα που διεκδικούν τις ψήφους μας. Χλιαρά, μαγκωμένα, ντροπαλά. Θέλουν να παραστήσουν τους ανήσυχους φρουρούς της δημοκρατίας, αλλά οι προτεραιότητές τους τα προδίδουν. Τι αντιτάσσουν στην επέλαση των νεοναζί και των φασιστών; Μικρότητες, φαγωμάρα και χυλώδη λογύδρια για το πόσο κακός είναι ο εθνικισμός, επειδή ο εθνικισμός είναι κακός, επειδή! Χωρίς αφήγημα. Χωρίς ιδέες. Χωρίς να μας πουν με σαφήνεια τι παίζεται και τι απειλείται απ' αυτή την περίφημη άνοδο της ακροδεξιάς.

 

Αυτό που έψαχνα και δεν βρήκα στα πολιτικά κόμματα, το βρήκα σε δύο πολύ καλά βιβλία. Το ένα αφορά το θέμα της ανόδου των εθνικισμών και την απόρριψη του ενωσιακού εγχειρήματος και λέγεται Εναντίον της αντιδραστικής σκέψης (του Glucksmann, εκδ. Πόλις). Το αφήγημα της ακροδεξιάς ξεδιπλώνεται αριστοτεχνικά στα μάτια μας από έναν συγγραφέα που έχει την ικανότητα και την πειθαρχία, αφού το ξετυλίξει, να το διαλύσει. Μιλάει με έμπνευση, ζωντάνια και καλά επεξεργασμένες σκέψεις για την Ευρώπη και την πατρίδα του, τη Γαλλία. Είναι τόσο καλός στη δημιουργία ενός συγκινητικού, εμπνευσμένου αφηγήματος για την ενωμένη Ευρώπη που σε κάνει απλώς να θλίβεσαι με την ανικανότητα των πολιτικών να διεγείρουν αντίστοιχα θετικά πάθη για μια καλή ιδέα.

 

Το βιβλίο διερωτάται πότε και πού υπήρξε αυτός ο παράδεισος που ευαγγελίζεται η ακροδεξιά, ο εσωστρεφής, συμπαγής παράδεισος όπου δεν μετακινούμασταν, δεν ψαχνόμασταν, δεν αναζητούσαμε το καλύτερο σε άλλους τόπους ή σε άλλες ταυτότητες. Την τελευταία φορά που η Ευρώπη θέλησε την κάθαρση απ' το διαφορετικό κανένας παράδεισος δεν προέκυψε, μόνο μια κόλαση βίας: ο πόλεμος. Ο εθνικισμός αντικαθιστά «τα πόδια μας με ρίζες», λέει λίγο-πολύ ο συγγραφέας του βιβλίου και καλεί τη νέα γενιά να ξυπνήσει. Η ιδέα ότι είμαστε το αίμα μας είναι μια νοσηρή φαντασίωση.

 

Στέκομαι στην κινητικότητα, επειδή είναι από τα βασικά στηρίγματα της ιδέας μιας όχι εθνικιστικής Ευρώπης αλλά και επειδή είναι κάτι που εμπνέει, αφού σχετίζεται με την πιθανότητα μιας καλύτερης ζωής αλλού. Είναι περίεργο που κανείς δεν μιλάει πολύ για το πώς η Ε.Ε. κατάφερε να διευκολύνει τόσο πολλούς ανθρώπους να ζήσουν αλλού, να σπουδάσουν, να ταξιδέψουν, να πλουτίσουν σε γνώσεις, χρήματα και εμπειρίες.

 

Ευτυχώς, όμως, βρήκα μια ενημερωμένη πραγμάτευση ζητημάτων κινητικότητας σε ένα βιβλίο. Τόσο το περιεχόμενο όσο και το σχήμα του (είναι κοντόχοντρο) το κάνουν καλό όπλο για όσους θέλουν να επιτεθούν σε ρατσιστές και ξενοφοβικούς. Πολλοί λένε «ναι, όλα, καλά, όμως έρχονται Σύριοι, Αλβανοί, Πακιστανοί και μας παίρνουν τα σπίτια και τις δουλειές», «ναι, αλλά πόσοι την πατρίδα μας πάνε και δουλεύουνε στη Γερμανία, στη Μέρκελ» κ.λπ. κ.λπ.

 

Το υπέροχο χοντρό βιβλίο απαντάει. Είναι καλό που έρχονται ξένοι, να έρθουνε κι άλλοι. Είναι καλό να εξασθενούν οι συνοριακοί έλεγχοι, εξαιτίας εγχειρημάτων όπως αυτό της Ε.Ε. Είναι καλό που οι μετανάστες δουλεύουν στο εξωτερικό, αφού κατά κανόνα με τα εμβάσματα, τις γνώσεις και τις προσλαμβάνουσές τους ωφελούν την πατρίδα τους, ενώ παράλληλα, εάν γυρίσουν, γυρίζουν με κεφάλαιο, γνώσεις και προσλαμβάνουσες που δεν θα μπορούσαν να αποκτήσουν, εάν ακινητούσαν.

 

Το χοντρό βιβλίο αντιμάχεται την ανώμαλη ιδέα ότι οι άνθρωποι είναι δέντρα. Αν η ευτυχία τους είναι σε κάποιο «αλλού», πρέπει να μπορούν να πάνε εκεί και να την ψάξουν. Εξηγεί ότι η μετανάστευση είναι πολύ παλιά ιστορία και ότι είναι κάτι καλό, χωρίς φυσικά να αγνοεί τις δυσκολίες για τους ίδιους τους μετανάστες και τις προκλήσεις για τα κράτη. Το βιβλίο λέγεται Αυτοί δεν είναι σαν εμάς, το παρελθόν και το μέλλον της μετανάστευσης (των Goldin, Cameron και Balarajan, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης) και κάνει ό,τι απέτυχαν να κάνουν οι πολιτικοί την προεκλογική περίοδο: μιλάει για τα μεγάλα θέματα με θάρρος και δίνει καλοδουλεμένες απαντήσεις.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO