Οι άνθρωποι δεν έχουμε πια χρόνο. Ή, μάλλον, μπορεί να έχουμε χρόνο, αλλά να μην αδειάζουμε, να μην τολμάμε την αποβολή των περιττών φορτίων.

 

Όπως γίνεται συχνά με κάποια σπίτια, όταν κάποιος δεν αντέχει να πετάξει τα παλιά πράγματα, να αποχωριστεί οικεία αντικείμενα, ούτε καν τα εμφανώς άχρηστα.

 

Τα κρατάει, λοιπόν, όλα μέχρι που να διαπιστώσει κάποια στιγμή ότι δεν έχει απομείνει σημείο ή γωνιά ελεύθερη και επομένως δεν μπορεί να χωρέσει κάτι καινούργιο.

 

Κάπως έτσι συμβαίνει μ' εμάς τους συγχρόνους που δεν έχουμε καιρό, ακόμα και αν τεχνικά διαθέτουμε κάμποσες ώρες ελεύθερες και τα Σ/Κ (ή τα Π-Σ-Κ στην τρέχουσα κωδικοποίηση).


Τι είναι όμως η σύγχρονη αγένεια; Μοιάζει, νομίζω, με αυτό το Εγώ που δεν αδειάζει και ακολουθεί κατά πόδας τη μία και την άλλη προθεσμία, παραμερίζοντας όλα τα υπόλοιπα και χρεώνοντάς τα σε ένα απροσδιόριστο «μετά».

 

Η αγένεια είναι πια ένα άγχος που ευνοεί τον ενικό αριθμό, μια και εκείνος ο πληθυντικός ευγενείας είναι απομεινάρι εποχών όταν οι άνθρωποι γνώριζαν λιγότερα και ας κολυμπούσαν στις βεβαιότητες.

 

Η αγένεια φυτρώνει, επίσης, εκεί όπου δεν μπορείς να είσαι πια γενναιόδωρος, να δώσεις χρόνο ή να υποχωρήσεις, όχι από φόβο, υπολογισμό ή δειλία, αλλά γιατί πρέπει να ακούσεις. Γιατί, ίσως, πρέπει κάποιες στιγμές και να σπαταληθείς.

 

Είναι χρήσιμο να σκεφτούμε την επέκταση της αγένειας στον κοινωνικό μας κόσμο όχι ως ατομικό ελάττωμα αλλά ως ιδιαίτερη κοινωνική παθολογία. Ευτυχώς, έχουμε βρει, πλέον, πολλούς χώρους και δυνατότητες ελευθερίας, απρόσκοπτης έκφρασης και δημιουργίας.

  

Θα ρωτήσει κανείς «μα, δεν υπάρχουν άεργοι αγενείς;». Προφανώς. Η έλλειψη χρόνου δεν αφορά αναγκαστικά τον πραγματικά υπεραπασχολημένο, ούτε, σώνει και καλά, τον μάνατζερ της μεγάλης πολυεθνικής, αυτήν τη φιγούρα που τη συνδέουμε με τον άνθρωπο των deadlines και των ατελείωτων ταξιδιών, συσκέψεων, συναντήσεων.


Υπάρχουν, αντιθέτως, άνθρωποι δίχως πολλές «υποχρεώσεις» που έχουν, παρ' όλα αυτά, γυρισμένη την πλάτη τους στον άλλον. Η δική τους αγένεια φτιάχνεται από μεγάλες δόσεις αδιαφορίας και αόρατες αγκωνιές στους διπλανούς τους, από μια βιασύνη παρόμοια με αυτήν που συναντάμε συχνά στις ουρές κάποιας δημόσιας υπηρεσίας.

 

Εκεί, ας πούμε, μπορεί κάποιος να μην έχει να κάνει τίποτα μετά κι όμως να είναι ο πιο βιαστικός απ' όλους, αυτός που επείγεται, ψάχνοντας για λογομαχίες.

 

Φυσικά, δεν είναι ένα πράγμα η αγένεια. Έχει επιμέρους κλίμακες, διαφορές ύφους και έντασης. Μερικοί, άλλωστε, τη δικαιολογούν ως ειλικρίνεια και, τάχα, ευθύτητα.

 

Να «λείπουν οι τσιριμόνιες» λένε, και είναι έτοιμοι να δικαιολογήσουν ακόμα και τη βαναυσότητα ως αυθεντικότητα χαρακτήρα.

 

Πάνε, βέβαια, κάποια χρόνια που η λεγόμενη αυθεντικότητα έγινε κι αυτή πονηρός μηχανισμός συγχώρεσης της γραφικότητας, της αγένειας, των κακών τρόπων.

 

Σε άλλες περιπτώσεις, πάλι, όταν ο καθένας μας γίνεται αγενής και ψάχνει δικαιολογίες, ανατρέχουμε στους δίκαιους εκνευρισμούς και στις πιέσεις των ημερών.

 

Αυτό δεν έχει σχέση με τον μύθο της αυθεντικότητας, γιατί είναι η αλήθεια πολλών πλευρών της καθημερινότητας: διάφορες πρακτικές δοκιμασίες έχουν ως αποτέλεσμα να εξαγριωνόμαστε και να γινόμαστε αγνώριστοι στον ίδιο τον εαυτό μας.

 

Καμιά φορά, η αγένεια βγαίνει από μέσα μας σαν ένα άγνωστο ζώο που μας αιφνιδιάζει κι εμάς τους ίδιους και μας διαβάλλει.


Η επέκταση της αγένειας στηρίζεται σ' αυτούς τους καθημερινούς μικροεκνευρισμούς που συσσωρεύονται μαζί με τις αποθηκευμένες πληροφορίες και το συνολικό φορτίο άχρηστων γνώσεων. Ο αγενής, όμως, είναι αυτός που δεν αφήνει να πέσει τίποτα κάτω.

 

Τα μαζεύει όλα, τα κλειδώνει μέσα του και πλουτίζει τις έχθρες του. Οι άλλοι παρουσιάζονται σ' αυτόν σαν απειλή και ενόχληση. Ο ίδιος όμως, επειδή κατά κανόνα δυσκολεύεται να σκεφτεί την ίδια του την αγένεια, παρενοχλεί και συγχρόνως δεν πιστεύει ότι πράττει κάτι λάθος.

 

«Ποιος, εγώ;» θα πει, πάντα εκφράζοντας τη διαμαρτυρία του για το πόσο έχουν παρεξηγήσει τον πηγαίο αυθορμητισμό του.


Είναι, πιστεύω, χρήσιμο να σκεφτούμε την επέκταση της αγένειας στον κοινωνικό μας κόσμο όχι ως ατομικό ελάττωμα αλλά ως ιδιαίτερη κοινωνική παθολογία.

 

Ευτυχώς, έχουμε βρει, πλέον, πολλούς χώρους και δυνατότητες ελευθερίας, απρόσκοπτης έκφρασης και δημιουργίας. Αυτή είναι η πολύτιμη βάση του πολιτισμού μας, έστω ένα από τα ερείσματά του.

 

Μια άλλη πλευρά, όμως, είναι πιο σκοτεινή κι εκεί θα βρούμε και την αγένεια. Είναι κι αυτή μια κακή χρήση της ελευθερίας που έχω να δίνω σημασία ή να αδιαφορώ, να απαντώ ή και να προσπερνάω.

 

Θα μπορούσε να τη δει κανείς ως την πρόσοψη του δικαιώματός μου να είμαι και δυσάρεστος ή ανυπόφορος, όταν θέλω.


Φανταστείτε, τώρα, έναν κόσμο ευγενών ανθρώπων που οι χειρονομίες τους δεν θα είχαν τίποτα το προσβλητικό και το ταπεινωτικό για κανέναν. Πράγματι, μοιάζει αδύνατο και αναδίδει τη δυσάρεστη οσμή μιας καταναγκαστικής «αγιοσύνης», μιας επιβεβλημένης πραότητας.

 

Αυτό, όμως, δεν δικαιολογεί τις ελεύθερες χρήσεις της αγένειας στο παρόν μας. Το ότι είναι ανέφικτη –και για πολλούς από εμάς και ανεπιθύμητη– μια κοινωνία αλτρουιστικών, ευγενών όντων που έχουν πάντα τον χρόνο και τη διάθεση να ασχολούνται ο ένας με τις ανάγκες του άλλου δεν σημαίνει ότι ανεχόμαστε τον νόμο της υπαρκτής αγένειας.

 

Έχουν πάντα κάτι ανησυχαστικό οι ουτοπίες του Καλού, όμως αυτό δεν πρέπει να γίνεται δικαιολογία της κάθε χοντροκοπιάς και προσβολής ως εκδηλώσεων «ελεύθερου φρονήματος» τάχα.


Το πεδίο της αγένειας επεκτείνεται και αυτό δεν έχει πολλή σχέση ούτε με την ειλικρίνεια ούτε με τη δημοκρατική οικειότητα.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO