Διαβάζω διάφορα άρθρα για τη νέα μορφή μαζικής αϋπνίας που σχετίζεται με την αγωνία για το μήνυμα στο messenger ή με άλλες νυχτερινές ειδοποιήσεις. Μικροί και μεγάλοι αρνούνται να βυθιστούν στον ύπνο, να αποχωριστούν τους περισπασμούς του ενεργού χρόνου, του χρόνου της πλοήγησης και των ποικίλων επαφών. Άλλο ένα πρόβλημα που δύσκολα μπορεί να φανταστεί κανείς τη λύση του, τουλάχιστον με τα συνηθισμένα εργαλεία των πολιτικών μέτρων ή των ηθικοπλαστικών ευχών.

 

Ας σταθούμε, όμως, λίγο περισσότερο σε αυτήν την ύπαρξη που τρέμει μη λείψει από τη σκηνή. Είναι μια ύπαρξη που τρέφεται από τον διαρκή θόρυβο και έξω από αυτόν υποφέρει σαν να βρίσκεται στα αζήτητα. Η αλήθεια είναι όμως ότι η ίδια η σύγχρονη κοινωνία εμφανίστηκε μαζί με τον πολλαπλασιασμό των θορύβων.

 

Ας σκεφτούμε μόνο την εισβολή από τις φωνές του πλήθους στους προφυλαγμένους χώρους. Με την εξαίρεση κάποιων δύστροπων θρησκευόμενων και συντηρητικών συγγραφέων, η μοντέρνα λογοτεχνία και σκέψη υποδέχτηκε θερμά αυτήν τη νέα κατάσταση θορύβου. Δεν είναι τυχαίο που δοξάστηκαν η φασαρία των καφέ, ο ίλιγγος των δρόμων της μεγάλης πόλης και οι μηχανές που έγιναν ένα με την πολύχρωμα αστική ζωή. Το κεντρικό σύνθημα των δημοκρατικών καιρών ήταν ένα στεντόρειο «ξυπνήστε».

 

Δεν είναι τυχαίο που δοξάστηκαν η φασαρία των καφέ, ο ίλιγγος των δρόμων της μεγάλης πόλης και οι μηχανές που έγιναν ένα με την πολύχρωμα αστική ζωή. Το κεντρικό σύνθημα των δημοκρατικών καιρών ήταν ένα στεντόρειο «ξυπνήστε».

 

Οι επαναστάτες και οι ριζοσπάστες επαινούσαν την επαγρύπνηση και τη διαρκή υποψία, δυο δυνάμεις που, αν το σκεφτεί κανείς, απομακρύνουν το ενδεχόμενο του ήρεμου ύπνου. Οι κεφαλαιοκράτες και όσοι αγκάλιαζαν τον τρόπο ζωής του ρίσκου είχαν το δικό τους ρεπερτόριο θορύβων και παρενοχλήσεων. Έτσι, ο άνθρωπος που ήθελε να γείρει και να ξεκουραστεί γινόταν ύποπτος για νωθρότητα, παρασιτισμό ή παράλογη ονειροπόληση.

 

Η ηθική των επαναστατών και η ηθική των καπιταλιστών συντονίστηκαν στην ομόθυμη καταδίκη της βύθισης και της απουσίας. Κανένας σωστός πολίτης δεν έπρεπε να απουσιάζει από τα καθήκοντά του. Καθένας έπρεπε να είναι διαθέσιμος, παρών, μάχιμος.

 

Η δραπέτευση ήταν αδίκημα πρώτου βαθμού στο καπιταλιστικό εργοστάσιο και στα ριζοσπαστικά κόμματα. Το δημιουργικό ξενύχτι, η περιφρόνηση για την κόπωση, το επίμονο πλάνο ήταν η μια πλευρά. Η άλλη πλευρά ήταν το πλήθος των κοινωνικών συναναστροφών και η μανία με την κοινωνικοποίηση των ατόμων: όσο περισσότερο οργανωμένη και πυκνή σε γεγονότα γινόταν η ζωή, τόσο εντονότερα αποδοκίμαζε τους μοναχικούς και τις αναιτιολόγητες σιωπές των μελών της.

 

 

Τα διαλείμματα χρωματίστηκαν με ενοχικούς τόνους, έγιναν συνώνυμα της αναβλητικότητας, της λούφας, της ανευθυνότητας. Η ευθύνη, όπως το λέει και η έννοια στις λατινογενείς γλώσσες, έχει μέσα της την απάντηση στους άλλους (response). Κάπως έτσι και από διάφορες αφετηρίες φτιάχτηκε μια κληρονομιά όπου ο θόρυβος και η ένταση έγιναν διαπιστευτήρια εισόδου στη vita moderna. Η σιωπή, η βύθιση και ο αναχωρητισμός έγιναν ιδιότητες του αριστοκράτη, του αμέριμνου ή αυτού που ζει εκτός πραγματικότητας.

 


Μετά τις τεχνολογικές αλλαγές των τελευταίων χρόνων φτάσαμε σήμερα στους πανικόβλητους ειδικούς και παιδοψυχολόγους που συμβουλεύουν: κοιμηθείτε, αναπαυθείτε, αποσυνδεθείτε. Μετά από αιώνες εγερτήριων σαλπισμάτων ήρθε η εποχή που ακούγονται συστάσεις κατευνασμού.

 

Εκατομμύρια υπνοδωμάτια, όπου όλο και κάποια οθόνη αρνείται πεισματικά να σβήσει, πρέπει τώρα να ξαναθυμηθούν ένα παρελθόν παλιών σκοταδιών. Το εγκώμιο στον αδιατάρακτο ύπνο συμβαδίζει πια με τη μερική αποκατάσταση της σιγής ως δικαιώματος στη γαλήνη. Εδώ και καιρό γράφονται άπειρα βιβλία αταραξίας.

 

Και εδώ ισχύει φυσικά η γνωστή δολιότητα της Ιστορίας: κάτι εκτινάσσεται τη στιγμή ακριβώς που ξέρουμε ότι δεν μπορεί να επιστρέψει. Στη συγκεκριμένη περίπτωση οι συμβουλές ηρεμίας απογειώνονται όταν ξέρουμε πως δεν θα ξαναζήσουμε ήρεμα. Γιατί καλό είναι να μην μας ξεγελούν οι μόδες των tips ή τα ιατρικά ένθετα με τα καμπανάκια τους για τον «ύπνο των καημένων των παιδιών». Η ηρεμία είναι αδύνατο να επανέλθει ως κανόνας, μόνο ως εξαίρεση.

 

Το ίδιο και η βραδύτητα με όλες τις πολυδιαφημισμένες εκδοχές της σε κάποιες κινήσεις ή πρωτοβουλίες πολιτών (άλλωστε, είναι χτυπητή η αντίφαση ανάμεσα στην έννοια της κίνησης ή του κινήματος και στη βραδύτητα, αφού κάθε κίνημα πρέπει πάντα να σπεύδει και να επισπεύδει).


Στην καλύτερη περίπτωση, μπορούμε ίσως να ψάξουμε μια νέα ισορροπία μεταξύ σύνδεσης και αποσύνδεσης, συμμετοχής και αποσκίρτησης. Αυτό σημαίνει όμως έναν πραγματικό τετραγωνισμό του κύκλου και μια δύσκολη άσκηση: να πετάξουμε, πράγματι, κάποια από τα περιττά, δίχως την αυταπάτη ότι μπορούμε να ζήσουμε μόνο με τις «βασικές ανάγκες».


Από αυτήν την άποψη το στοίχημα δεν είναι τόσο η ηρεμία όσο η ίδια η ελευθερία. Η ελευθερία που είχε πάντοτε δύο άκρες, μία στραμμένη προς την εξωτερική ζωή και τις επαφές της και μία άλλη προς τα ενδότερα. Αυτό το ένδον ή η εσωτερική ζωή φαίνεται να είναι ο μοναδικός αριστοκράτης της εποχής μας. Και αν σώζεται ακόμα, αυτό συμβαίνει μόνο και μόνο γιατί κάποτε κουράζονται και οι διώκτες του και κλείνουν για λίγο τα φώτα.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO