Πριν ακόμη προλάβει να στεγνώσει το μελάνι απ' όσα φρικτά συνέβησαν στη Ρόδο με τη δολοφονία της Ελένης, μια ακόμη γυναικοκτονία έρχεται να προστεθεί στην ατελείωτη αυτή λίστα. Αυτή τη φορά είναι η Αγγελική, σ' ένα άλλο νησί, στην άλλη άκρη της Ελλάδας, δολοφονημένη βάναυσα από τον ίδιο τον πατέρα της. Και για μια ακόμη φορά στο φόντο η «συναίνεση». Πιο συγκεκριμένα η μη συναίνεση από το «κυρίαρχο αρσενικό» (πατέρα, τώρα) για το δικαίωμα ελευθερίας στην επιλογή συντρόφου από μεριάς «του κυριαρχούμενου θηλυκού» (κόρη, τώρα).


Κι έτσι βλέπουμε να επαναλαμβάνεται αδιάκοπα και να επιβεβαιώνεται, ως μια σύγχρονη ζώσα τραγωδία, αυτό που γράφαμε πριν από λίγο καιρό με αφορμή την 25η Νοέμβρη – παγκόσμια ημέρα για την εξάλειψη της βίας κατά των γυναικών: «Πατεράδες, σύζυγοι, σύντροφοι, γιοί, συγγενείς, διακινητές, ένστολοι και μη, κρυφά και φανερά σκοτώνουν συζύγους, κόρες, πεθερές, συντρόφισσες, φίλες, προσφυγίνες».


Σήμερα επανερχόμαστε σε μια προσπάθεια να κατανοήσουμε, ακόμη βαθύτερα, τι είναι αυτό που συμβαίνει. Τι φαινόμενο είναι αυτό, γιατί περί φαινομένου πρόκειται και όχι για «την ώρα την κακιά» και «το κακό το ριζικό μας». Γιατί συμβαίνει, πώς συμβαίνει, πώς επαναλαμβάνεται και κυρίως πώς και γιατί εντείνεται, μέρα με τη μέρα, χρόνο με το χρόνο. Όπως επίσης, τι σημαίνει αυτό για την κοινωνία μας, για το μέλλον των παιδιών μας και, τέλος, πώς μπορεί ένα κοινωνικό φαινόμενο σαν αυτό να αναταχθεί. 

 

Με τη σχετικοποίηση του εγκλήματος, τη διάχυση της ευθύνης και την έμφυλη απενοχοποίηση του δράστη, το κοινωνικό σύνολο δεν προσπαθεί να κάνει τίποτε άλλο από το να εκλογικεύσει, να μεταθέσει ή ακόμη και να «πετάξει από επάνω του» την ευθύνη ενός ξεκάθαρα σεξιστικού εγκλήματος. Που ως τέτοιο, λόγω δηλαδή της έμφυλης διάστασής του και άρα της κοινωνικής νομιμοποίησής του, μας βαραίνει συλλογικά.


Ποια είναι η εικόνα σήμερα, μετά από τόσα χρόνια αγώνων του φεμινιστικού/γυναικείου κινήματος, των κινημάτων για τα ανθρώπινα δικαιώματα, του ΛΟΑΤΚΙ κινήματος και γενικότερα του δημοκρατικού και προοδευτικού κόσμου;


Όλα τα στοιχεία καταδεικνύουν ότι η έμφυλη βία γιγαντώνεται μέρα με τη μέρα. Ο σεξισμός, ο μισογυνισμός και η τοξική αρρενωπότητα, μαζί με το σεξιστικό χιούμορ, τα σεξιστικά σχόλια και ποστ στο διαδίκτυο, τον σεξιστικό δημόσιο λόγο, τις σεξιστικές εκφράσεις ακόμη και μέσα στο κοινοβούλιο, δημιουργούν αναπότρεπτα το αναγκαίο υπόβαθρο της έμφυλης βίας στην καθημερινότητά μας, μετατρέποντάς τη σε μια κοινοτοπία, κανονικοποιώντας την και παραδίδοντάς τη νομιμοποιημένη στο συλλογικό ασυνείδητο.


Γυναικοκτονίες/συζυγοκτονίες εμφανίζονται στην επικαιρότητα με ολοένα αυξανόμενους ρυθμούς. Η παραβίαση βασικών δικαιωμάτων, οι ρατσιστικές συμπεριφορές και η βία προς τα ΛΟΑΤΚΙ άτομα παραμένει υψηλή και σε ορισμένες περιπτώσεις –όπως ζήσαμε πρόσφατα με τη φρικτή δολοφονία του Ζακ– γιγαντώνεται.

 

Ευάλωτοι προσφυγικοί/μεταναστευτικοί πληθυσμοί πέφτουν θύματα –μεταξύ άλλων– και έμφυλης κακοποίησης, διακρίσεων και αποκλεισμού. Η ισχύς του σεξισμού, μέσα και από την πλαισίωσή του από κάθε άλλο «συγγενικό» –ισμό και φοβία: εθνικισμό, ρατσισμό, θρησκευτικό φανατισμό, μισογυνισμό, ξενοφοβία, εντείνεται. Η τοξική αρρενωπότητα ως κυρίαρχη έκφραση της πατριαρχίας μοιάζει να επανακάμπτει και να κατισχύει ως κυρίαρχο παράδειγμα σε καθημερινές αντιλήψεις, συμπεριφορές και στάσεις ζωής.

 

Κι έτσι φτάνουμε αργά αλλά σταθερά στην τελική εικόνα, όπου σε κάθε περίπτωση που ένας άντρας (σε όποιον από τους πιθανούς κοινωνικούς του ρόλους: σύζυγος, σύντροφος, εραστής, πατέρας, αδερφός, θείος μέχρι και... μαγαζάτορας) παρενοχλεί, κακοποιεί, βιάζει ή και δολοφονεί –κρυφά η φανερά– μια γυναίκα ή και κάθε άλλη θηλυκότητα και θηλυκή έκφραση, μια ολόκληρη κοινωνία –σε ιδιωτικά ή και δημόσια fora– έρχεται με έκπληξη να αναρωτηθεί σοκαρισμένη: «πώς έγινε το κακό», «πώς ένας άνθρωπος που δεν είχε δώσει ποτέ δικαιώματα έφτασε στο έγκλημα», «τι θόλωσε το μυαλό του», αν ήταν «έγκλημα τιμής» ή μήπως «έγκλημα πάθους», αν κάτι «τον προκάλεσε» από τη συμπεριφορά του θύματος...

 

Στο σημείο αυτό, είναι σημαντικό να καταλάβουμε ότι μ' αυτό τον τρόπο, με τη σχετικοποίηση του εγκλήματος, τη διάχυση της ευθύνης και την έμφυλη απενοχοποίηση του δράστη, το κοινωνικό σύνολο δεν προσπαθεί να κάνει τίποτε άλλο από το να εκλογικεύσει, να μεταθέσει ή ακόμη και να «πετάξει από επάνω του» την ευθύνη ενός ξεκάθαρα σεξιστικού εγκλήματος. Που ως τέτοιο, λόγω δηλαδή της έμφυλης διάστασής του και άρα της κοινωνικής νομιμοποίησής του, μας βαραίνει συλλογικά.

 

Και αν δεν μας βαραίνει η συμμετοχή στο έγκλημα, μας βαραίνει η ευθύνη τού να γίνουμε μέρος της αντιμετώπισής του. Πώς;


Καθώς ο φανατισμός, η μισαλλοδοξία, ο φόβος του διαφορετικού και η βία τείνουν να γίνουν μέρος μιας δυστοπικής κανονικότητας που δηλητηριάζει τους ανθρώπους, τις σχέσεις, την κοινωνία, την ίδια τη ζωή, είναι αναγκαίο τώρα, περισσότερο από ποτέ, να θυμηθούμε ότι, διαχρονικά, ανθρώπινες ποιότητες όπως η αποδοχή του άλλου, η κοινωνική συνοχή, η ειρηνική συνύπαρξη κοινοτήτων κι ανθρώπων, έχουν τη δυνατότητα να διαδραματίσουν έναν αντισταθμιστικό ρόλο. Προασπίζοντας τα θεμέλια της κοινής μας ζωής, της δημοκρατίας και της ελευθερίας.


Σε τούτους τους καιρούς, η «ουδετερότητα» και η «σιωπή» δεν είναι απλά πολυτέλεια, είναι –όπως λέγαμε και χρόνια πριν– συνενοχή. Αντιθέτως –όπως η πολύχρονη εμπειρία μας σε επιστημονικό, κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο έχει δείξει– η συνεργασία, η συμμετοχή και η εγρήγορση στην προάσπιση των θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων έχει λειτουργήσει ως ένα «ισχυρό αντίδοτο» στα παραπάνω εκφυλιστικά φαινόμενα.


Σήμερα, λοιπόν, και όχι αύριο, είναι επιτακτικά αναγκαία η συνάντηση και η σύμπραξη ενεργών και ευαίσθητων ανθρώπων, δημοκρατικών πολιτών, οργανώσεων και συλλογικοτήτων, αντρών γυναικών και ΛΟΑΤΚΙ ατόμων, ανθρώπων κάθε έμφυλης έκφρασης και ταυτότητας, στην κατεύθυνση δημιουργίας μιας πλατφόρμας, μιας Συμμαχίας προκειμένου να εργαστεί στην κατεύθυνση αυτή. Στην κριτική διερεύνηση και αποδόμηση της στερεοτυπικής και κατασκευασμένης αρρενωπότητας και θηλυκότητας. Στην κατεύθυνση της προσωπικής και κοινωνικής χειραφέτησης, αυτονομίας και ελευθερίας των προσώπων, η οποία θα δημιουργήσει τις απαραίτητες προϋποθέσεις για μια κοινωνία ειρηνικής συνύπαρξης και συνεργασίας.


Ο απώτερος σκοπός μιας τέτοιας προσπάθειας δεν μπορεί παρά να είναι η απελευθέρωση των ταυτοτήτων –και των ίδιων των ανθρώπων– από έμφυλους περιορισμούς και καταναγκασμούς που τους εγκλωβίζουν σε μηχανιστικά και εξουσιαστικά μοντέλα σχέσεων, οδηγώντας νομοτελειακά στη βία: προσωπική, σχεσιακή, οικογενειακή, κοινωνική, θεσμική, πολιτική, πολιτισμική. Και φυσικά, η αντιμετώπιση της ρίζας του προβλήματος: του σεξισμού, του μισογυνισμού και της τοξικής αρρενωπότητας στην καθημερινότητα μας, που είναι το πραγματικό υπόβαθρο της έμφυλης βίας. Και εν τέλει, η αποδόμηση της ίδιας της πατριαρχίας, που ελέγχει και εξουσιάζει αδιόρατα τις ζωές και τις συνειδήσεις όλων μας.


Κλείνουμε με δυο σκέψεις: αυτή η προσπάθεια είναι ένας αγώνας για χειραφέτηση, αυτοπροσδιορισμό, ελευθερία. Είναι ένας διαρκής αγώνας ενάντια στην εξουσία και τον έλεγχο της πατριαρχίας. Κι ο αγώνας ενάντια σ' αυτή τη σκοτεινή εξουσία είναι καταρχήν και αναγκαστικά αγώνας για την απελευθέρωση της γυναίκας και κάθε εν δυνάμει θηλυκής ταυτότητας και έκφρασης.

 

Η τοξική αρρενωπότητα, οι ηγεμονικές αρρενωπότητες και η αμφισβήτησή τους, καθώς και η προσπάθεια για αναδόμηση και επανανοηματοδότηση των έμφυλων ταυτοτήτων και εκφράσεων είναι κομβικής σημασίας για τον αγώνα αυτό. Και σ ' αυτόν τον αγώνα δεν περισσεύει κανένας, καμία και κανένα μας...