To περασμένο Σάββατο πέρασε στα ψιλά των ειδήσεων το γεγονός ότι πέθανε το 100ό θύμα της πύρινης καταστροφής στο Μάτι. Όσο και αν οι δημοσιογραφικές συμβάσεις της επικαιρότητας συνεπάγονται την υποβάθμιση ενός τέτοιου θέματος, η χαμηλή του αξιολόγηση παραμένει παράξενη. Όχι μόνο γιατί ο αριθμός είναι πια τραγικά μεγάλος και αφοπλιστικά «στρογγυλός». Όχι μόνο γιατί το θύμα ήταν ένας ηλικιωμένος παππούς που θυσιάστηκε για να ζήσουν τα εγγόνια του. Όχι μόνο γιατί ο θάνατος ενός ανθρώπου, μετά από 5 μήνες μάχης με τα εγκαύματα, θα πρέπει να μνημονεύεται με φρίκη και θαυμασμό.


Η υποτίμηση οποιουδήποτε θανάτου έχει να κάνει με τη φωτιά στο Μάτι, είναι δείγμα συναίνεσης σε όλους εκείνους τους αν-αρμόδιους που σχεδόν αυτοθαυμαζόμενοι υποστήριξαν ότι δεν γινόταν τίποτα για να αποφευχθεί το «κακό». Γιατί το κακό γι' αυτούς είναι η δική τους πολιτική ζημιά και όχι η καθεμιά ζωή που χάθηκε.

 

Η υποτίμηση οποιουδήποτε θανάτου έχει να κάνει με τη φωτιά στο Μάτι, είναι δείγμα συναίνεσης σε όλους εκείνους τους αν-αρμόδιους που σχεδόν αυτοθαυμαζόμενοι υποστήριξαν ότι δεν γινόταν τίποτα για να αποφευχθεί το «κακό». Γιατί το κακό γι' αυτούς είναι η δική τους πολιτική ζημιά και όχι η καθεμιά ζωή που χάθηκε.


Το μεγάλο γεγονός του 2018 στη χώρα μας, το μεγαλύτερο γεγονός της δεκαετίας, ίσως και της σύγχρονης εποχής, είναι το μαζικό θανατικό στο Μάτι. Από αυτό πρέπει να ξεκινά κάθε ενδοσκόπηση για τη σημερινή κατάσταση. Από αυτό πρέπει να ξεκινά κάθε αναστοχασμός για την επόμενη μέρα. Είναι το σημείο μηδέν της σκέψης. Είναι η σχεδόν παραδοχή του ελληνικού κράτους όχι ότι δεν μπορούσε να σώσει 100 ζωές (προφανώς και ήταν αδύνατο να μην υπάρξει κανένα θύμα), αλλά ότι δεν ενδιαφέρθηκε να σώσει έστω και μια. Είναι ο κυνικός τρόπος που η πολιτική εξουσία επιχείρησε να ενοχοποιήσει τα θύματα μιας καταστροφής, ονομάζοντάς τους σχεδόν συλλήβδην αυθαίρετους. Είναι ο τρόπος που τους άφησε πλήρως αβοήθητους να βγουν από τις φλόγες ή τα καυτά νερά της θάλασσας. Είναι ο απίστευτος τρόπος που επιφανή στελέχη της κυβέρνησης άμεσα εμπλεκόμενα με την καταστροφή σπάνε πλάκα με τους νεκρούς, κάνοντας αναγωγές στην πυρκαγιά της Καλιφόρνιας ή αναρτώντας στα social media κόλλυβα ως έμμεση κριτική στη δημοσιογραφία των fake news. Είναι ότι ο θάνατος στην Ελλάδα του 2018 έχει γίνει χωρατό και «επικοινωνία».

 

Η καταστροφή στο Μάτι συνδηλώνει με τον πιο δραματικό τρόπο το θάνατο της μεσαίας ελληνικής τάξης. Τους λόγους που αυτός ο θάνατος είναι για τη σημερινή πολιτική εξουσία είτε φυσικό επόμενο, είτε αναπότρεπτο ατύχημα, είτε και ευχή. Ο χώρος παραθερισμού και προσωρινής διασκέδασης ενός μεγάλου μέρους των μεσαίων –κατά βάση– στρωμάτων της πρωτεύουσας δεν αποτέλεσε ένα εύκολο αντικείμενο εξιδανίκευσης όπως συνέβη από το 2010 και ύστερα με διάφορα άλλα παραδείγματα: μετανάστες, αυτοκτονίες, παιδιά που πέφτουν κάτω από την πείνα, νεκρούς από το μαγκάλι κ.ά.

 
Ο μαζικός θάνατος που πολύ φαντασιώθηκαν ότι θα έρθει την περίοδο της κρίσης με ταξικό πρόσημο του παρελθόντος, ήρθε κάπως απροσδόκητος. Υπεύθυνο δεν ήταν το μνημόνιο (που έτσι κι αλλιώς πια δεν υπάρχει...), ένοχοι δεν ήταν οι συνήθεις εξωτερικοί εχθροί – αν και οι κυβερνώντες επιχείρησαν να συγκροτήσουν ένα σενάριο συνωμοσίας πιο ευφάνταστο και από ταινία του Σπίλμπεργκ, πιο κωμικοτραγικό από τον «στρατηγό άνεμο» του Βύρωνα Πολύδωρα το καλοκαίρι του 2007. Θύματα δεν ήταν οι συνήθεις μη προνομιούχοι, αλλά αυτοί οι «μεσαίοι» άνθρωποι σε οικονομικούς και αισθητικούς όρους που είχαν βρει ένα κοντινό παράδεισο. Είναι όλοι αυτοί –νέοι, γέροι και παιδιά– που με νύχια και με δόντια είχαν συντηρήσει ένα μικρό παράθυρο διαφυγής από την καθημερινότητα για να μπορούν να επιστρέφουν σε αυτή.

 

Η ανάγκη εναντίωσης σε αυτό το λόγο μηδενιστικού αφανισμού –σε αυτή τη σιωπηρή ρητορική του μίσους– για τους νεκρούς στο Μάτι, επιτάσσει να μην ξεχαστεί ούτε ένας, ούτε μια από αυτούς. Φωτο: Eurokinissi/ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΣ ΘΑΝΑΣΗΣ
Η ανάγκη εναντίωσης σε αυτό το λόγο μηδενιστικού αφανισμού –σε αυτή τη σιωπηρή ρητορική του μίσους– για τους νεκρούς στο Μάτι, επιτάσσει να μην ξεχαστεί ούτε ένας, ούτε μια από αυτούς. Φωτο: Eurokinissi/ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΣ ΘΑΝΑΣΗΣ


Οι 100 νεκροί στο Μάτι (αλλά και οι τραυματίες) δεν υπήρξαν σημαντικοί για όλους εκείνους που ψάχνουν ήρωες πολέμου, κακομοιριάς, κατατρεγμού. Για τον εξουσιαστικό λόγο που κυβερνά ακόμη και σήμερα δεν ήταν άνθρωποι της «φτωχοποίησης» αλλά της «αλλοτρίωσης». Αποτέλεσμα της «πλαστής» ευημερίας της μεταπολίτευσης. Αποτέλεσμα της πλάνης του τι θα πει ζωή, ωραίο, αλλαγή. Ήταν άνθρωποι που δεν άξιζαν ειδοποίησης για να σωθούν, γιατί δεν ήθελαν να σωθούν πραγματικά, ήταν ήδη χαμένοι στον ψεύτικο τρόπο ζωής τους που θα διαφύλατταν με κάθε τρόπο. Η λατρεία τους για την (αυθαίρετη) ιδιοκτησία (αυτό το κακό εργαλείο του ατομικισμού) είναι εν τέλει αυτό που τους κατέστρεψε.


Η ανάγκη εναντίωσης σε αυτό τον λόγο μηδενιστικού αφανισμού –σε αυτή τη σιωπηρή ρητορική του μίσους– για τους νεκρούς στο Μάτι, επιτάσσει να μην ξεχαστεί ούτε ένας, ούτε μια από αυτούς. Πέρα από την απόδοση συγκεκριμένων ποινικών ευθυνών, πέρα από την πλήρη κατανόηση του γεγονότος σε επιχειρησιακούς αλλά και κλιματολογικούς όρους, είμαστε υποχρεωμένοι να μνημονεύουμε και να ακούμε την ιστορία καθενός θύματος ξεχωριστά.

 

Το ντοκιμαντέρ του Τάσου Τέλλογλου «Επιζώντες» έδειξε το παράδειγμα. Έδειξε –εκτός των άλλων συγκλονιστικών– το πόσο νηφάλια μπορεί να είναι η περιγραφή μιας τραγωδίας από τα ίδια τα θύματα, πόσο συγκινητικά ψύχραιμος μπορεί να είναι ο ανθρώπινος θρήνος. Πόσο πολύ δεν πρέπει να ξεχαστούν οι συγκεκριμένοι 100 κανονικοί θάνατοι. Οι δικοί μας άνθρωποι.