Χωρίς καμία διάθεση ειρωνείας συμπάσχουμε με την κα Ζωή Λιβανίου που της έβαλαν αέρα αντί για καύσιμα. Χορτάσαμε όμως από διαπιστώσεις και τη γκρίνια αυτών που κανονικά θα έπρεπε να κυβερνούν. Ας μας μιλήσουν όταν θα έχουν λύσει το πρόβλημα
Χωρίς καμία διάθεση ειρωνείας συμπάσχουμε με την κα Ζωή Λιβανίου που της έβαλαν αέρα αντί για καύσιμα. Χορτάσαμε όμως από διαπιστώσεις και τη γκρίνια αυτών που κανονικά θα έπρεπε να κυβερνούν. Ας μας μιλήσουν όταν θα έχουν λύσει το πρόβλημα

 

 Όταν ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν ένα μικρό, ελπιδοφόρο κόμμα διαμαρτυρίας, η πολυφωνία του ήταν έως και συμπαθητική. Και έτσι άλλωστε ανέβηκε στην εξουσία: είχε κάτι για όλους. Ένας έλεγε πως θα μείνουμε για πάντα στο ευρώ και έτσι κέρδιζε τους φιλοευρωπαϊστές, ένας άλλος ότι το νόμισμα δεν είναι ταμπού και κέρδιζε τους δραχμιστές, ένας τρίτος έταζε το άλφα, ένας τέταρτος έταζε το αντίθετο του άλφα και οι ψηφοφόροι έκλειναν τα μάτια σε όσα δεν τους άρεσαν και επέλεγαν να πιστέψουν αυτά που τους συνέφεραν.

 

Τώρα όμως, μετά από σχεδόν 20 μήνες διακυβέρνησης, τα κορυφαία στελέχη συνεχίζουν να φέρονται σαν σχολιαστές της επικαιρότητας, ο καθένας με την άποψή του. Διαπιστώνουν τα προβλήματα και μας τα λένε, λες και φταίμε εμείς που δε λύνονται.

 

«Έχουμε βάρβαρο και άδικο φορολογικό σύστημα»διαπίστωσε σήμερα ο αν. Υπουργός Οικονομικών, Τρύφων Αλεξιάδης. «Δεν το υπερασπιζόμαστε» συμπλήρωσε. Το έφεραν οι ίδιοι, το υπερψήφισαν και το εφαρμόζουν, αλλά δεν το υπερασπίζονται και το βρίσκουν βάρβαρο. Κλασικά, στα λόγια καταδικάζει στην πράξη εφαρμόζει.

 

Χτες ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του ΣΥΡΙΖΑ Χρήστος Μαντάς παραδέχτηκε ότι ήταν μεγάλη ήττα της κυβέρνησης η απώλεια του ΕΚΑΣ (ενώ οι ίδιοι όταν το έκοβαν έλεγαν ότι ήταν άδικο και ορθώς κόπηκε), αλλά φυσικά δεν είπε τι θα κάνει πρακτικά για να το επαναφέρει άμεσα.

 

Ο δε Γ. Κυρίτσης, λες και δεν είναι στην κυβέρνηση αλλά ακόμη δημοσιογραφεί στην Αυγή, διαπίστωσε (κατά σύμπτωση στην Αυγή) πως «Χιλιάδες κτίρια είναι καταπατημένα, και από την Εκκλησία ακόμη», χωρίς φυσικά να δώσει μια λύση – έκανε μια απλή διαπίστωση. Ας διώξει την Εκκλησία απ' τις καταλήψεις για να βάλει πρόσφυγες, και θα τον παραδεχτώ.

 

 

Σήμερα, η βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ Ζωή Λιβανίου που διαπίστωσε πως την έκλεψαν σε βενζινάδικο βάζοντάς της αέρα αντί για καύσιμα, βγήκε στην Αυγή και κατήγγειλε το περιστατικό. Φυσικά και την πιστεύουμε και συμπάσχουμε, όμως τι να της κάνουμε εμείς; Αντί να κάνει είδηση το δικό της θέμα (που έχει συμβεί σε χιλιάδες «ανώνυμους» και ανίσχυρους) καλύτερα να φρόντιζε να εξαλειφθούν πρακτικά η αισχροκέρδεια και οι απάτες στα βενζινάδικα, που συνεχίζουν ακάθεκτα, παρά την επικείμενη νομοθέτηση αυστηρότερων ποινών. Χωρίς καμία διάθεση ειρωνείας συμπάσχουμε με την κα Λιβανίου, χορτάσαμε όμως από διαπιστώσεις και τη γκρίνια αυτών που κανονικά θα έπρεπε να κυβερνούν. Ας μας μιλήσουν όταν θα έχουν λύσει το πρόβλημα, αντί να διαφημίζουν συνέχεια τις λύσεις.

 

Ως αγανακτισμένοι πολίτες ή δαιμόνιοι «ρεπόρτερ» που εντοπίζουν τα κακώς κείμενα με πείθουν. Ως κυβερνήτες, όχι τόσο. Περιέργως πείθουν τους οπαδούς τους, επειδή χρησιμοποιούν λέξεις όπως «αναγκαστικά» και «δυστυχώς». Κλαίγοντας ή κάνοντας ότι κλαίγοντας, δείχνοντας συντετριμμένοι –αλλά χωρίς ποτέ να αναλαμβάνουν κάποια πρακτική ευθύνη και χωρίς να παραιτούνται, γκρινιάζουν πρώτοι για την πολιτική τους, για να μην προλάβουμε να γκρινιάξουμε εμείς.

 

Από κεκτημένη ταχύτητα συνεχίζουν να φέρονται με μια αγωνιστικότητα, έστω και κωμικοτραγικά ευνουχισμένη (επί άλλων κυβερνήσεων δεν θα πλήρωναν διόδια, ΕΝΦΙΑ, θα έκλειναν δρόμους και πάει λέγοντας).

 

Εξουδετερώνουν και ακυρώνουν τα παράπονα των ψηφοφόρων τους πριν καν προλάβουν αυτά να εκδηλωθούν, σαν αυτούς που πχ. νιώθουν ότι πάχυναν και λένε πρώτοι αυτοί «έχω γίνει χάλια, σα φάλαινα» ώστε να τους παρηγορήσεις και να τους πεις «όχι μωρέ, μια χαρά είσαι».  

 

Από κεκτημένη ταχύτητα συνεχίζουν να φέρονται με μια αγωνιστικότητα, έστω και κωμικοτραγικά ευνουχισμένη (επί άλλων κυβερνήσεων δεν θα πλήρωναν διόδια, ΕΝΦΙΑ, θα έκλειναν δρόμους και πάει λέγοντας). Η ειλικρίνειά τους και το αυτομαστίγωμά τους εκτιμούνται, και είναι μια ευχάριστη αλλαγή από τους προηγούμενους. Το αποτέλεσμα όμως δεν αλλάζει: οι κυβερνητικοί γκρινιάζουν για το πώς κυβερνούν, αλλά συνεχίζουν να κάνουν τα ίδια με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Το «τουλάχιστον αυτοί στεναχωριούνται» ή το «ψηφίζω παρότι διαφωνώ» είναι πια άνευ ουσίας όταν δε συνοδεύονται από λύσεις.

 

Η συνεχής γκρίνια και η δυνατή αντιπολίτευση ήταν το φόρτε του ΣΥΡΙΖΑ όσο ήταν μικρό κόμμα. Όμως η επιμονή του να αντιπολιτεύεται όποιον βρει μπροστά του αντί να κυβερνά (ίσως γιατί μόνο αυτό έχει μάθει) καταντάει ανέκδοτο.

 

Ειδικά όταν -λόγω εθισμού στις δικαιολογίες και την άρνηση- αντιπολιτεύεται τον ίδιο του τον εαυτό.