Με τέτοιον πατέρα, τρεις δρόμους είχε μπροστά του ο νεαρός Πίτερ: να ξεχάσει εντελώς το θέμα σινεμά, να ακολουθήσει ένα ορθόδοξο, χολιγουντιανό μονοπάτι, ή να αντιδράσει με σθένος. Όπως και στην περίπτωση της κατά τρία χρόνια μεγαλύτερης αδελφής του, Τζέϊν, η υποκριτική ήταν μονόδρομος. Όσο για τις επιλογές του, και πάλι όπως η πρωταγωνίστρια του Klute και του Γυρισμού, έπρεπε να δοκιμαστεί σε ρόλους αντίστοιχους με το όμορφο και γλυκό παρουσιαστικό του, ώσπου να βρει τον εαυτό του και τον κατάλληλο τρόπο να εκφραστεί.

 

Ο Χένρι Φόντα δεν ήταν μόνο ένας θρύλος του παλιού Χόλιγουντ, ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της χρυσής εποχής του, αλλά αυταρχικός πατέρας και μάλλον βίαιος άνθρωπος. Η σύζύγος και μητέρα της Τζέιν και του Πίτερ, Φράνσις Φορντ Μπρόκαου, κατέληξε σε ψυχιατρική κλινική, όπου και αυτοκτόνησε, όταν ο Πίτερ ήταν 10 ετών- έμαθε την πλήρη αλήθεια στα 15 του. Η Τζέϊν κατανόησε την ισοπεδωτική επιρροή του αρκετές δεκαετίες και πολλούς γάμους αργότερα, όταν, κάνοντας τον αυτο-απολογισμό της, έκρινε πως ανέκαθεν προσπαθούσε να βγει από τη σκιά του ανδρικού προτύπου που εκείνος επέβαλλε. Για τον Πίτερ, το πατρικό ζήτημα λύθηκε απλούστερα, με τον ήχο ενός όπλου: Κατά λάθος, πυροβόλησε το στομάχι του στα 11 του χρόνια και του πήρε μήνες να αναρρώσει. Συνεπώς, πόσο μεγαλύτερη τρομάρα να πάρει στη ζωή του από τον παρολίγο θανάσιμο αυτοτραυματισμό…

 

Με τον Νίκολσον συμπρωταγωνιστή, δημιούργησε μαζί με τον Ντένις Χόπερ και τον Τέρι Σάδερν τον Ξένοιαστο Καβαλάρη, χρονικό "ταμάμ" του χιπισμού και της ελευθερίας, ένα road movie προς άγραν της πνευματικής αλήθειας και της κατάργησης της αστικής υποκρισίας.

 

Μετά από μερικές χλιαρά επιτυχημένες απόπειρες στο θέατρο και την τηλεόραση, γλύστρησε ομαλά προς τον αντικομφορμισμό. Έκανε παρέα με τους Byrds, τραγούδι με τον Ντόνοβαν, LSD και με τους τέσσερεις Beatles, και λάμβανε μέρος σε διαδηλώσεις στη λεωφόρο Sunset. Ελέω Ρότζερ Κόρμαν, εξελίχθηκε σε εμβληματική φιγούρα της καλιφορνέζικης δυσφορίας προς το παλιό status quo, με τις μεγάλες επιτυχίες δύο μικρών ταινιών στα τέλη των 60ς, του Hell’s Angels και του The Trip, όπου γνώρισε και τον  κολλητό του, τον Τζακ Νίκολσον.

 

Με τον Νίκολσον συμπρωταγωνιστή, δημιούργησε μαζί με τον Ντένις Χόπερ και τον Τέρι Σάδερν τον Ξένοιαστο Καβαλάρη, χρονικό “ταμάμ” του χιπισμού και της ελευθερίας, ένα road movie προς άγραν της πνευματικής αλήθειας και της κατάργησης της αστικής υποκρισίας. Η ταινία έκανε θριαμβευτική πρεμιέρα στις Κάννες, βγήκε στις αίθουσες τον Ιούλιο του 1969, κούμπωσε μοναδικά με τη γενιά του Γούντστοκ, έσκισε στα ταμεία, έφερε υποψηφιότητα για Όσκαρ σεναρίου και χάρισε στον Φόντα ένα ρόλο ζωής, τον Captain America.

 

Αντίθετα από την νευρική πολυπραγμοσύνη της Τζέϊν, ο Πίτερ κληρονόμησε το αργό, γεμάτο αυτοπεποίθηση στιλ του πατέρα του. Την αιχμηρή εκφορά και το εκρηκτικό βλέμμα που του έλειπαν, τα αντικατέστησε με μια κερδισμένη, λίγο “καμμένη” από τα 60ς, σοφία, που υπογράμμισαν οι φίλοι του στους τηλεγραφικούς επικηδείους που ακολούθησαν τα νέα του θανάτου του.
Αντίθετα από την νευρική πολυπραγμοσύνη της Τζέϊν, ο Πίτερ κληρονόμησε το αργό, γεμάτο αυτοπεποίθηση στιλ του πατέρα του. Την αιχμηρή εκφορά και το εκρηκτικό βλέμμα που του έλειπαν, τα αντικατέστησε με μια κερδισμένη, λίγο “καμμένη” από τα 60ς, σοφία, που υπογράμμισαν οι φίλοι του στους τηλεγραφικούς επικηδείους που ακολούθησαν τα νέα του θανάτου του.

 

Ο μπαμπάς δεν ενέκρινε τον Easy Rider γιό με τη μπαντάνα, τα ψυχοτροπικά και τη Harley, αλλά πάλι, κανείς δεν τον ρώτησε. Σα να ήθελε, υποσυνείδητα φαντάζομαι, να απαντήσει στον Χένρι, το επόμενο βήμα του Πίτερ, μόλις εξασφάλισε τη χρηματοδότηση ενός μεγάλου studio ( της Universal), ήταν να σκηνοθετήσει και να πρωταγωνιστήσει σε ένα γουέστερν, εναλλακτικό και χαμηλόφωνο, στον αντίποδα εκείνων που έκαναν διάσημο τον πατέρα του. Το Hired Hand πέρασε σχετικά απαρατήρητο στην εποχή του, το 1971, αλλά παραμένει, μακράν, ότι καλύτερο έχει υπογράψει ο ίδιος, ένας στοχασμός πάνω στην ατομική ευθύνη σε ταραγμένους καιρούς, φωτογραφημένο ποιητικά από τον πρωτάρη τότε, Βίλμος Ζίγκμοντ.

 

Αντίθετα από την νευρική πολυπραγμοσύνη της Τζέϊν, ο Πίτερ κληρονόμησε το αργό, γεμάτο αυτοπεποίθηση στιλ του πατέρα του. Την αιχμηρή εκφορά και το εκρηκτικό βλέμμα που του έλειπαν, τα αντικατέστησε με μια κερδισμένη, λίγο “καμμένη” από τα 60ς, σοφία, που υπογράμμισαν οι φίλοι του στους τηλεγραφικούς επικηδείους που ακολούθησαν τα νέα του θανάτου του. Όλος ο Πίτερ Φόντα μπροστά στο φακό, ο ευγενικός και γλυκύς άνθρωπος που η κόρη του Μρίτζετ, είχε κάποτε εξάρει για τον ελεύθερο τρόπο με τον οποίο τη μεγάλωσε, συνοψίζεται στο Ulee’s Gold, ένα μινόρε διαμαντάκι, όπου υποδύεται τον στωικό μελισσοκόμο, που προσπαθεί να σώσει τον γιό και την εγγονή του.

 

Ειρωνικά, ήταν το μόνο Όσκαρ που διεκδίκησε με αξιώσεις (είχε ήδη βραβευθεί με Χρυσή Σφαίρα), αλλά το 1998 ήταν και πάλι η χρονιά του Τζακ Νίκολσον, για το Καλύτερα δεν Γίνεται. Στο μεταξύ, έπαιξε σε πολλές τηλεοπτικές σειρές και σε ένα σωρό ταινίες, ανάμεσα σε αυτές και το Wanda Nevada, το 1979, σε σκηνοθεσία του ίδιου, τη μοναδική φορά που μοιράστηκε την οθόνη με τον πατέρα του.