Τη θυμάμαι σε κάποιο café του Ψυχικού, να καθόμαστε πλάι πλάι στο αυτοκίνητό της και να ανοίγω το πορτάκι στη θέση του συνοδηγού: Τσαϊκόφσκι, Χατζηνάσιος, Χατζιδάκις, Μάκης Χριστοδουλόπουλος, Ζαφείρης Μελάς, Ραχμάνινοφ, μία σπάνια ηχογράφηση του Χόροβιτς, τα best of του Στράτου Διονυσίου. Όλα μαζί, ανακατεμένα, υλικά για έναν εύπλαστο εγκέφαλο, συστατικά μίας ροκ προσωπικότητας. Αυτό που ήταν κι εκείνη: «Ροκ είναι η αντίθεση του νορμάλ. Αν είχα ποτέ ένα όνειρο στη ζωή μου ήταν να γίνω νορμάλ», μου είχε πει. «Σχεδόν το έχω, είμαι πολύ κοντά πια. Δυστυχώς, όμως, γεννήθηκα abnormal. Αλλά -ευτυχώς- στη μουσική, δεν είμαι μόνο εγώ η μουρλή. Πολλές φορές, έχει τύχει να δω τους ίδιους που πήγαν σε μία εμφάνιση της Καμεράτα στο Μέγαρο, να πετάνε το βράδυ λουλούδια στην Πέγκυ Ζήνα. Στο σπίτι ακούω τα "Ζουζούνια" -αυτόν τον "Μπαρμπά Μαθιό" απέξω τον έχω μάθει- αλλά ακούμε με το παιδί μου και συναυλιακά. Και το "Δικό μου το δρόμο" του Τερζή, και λίγο από "Τα στέφανα" του θεού Χριστοδουλόπουλου. Ζω ένα δράμα! Μήπως μεγαλώνω ένα τέρας;».

 

Η Ρίκα γελούσε πάντα πηγαία, έκανε σοβαρές κουβέντες με αστείο τρόπο και το αντίστροφο. Ευφυής – κι ας μην το παραδεχόταν ποτέ. Κουβέντες δικές της: «Ποτέ δεν χρειαζόμουνα πολλά για να γίνω ευτυχισμένη. Το 'χα! Δεν χρειαζόταν να κερδίσω την τάδε δουλειά, να αγαπήσω τον τάδε άντρα, ή να πάρω κάποιο συγκεκριμένο ρόλο για να είμαι καλά. Ευτυχισμένη γίνομαι με το πρωινό ξύπνημα, με το ότι ξεκινάει μία καινούργια μέρα. Δεν έχω καλύτερο από τον καφέ μου το πρωί. Σαν βλαμμένο είμαι».

 

― Από τι θα προτιμούσατε να πεθάνετε;
― Από τα γέλια.


Οι κουβέντες με τη Ρίκα ήταν πάντα σαν «μικρές αταξίες» (δική της έκφραση), μερικές μη politically correct συνεντεύξεις που είχαμε κάνει μαζί, «μικρές αλητείες». «Στην προϊστορική εποχή που εγώ υπήρξα έφηβη, "αλητεία" ήταν να τελειώσει η ταινία που έβλεπα στο σινεμά και να δω καπάκι και την μεταμεσονύχτια χωρίς να ειδοποιήσω το σπίτι μου. Αλητεία ήταν επίσης να μην πάω στο μάθημα την πρώτη ώρα για να κάνω ένα τσιγάρο στο πάρκο. Εννοείται ότι έχω φάει πολύ ξύλο σε διαδηλώσεις, τις οποίες -φυσικά- αποκαλούσα στους γονείς μου "πτώση από ποδήλατο". Έτσι δικαιολογούσα τα γδαρσίματα στο σώμα μου, τις πληγές. Δεν υφίσταται η ερώτηση "σε τι είδους διαδηλώσεις πήγαινα". Είναι σαν να με ρωτάς "σε τι club πήγαινες, Ρίκα;". Πήγαινα σε όλες! Μεγάλωσα σε μία ιδιαίτερα πολιτικοποιημένη δεκαετία. Ούφο ήσουνα όταν δεν σε αφορούσε αυτή η κατάσταση, όταν ήσουν κλεισμένος σε ένα καβούκι και δεν σε ένοιαζαν τα "κοσμοϊστορικά γεγονότα". Aν και, καμιά φορά, μου το έλεγε η μάνα μου: "Κοριτσάκι μου, είναι δυνατόν να χαλάς το λαρυγγάκι σου για τη Νικαράγουα;"».

 

H Ρίκα σπούδασε ηθοποιός,εργάστηκε για 7 χρόνια, με παραστάσεις στο Εθνικό, στο Ηρώδειο, στο Θεσσαλικό Θέατρο, σε κρατικά και ιδιωτικά επιχορηγούμενα θέατρα, ενώ παράλληλα έκανε μεταφράσεις, έγραφε κείμενα σε περιοδικά και εφημερίδες – έκανε οποιαδήποτε δουλειά μπορούσε να της αποφέρει ένα καλό εισόδημα: Από υποτιτλισμούς σε ταινίες μέχρι δημόσιες σχέσεις μεγάλων εταιριών. Απ' τα 18 της συντηρείται μόνη της, ποτέ δεν ήθελε να εξαρτιέται οικονομικά από την οικογένειά της – ενώ θα μπορούσε. Έτσι αντιλαμβανόταν, η Ρίκα, την ανεξαρτησία: Σαν το πρώτο βήμα προσωπικής ελευθερίας. «Ήμουνα η πιο πλούσια φοιτήτρια. Η πιο πλούσια! Τους κερνούσα όλους απ' τις δουλειές μου. Κι είναι πολύ ωραίο συναίσθημα να στέκεσαι από νωρίς στα πόδια σου οικονομικά. Κάναμε, θυμάμαι, πρόβες στο Εθνικό Θέατρο. Πήγαινα στο φουαγιέ για να πιω καμιά βανίλια, να λουφάρω. Σπανίως, συναντούσα εκεί μία κοπέλα από άλλο χορό, πιάναμε την κουβέντα και της γκρίνιαζα για τα λεφτά – ότι είναι λίγα, ότι κοπιάζουμε τόσο πολύ και δεν αμειβόμαστε όσο θα 'πρεπε, ότι δεν άντεχα αυτή τη μιζέρια. Εκείνη μου έλεγε: "Μόνο αυτό θέλω στη ζωή μου! Να δουλεύω στο θέατρο κι ας μην έχω να φάω". Αυτό το κοριτσάκι λεγόταν Καρυοφυλλιά Καραμπέτη. Να η διαφορά μας! Εγώ ήμουνα -από τότε- αλλού. Σαν ηθοποιός ήμουνα χάλια. Χάλια!».

 


Από 17 ετών ήταν το «παιδί για όλες τις δουλειές» δίπλα στην Κατερίνα Δασκαλάκη, διευθύντρια του «Cosmopolitan», και «μέντορά της», όπως μου την είχε χαρακτηρίσει συχνά. Αρχικά μαθητευόμενη στο «Cosmopolitan», μετά συντάκτρια και ύστερα διευθύντριά του (από τα 26 της χρόνια), συντάκτρια επίσης στο -καινούργιο τότε- «Ένα», στο περιοδικό «Colt», στο «Symbol» (που λάτρευε για την αισθητική του), ραδιόφωνο στο «Κανάλι 1», στον «Αθήνα 9,84», στον «Top Fm», στον «Kiss», 12 χρόνια συντάκτρια στην «Απογευματινή» και μετά στο «Έθνος» με καθημερινή στήλη. Πρώτη συνέντευξη, είχε θυμηθεί κάποια στιγμή, στο «Cosmopolitan» – από τη Μάρω Λεονάρδου, 15 χρόνων τότε η Μάρω, νέα μπαλαρίνα. Η Ρίκα ήταν 18. «Η δημοσιογραφία μου αρέσει γιατί δεν θα άντεχα ποτέ το αυστηρό ωράριο και την επανάληψη των ίδιων πραγμάτων, είναι απρόβλεπτη και σπάνια πλήττεις σ' αυτήν», μου είχε πει σε μία από τις συναντήσεις μας. «Στη δημοσιογραφία είσαι συνέχεια σε εγρήγορση για όλα, αλλά έχει και το τίμημά της: Την ανασφάλεια. Έχεις και πολλές εκπλήξεις σ' αυτή η δουλειά, όχι κατ' ανάγκη ευχάριστες. Μια φορά, θυμάμαι, ένας πολύ γνωστός Έλληνας μου είπε σε συνέντευξη ότι του αρέσουν τα αγόρια. Εγώ προσπάθησα να το ξεπεράσω και μου λέει: "Όχι, δεν κατάλαβες. Τα ανήλικα αγόρια μου αρέσουν!". Έφυγε όλο το αίμα από το πρόσωπό μου. Πάγωσα! Ευτυχώς που η εκπομπή ήταν μαγνητοσκοπημένη και -φυσικά- η συνέντευξη κόπηκε στο μοντάζ, ενώ φρόντισα και γι' αυτόν... Άσε. Εννοείται ότι με είχαν στα όπα όπα στη δουλειά, λόγω του Γιάννη Διακογιάννη. Και ακόμα με έχουν. Αλλά δεν είμαι αθλητικογράφος για να κουβαλάω στους ώμους μου το "βάρος του ονόματος". Κάνουμε διαφορετικές δουλειές. Απ' την άλλη, είμαι και φυσικό παιδί του πατέρα μου, του Οδυσσέα του Ζούλα, με εξίσου βαρύ όνομα στη δημοσιογραφία. Ποτέ όμως δεν είχα ενοχές γι' αυτό που είχα ως προίκα . Το μόνο που είχα στο νου μου ήταν να μην τους ξεφτιλίσω. Ήμουνα λίγο τρελή, αλλά είχα και φιλότιμο. Δεν ήθελα να είμαι σε μία δουλειά και να λένε ότι εδώ έχουμε την κόρη του τάδε ή την ανιψιά του δείνα. Γκάζωνα παραπάνω. Τα παιδικά χρόνια δε, με τρεις γονείς, ήταν παράδεισος! Όταν χώρισαν οι γονείς μου ήταν νέοι, ιδιαίτερα προοδευτικοί άνθρωποι, ταξιδεμένοι, άνετοι, παιδιά της δεκαετίας του '60. Άνθρωποι που θα ευχόταν κάθε παιδί να τους έχει δίπλα του. Δεν τραβούσαν κανένα ζόρι επειδή έκαναν ένα παιδί, και όταν αυτό έγινε δύο ετών πήραν διαζύγιο. Οι μεταβάσεις όλες έγιναν πολύ γλυκά. Μεγάλωσα με πολλή αγάπη, με πολύ χιούμορ, με πολλή τρυφερότητα. Όλα στο "πολύ" τους».


Και κουβέντες για την τηλεοπτική πραγματικότητα – κι αυτές έξω από τα «πλαίσια» που ίσως όριζε το «φαίνεσθαι» ενός δήθεν κόσμου που η ίδια αποστρεφόταν. «Ξέρεις, στενοχωριέμαι πολύ μ' αυτά τα παιδιά που πάνε στην Πάνια», μου είχε αναφέρει. «Καταλαβαίνω βέβαια πως αυτά είναι ευτυχισμένα, αλλά εγώ στενοχωριέμαι... Δεν είναι ότι διαφωνώ με τέτοιες εκπομπές, αυτά τα "διαφωνώ" και τα "ανεπίτρεπτα" που λένε κάποιοι, είναι βλακείες! Άμα δεν μας αρέσει κάτι, δεν το βλέπουμε! Τα πράγματα είναι πολύ απλά, και δεν μου αρέσουν οι απαγορεύσεις. Ποτέ δεν μου άρεσαν! Θέλω να έχουμε την πολυτέλεια να βλέπουμε ό,τι γουστάρουμε. Αν έπρεπε να παρέμβει κάπου το ΕΣΡ θα έπρεπε να το είχε κάνει στο να μάθουν τα παιδιά γλώσσα, ιστορία, μουσική και τι γίνεται γύρω τους, έτσι ώστε όταν ωριμάσουν κάποια στιγμή να μπορούν να χειρίζονται το τηλεχειριστήριο, να μπορούν να επιλέγουν, και να αναγνωρίζουν ποια είναι η πλάκα, ποιο το αστείο, ποιο το σοβαρό».


Μου μιλούσε πάντα και για τον Οδυσσέα, το γιο της, αν και δεν το 'κανε συχνά -για έναν ανεξήγητο λόγο με έλεγε «βιογράφο» της, στα e-mails που ανταλλάσσαμε πολλές φορές, ιδιαίτερα τότε που είχε πάει στην Αυστραλία για κάποιους μήνες, τότε που ο σύζυγός της πήρε εκπαιδευτική άδεια από το Πανεπιστήμιο της Αθήνας για να ολοκληρώσει κάποιες έρευνες στο αντικείμενό του, την ψυχιατρική, σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο της Δυτικής Αυστραλίας. Ξέρω επίσης πως για μένα είχε έρθει την πρώτη φορά καλεσμένη στην εκπομπή της Ελένης Μενεγάκη, γιατί μας θεωρούσε «δικούς της ανθρώπους», γιατί λάτρευε την Ελένη «που είναι ένα έγκλημα», αλλά και για τα τσιφτετέλια που αγαπούσε να ακούει από τον dj του πλατό κι ας της αρκούσε να χτυπάει απλά το πόδι της πάνω κάτω, αφού δεν ήξερε να τα χορεύει. Ακόμη και τότε, όμως, πρώτη της κουβέντα ήταν πάντα ο γιος της: «Με το παιδί μου άλλαξε ο τρόπος που διαχειρίζομαι τα οικονομικά μου, μ' έχει κάνει πιο "τσιγκούνα". Επίσης, ενώ παλιά μου άρεσε το ξενύχτι, το σούρσιμο, το να μην έχεις πρόγραμμα καθόλου, τώρα θα πρέπει να αξίζει πολύ τον κόπο για να ξενυχτίσω ή να σέρνομαι ματαίως σε μέρη με χαλασμένες μούρες που ο ένας κοιτάει τι ρούχα φοράει ο άλλος. Ο Οδυσσέας με έκανε να μην σπαταλώ το χρόνο μου! Πάντα ήθελα να κάνω παιδί. Ένα. Δεν θέλω άλλο, ένα παιδί μου είναι αρκετό, ένας και καλός. Δεν άλλαξε τίποτα στην κοσμοθεωρία μου το παιδί, το μόνο που θέλω είναι να έχω πάντα επαφή με την πραγματικότητά, για να μην ζητάω από το παιδί μου ανεφάρμοστα πράγματα. Και, όχι, δεν κάνω όνειρα για το παιδί μου, το παιδί μου θέλω να γίνει μπασίστας. Δεν μου αρέσουν οι μπροστά, θέλω να είναι η κρυφή δύναμη. Κλαίω και μόνο που το σκέφτομαι τώρα. Τι επιστήμονας και δημοσιογράφος; Να είναι σοβαρός και μπασίστας».

 

Όσο ζούσε στην Αυστραλία,μου έγραφε επίσης για τα καγκουρό που κυκλοφορούσαν στους δρόμους «ο θεός να σε φυλάξεις αν τρακάρεις με καγκουρό-μοσχάρι – νικάει το καγκουρό, όχι το αυτοκίνητο», αλλά και για τα Χριστούγεννά της εκεί: «Κολύμπησα τα Χριστούγεννα με τον Άγιο Βασίλη: Είναι παράδοση να βγάζεις τα Χριστούγεννα στην παραλία, με βουτιές, τοπικό κρασί και σαντουϊτσάκια, στην άμμο, ντυμένος Ρούντολφ με μαγιό ή χριστουγεννιάτικο δέντρο». Μου έκανε ηλεκτρονικά σχήματα με φατσούλες και συνέχιζε – το αντιγράφω, όπως ακριβώς μου το είχε αποστείλει: «Εδώ, στο Περθ, με θεωρούν ακαμάτρα και υπναρού που σηκώνομαι τόσο αργά – στις έξι το πρωί είναι ήδη όλοι στο δρόμο, τρώνε πρωινά, πλακώνονται στα τζόκινγκ, στα σέρφ, στα μπρέκφαστ, τα καφενεία, τα εστιατόρια, οι δρόμοι, είναι γεμάτα! Εγώ φροντίζω σπίτι, παιδί, νηπιαγωγείο, κι από τις έξι το απόγευμα, μαζευόμαστε στο σπίτι – όπως όλες οι οικογένειες εδώ. Ύπνος κατά τις δέκα -για τους άλλους-, κατά τη μία για το δικό μας σπίτι – είμαστε το μόνο φως στη γειτονιά ανοιχτό μετά τις έντεκα, θα μας βρεις εύκολα μέσω δορυφόρου!». Σε ένα άλλο της e-mail, εκείνη την περίοδο, μου είχε γράψει αυτό: «Αντιπαθώ τις κλάψες! Αν ρωτάς, ναι, ζορίστηκα στην αρχή, στο Περθ. Πολύ. Όμως, κάθε μέρα, έκανα ή μάθαινα κάτι καινούριο, που με απέκοψε από τις ευκολίες μου – τις παλιές, οικείες συνήθειές μου. Πήρε λίγες στροφές ακόμα το μυαλό μου, εκεί που είχα συνηθίσει στα ίδια πρόσωπα, τα ίδια δεδομένα. Έμαθα να κολυμπάω στον ωκεανό, εκεί που δεν βουτούσα ούτε το δαχτυλάκι μου. Να μη φοβάμαι τα κύματα, να τα αφήνω με εμπιστοσύνη να με παίρνουν ή να βουτάω από κάτω. Αν ήμουν νεότερη θα προσπαθούσα και για σέρφ αλλά, άσε, μην αφήσουμε και κανένα γοφό...».

 

Γελούσε πολύ η Ρίκα. Αλλά πάντα γυρνάγαμε τις κουβέντες μας στις μελαγχολίες – αυτές που υπέθετα πως -αυτό το ευφυές πλάσμα- είχε ζήσει. «Ναι. Υπήρξα πολύ μελαγχολικό παιδί, πολύ σκεπτικό. Ο πατέρας μου, μου έλεγε "κοριτσάκι έκανα, τραγούδησέ μου λίγο". Ήμουνα πολύ του βασανίσματος και του υπαρξιακού. Τελικά το ξεπέρασα. Η μοναξιά, όμως, είναι μία φάση στη ζωή μας που πρέπει να την περάσουμε – αλίμονο αν δεν είμαστε και λίγο προετοιμασμένοι γι' αυτό, αν την φοβόμαστε. Μία θέα απ' το μπαλκόνι, όμως, μπορεί να τη μηδενίσει – πού το είδες γραμμένο ότι πρέπει πάντοτε να είμαστε ενταγμένοι σε αγέλες ή σε κοπάδια; Εγώ την προσωπική μου μελαγχολία την ξεπερνάω πολιτικά πια. Κοιτάω λίγο τι γίνεται παραέξω, στον γείτονά μου, στους φίλους μου, στη δίπλα χώρα, στο δίπλα χωριό και αμέσως μου περνάνε όλα. Όλα! Πώς να έχω εγώ μελαγχολία όταν αντικρίζω το πρόσωπο ενός φίλου που, στα 45 του, έχασε τη δουλειά του και κυκλοφορεί στους δρόμους με ένα βαρύ βιογραφικό και μία βαρβάτη προϋπηρεσία; Εκτός του ότι με θυμώνει αυτό το πράγμα, με κάνει να λέω "Ρικάκι, άσε τις πολλές γκρίνιες και κλάψες, και συγκεντρώσου στα βασικά". Παλιά είχα σπαταλήσει πολύ τον εαυτό μου, αλλά τώρα αισθάνομαι πολύ ευτυχισμένη γι' αυτό».


Με τη Ρίκα είχαμε γνωριστεί πρώτη φορά τότε που έγραφε στήλη στο «Symbol» του Στάθη Τσαγκαρουσιάνου, εκεί που έγραφε για έρωτα, για σχέσεις, για sex – δήλωνα ορκισμένος fan της, της το 'λεγα και -απ' τις σπάνιες φορές- ντρεπόταν! «Παλιά, για μένα, έρωτας ίσον βασανιστήριο, κομμάτια, μαχαίρι, απόρριψη, λυγμός, μοναξιά, συντριβή, αυτοσιχασιά. Χάλια! Μια μέρα, λοιπόν, στα 35 μου, ξυπνάω και λέω: "Καλά, μαλάκας είσαι;". Και συνήλθα! Με συνοπτικές διαδικασίες, μέσα σε πέντε λεπτά. Τέλος τα παλιά, το είχα πάρει πια τελείως αλλιώς. Ό,τι έζησα, έζησα. Τέλος μ' αυτό!».


Από μια παλιά κασέτα που κράτησα, πατάω forward και την ακούω σε τυχαίο σημείο: «Θέλω να γίνω μοντέλο! Έχεις δει κάτι γριές που περπατάνε στις πασαρέλες με άσπρα μαλλιά; Κάτι τέτοιο θέλω να γίνω όταν μεγαλώσω. Άλλωστε, παλιά υπήρξα και κουνελάκι του "Playboy". Περιττό να σου πω, πόσα πολλαπλά εγκεφαλικά έπαθαν οι γονείς μου. Θυμάμαι τα πέταξα όλα μπροστά στον Διαμαντόπουλο και του είπα: "Τράβα φωτογραφίες!". Τυχαία έγινε επειδή εκείνο το μήνα δεν είχαν "κουνέλι" στο εξώφυλλο, ήταν φίλος μου ο διευθυντής και μου λένε "δεν έρχεσαι να κουνελίσουμε εσένα;". Και το έκανα. Αν αύριο, όμως, γίνω γιαγιά ξέρεις τι θα λέει ο εγγονός μου; "Ξέρετε τι γιαγιά έχω εγώ; Κουνέλι!". Θα σαρώνει όλα τα άλλα παιδάκια στο νηπιαγωγείο! Επίσης υπουργός τουρισμού θα ήθελα να γίνω, για να μπορώ να ταξιδεύω συνέχεια. Άκου άλλη μία ωραία ιστορία: Μία φορά ταξίδεψα στο Μπαλί με το σύντροφό μου σε μία πολύ κρυφή παραλία, για να κάνουμε κατάδυση και να δούμε τα ψάρια. Ένα φοβερά μεγάλο και άσκημο ψάρι πλησίασε απειλητικά το φίλο μου, ανοίγοντας το στόμα μου. Ακούμπησε τη μύτη του σχεδόν πάνω στη δική του και άνοιξε τα απαίσια σουβλερά του δόντια, έτοιμο να τον κάνει μια χαψιά. Εγώ τρόμαξα! Ο φίλος μου έμεινε εντελώς ακίνητος κοιτώντας το ψάρι μεσα στα μάτια, μέχρι που -στο τέλος- ψάρωσε ο ίδιος το ψάρι. Τότε κατάλαβα ότι αυτόν τον άντρα εγώ θα τον παντρευτώ. Και τον παντρεύτηκα!».


Τίτλοι τέλους... Σε ανύποπτο χρόνο, της είχα ζητήσει να μου συμπληρώσει ένα ερωτηματολόγιο. Αφορούσε ένα «παιχνίδι» για την -υποτιθέμενη- «τελευταία μέρα στη γη» των ανθρώπων που το συμπλήρωναν. Το κάνω copy paste εδώ – ναι, Ρίκα, θα μου λείψεις αφόρητα πολύ, αλλά, φαντάζομαι, θα σου άρεσε που, ακόμη και τώρα, σοκαρισμένος από την είδηση του θανάτου σου, χαμογέλασα διαβάζοντας τι μου 'χες στείλει τότε:

 

Από τι θα προτιμούσατε να πεθάνετε;
Από τα γέλια.

 

Τι είναι αυτό που για το οποίο χαίρεστε που δεν θα χρειαστεί να το ξανακάνετε πια;
Να πάω στον οδοντίατρο, να κατέβω την Κηφισίας σε ώρα αιχμής, να ξαναδώ τσέχικη ταινία, να φάω το σάντουιτς που σερβίρουν στην οικονομική θέση της πτήσης Αθήνα-Άμστερνταμ, να ξανακάνω «ρίζα» στο μαλλί, να μείνω παραμονή Πρωτοχρονιάς χωρισμένη, χρεωμένη, και μόνη μου στο σπίτι.

 

Κοιτώντας πίσω, σε τι ξοδέψατε τα περισσότερα χρήματα όσο ήσασταν στη γη;
Σε φόρους, έκτακτες εισφορές, ΦΠΑ και «κλεισίματα» λογιστικών βιβλίων. Αν με άφηναν να τα δώσω εκεί που πραγματικά υπάρχει ανάγκη, θα είχα ταΐσει τη μισή Αφρική.

 

Ποια εκπομπή θα θέλατε να παρακολουθείτε από τον παράδεισο;
Τα «Φιλαράκια» – κάθε φορά να είναι σαν να μην τα έχω ξαναδεί.

 

Ποια θεωρείτε τη μεγαλύτερη κληρονομιά που αφήνετε στη γη;
Την ακλόνητη πεποίθησή μου ότι το τοστ πρέπει να τρώγεται με διπλό τυρί, αλλιώς καλύτερα να μην το παραγγείλεις.

 

Τι μετανιώνετε που είπατε όσο βρισκόσασταν στη γη;
«Καλύτερα όχι, φοβάμαι μήπως με πειράξει...»

 

Τι μετανιώνετε που δεν είπατε;
Ένα ολόκληρο τραγούδι χωρίς να φαλτσάρω.

 

Ποια μεγάλη μεταφυσική απορία ανυπομονείτε να σας λυθεί;
Πώς τελειώνει το «Lost»;

 

Ποιο διάσημο πρόσωπο που βρίσκεται στη κόλαση ή στο παράδεισο θα προσπαθήσετε να του πάρετε συνέντευξη;
Από τον Ντόντι Αλ Φαγιέντ.

 

Σας έρχεται στο μυαλό η πιο χαρούμενη στιγμή της ζωής σας. Ποια είναι αυτή;
Χωρίς καμιά συζήτηση (και χωρίς καμιά πρωτοτυπία, επίσης): Η στιγμή που κράτησα στην αγκαλιά μου τον πιτσιρίκο μου, το αστέρι μου, τον Ταλιμπάν της ζωής μου, τον μικρό Οδυσσέα.

 

Ποια υπόσχεση / υποχρέωση πασχίζετε να τακτοποιήσετε;
Να τελειώσω το πανεπιστήμιο!

 

Τι διαλέγετε για τελευταίο σας γεύμα στη γη;
Τέσσερεις τεκίλες μονοκοπανιά.

 

Τι θα θέλατε να πάρετε μαζί σας εκεί που «πάτε»;

Χαρτί τουαλέτας, γιατί ποτέ δεν ξέρεις.

 

Τι εξομολογείστε λίγο πριν το πλήρωμα του χρόνου;
«Στην πραγματικότητα, κατά βάθος είμαι ΠΑΟΚ»

 

Ποιος είναι ο τελευταίος άνθρωπος που θέλετε να αποχαιρετήσετε στη γη;
Ο αναισθησιολόγος.

 

Ποιος τίτλος δημοσιεύματος θα σας εκνεύριζε, ακόμα και αν τον διαβάζατε από τον παράδεισο;
Οποιοσδήποτε τίτλος, αν ήταν ανορθόγραφος και ασύντακτος.

 

*ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ: Λόγια, ατάκες, video και γέλια: Αυτή ήταν η Ρίκα Βαγιάννη