Το τραγούδι το αγαπούσα από μικρή. Ήταν αυτό που ήθελα να κάνω εξαρχής, αλλά έπρεπε να σπουδάσω και κάτι πιο σταθερό. Κατέληξα να σπουδάζω Φιλολογία και τραγούδι, ταυτόχρονα.  Οπότε δεν υπήρξε κάποια ξαφνική μεταστροφή. Μάλλον η Φιλολογία ήταν η παράκαμψη…
Το τραγούδι το αγαπούσα από μικρή. Ήταν αυτό που ήθελα να κάνω εξαρχής, αλλά έπρεπε να σπουδάσω και κάτι πιο σταθερό. Κατέληξα να σπουδάζω Φιλολογία και τραγούδι, ταυτόχρονα. Οπότε δεν υπήρξε κάποια ξαφνική μεταστροφή. Μάλλον η Φιλολογία ήταν η παράκαμψη…

 

«Sous le ciel de Paris». Πρόκειται βέβαια για το διάσημο γαλλικό τραγούδι που πρωτοηχογραφήθηκε τη δεκαετία του ΄50 από την Εντίθ Πιαφ, ερμηνεύτηκε λίγο αργότερα από τον Υβ Μοντάν και έκτοτε δεν έπαψε να ακούγεται και να γνωρίζει δεκάδες επανεκτελέσεις. Πιο πρόσφατα από τη Zaz. Ακόμα πιο πρόσφατα από μία Γαλλίδα, με ελληνική καταγωγή, εμβληματικό επίθετο, πολύτιμες μνήμες κι έναν ολοκαίνουριο, ομώνυμο δίσκο στο ενεργητικό της. Άραγε όταν η Κυβέλη Καστοριάδη ερμηνεύει στη δεύτερη στροφή του ίδιου τραγουδιού το στίχο «sous le Pont de Bercy, un philosophe assis» («Κάτω από τη γεφυρα του Bercy κάθεται ένας φιλόσοφος») θυμάται τον πατέρα της, τον οικονομολόγο, ψυχαναλυτή και διανοητή Καστοριάδη (1922-1997); 

 

Σίγουρα τον θυμάται πάντως όταν τραγουδάει στο καινούριο («Sous le ciel de Paris», «Μικρή Αρκτος») άλμπουμ της όλα αυτά τα τραγούδια της Χρυσής Εποχής του γαλλικού chanson και των Γάλλων τροβαδούρων: Grand Jacques του Ζακ Μπρελ, Il n y a pas d amour heureux του Μπρασένς στην ποίηση του Αραγκόν, Les feuilles morts των Πρεβέρ και Κοσμά, Septembre της Μπαρμπαρά κ.ά. Στο σπίτι της στο Παρίσι είχε πρωτακούσει αυτά τα τραγούδια από τον πατέρα της στο πιάνο και ντουέτο με τη μητέρα της Ζωή στο τραγούδι. Αργότερα προστέθηκε και η δικιά της φωνή σ΄αυτές τις «σπιτίσιες» ερμηνείες.  Έτσι τα αγάπησε. Και μόλις πέρυσι, στα 34 της πια, με καριέρα τραγουδίστριας και ηθοποιού στο Παρίσι, τα ερμήνευσε στο φεστιβάλ της Αίγινας με την παλιά οικογενειακή τους φίλη Ντόρα Μπακοπούλου στο πιάνο και τον Ηρακλή Βαβάτσικα στο ακορντεόν. Η τωρινή δισκογραφική κυκλοφορία ήταν η αφορμή για την ολιγοήμερη παρουσία της Κυβέλης Καστοριάδη. Έτσι έγινε κι αυτή η κουβέντα. Στα ελληνικά εννοείται. 

 

O Kαστοριάδης μ' έχει επηρεάσει σε αρκετά μεγάλο βαθμό, υπό την έννοια ότι συχνά προσπαθώ να καταλάβω τι κρύβεται πίσω από μία κατάσταση ή μία συμπεριφορά. Επίσης μου αρέσει πολύ να ακούω τους άλλους να μου μιλάνε, να μου εμπιστεύονται τους προβληματισμούς και τις σκέψεις τους. Και ναι προφανώς από εκεί προέρχεται το γεγονός ότι δεν αντιμετωπίζω τα πράγματα ως άσπρο-μαύρο, αλλά ως κάτι πολύ πιο πολύπλοκο.

 

— Είστε μία νέα γυναίκα. Πώς προσεγγίζετε αυτό το υλικό που, αν και δεν έπαψε να ακούγεται, προέρχεται από μία εποχή πριν γεννηθείτε;

Είναι τραγούδια που μου είναι πολύ οικεία. Ουσιαστικά μ αυτά μεγάλωσα γιατί αυτά ακούγαμε στο σπίτι. Οπότε εγώ δεν αισθανόμουν απόσταση, αλλά και κανείς δεν μπορεί να τα χαρακτηρίσει παλιομοδίτικα, αφού στη Γαλλία δεν σταμάτησαν να ακούγονται ποτέ.

 

—  Οι πιο αγαπημένοι σας από όλους αυτούς τους τραγουδοποιούς και ερμηνευτές ποιοι είναι;

Ο Μπρελ για τους στίχους του, τη δύναμή του, το πάθος του και τη σωματικότητα του. Και ο Μπρασένς για την παραπλανητική ηρεμία του.

 

— Υπάρχει γενικότερα μία τάση επανεκτελέσεων. Γιατί;

‘Ισως να μην γράφονται πια, ή αυτή την εποχή τουλάχιστον, τόσο ωραία τραγούδια. Μπορεί να έχει να κάνει και με το ότι είναι δυσεύρετος ο ισότιμος συνδυασμός μελωδίας-λόγου.  

 

— Σπουδάσατε Φιλολογία, στραφήκατε στο θέατρο και στη μουσική. Πώς έγινε αυτή η μεταστροφή;

Το τραγούδι το αγαπούσα από μικρή. Ήταν αυτό που ήθελα να κάνω εξαρχής, αλλά έπρεπε να σπουδάσω και κάτι πιο σταθερό. Κατέληξα να σπουδάζω Φιλολογία και τραγούδι, ταυτόχρονα.  Οπότε δεν υπήρξε κάποια ξαφνική μεταστροφή. Μάλλον η Φιλολογία ήταν η παράκαμψη…

 

— Στις θεατρικές παραστάσεις που έχετε λάβει μέρος συμπεριλαμβάνεται και η δουλειά με αφορμή το Ματαρόα, ένα ιστορικό ταξίδι για την ελληνική Αριστερά και διανόηση, αλλά και μία προσωπική οικογενειακή σας σελίδα αφού ένας από τους επιβάτες του Ματαρόα ήταν ο Καστοριάδης. ‘Ηταν κι αυτό κίνητρο για εσάς;

Ναι ήταν. Ήταν αδιανόητο να μην είμαι σ αυτή την παράσταση κι απ΄την άλλη δεν ήξερα κατά πόσον είναι καλή ιδέα να είμαι σ αυτή την παράσταση ακριβώς επειδή έχω αυτούς τους οικογενειακούς δεσμούς με την ιστορία του Ματαρόα. Δεν μπορώ συνεπώς να την αντιληφθώ ως μία οποιαδήποτε ιστορία αλλά ως κάτι με το οποίο είμαι πολύ συνδεδεμένη συναισθηματικά. Ομολογώ ότι δυσκολεύτηκα λίγο.

 

— Αλλά, φαντάζομαι ότι μεγαλώσατε έτσι. Ο Καστοριάδης είναι ένας μείζων διανοητής του 20ου αιώνα αλλά ήταν κι ο μπαμπάς σας.

Προφανώς…. Όταν πέθανε, όμως, ήμουν 17 ετών. Δεν είχα καν αρχίσει να τον διαβάζω. Ο,τι ήξερα μέχρι τότε για τη σκέψη του και τις απόψεις του ήταν μέσω των διαλόγων που γίνονταν στο σπίτι και που, βέβαια, δεν ήταν ποτέ θεωρητικοί. Οπότε τον διανοητή Καστοριάδη, τον έμαθα αργότερα.

 

— Ανακαλύπτετε εκ των υστέρων το διανοητή Καστοριάδη στο μπαμπά Καστοριάδη;

Ναι είναι εκεί! Κάποιες φορές μάλιστα γραπτά του ανακαλύπτω κι εμένα: Υπάρχουν σημεία στα οποία με έχει αναφέρει-και όχι πάντα ως θετικό παράδειγμα.

 

— Διάβαζα ότι η μητέρα του, η γιαγιά σας λάτρευε τη μουσική.

Και οι δύο γιαγιάδες μου, τη λάτρευαν. Εκείνη από τη πλευρά του μπαμπά μου, επειδή ήταν από μεγαλοαστική οικογένεια, αγαπούσε πολύ την όπερα και τα συμφωνική μουσική. Η άλλη μου γιαγιά, αυτή με την οποία μεγάλωσα, ήταν πιο πολύ του Αττίκ.

 

Είναι τέσσερις δίσκοι που τους έβαζα συνέχεια στο μικρό μου πικάπ. Ένας με τον Υβ Μοντάν σε παραδοσιακά γαλλικά τραγούδια, ένας και πάλι με τον Μοντάν σε τραγούδια του Ζακ Πρεβέρ και του Ζοζέφ Κοσμά, ένας της Πιαφ κι ένα δίσκος της Ρεμπέτικης κομπανίας. Μια άλλη μουσική μου μνήμη είναι το ελληνικό νανούρισμα «ύπνε που παίρνεις τα παιδιά»: Μου το έλεγε η μάνα μου για να με κοιμίσει κι εγώ τρόμαζα! Τώρα πια, όμως, το αγαπώ πολύ.
Είναι τέσσερις δίσκοι που τους έβαζα συνέχεια στο μικρό μου πικάπ. Ένας με τον Υβ Μοντάν σε παραδοσιακά γαλλικά τραγούδια, ένας και πάλι με τον Μοντάν σε τραγούδια του Ζακ Πρεβέρ και του Ζοζέφ Κοσμά, ένας της Πιαφ κι ένα δίσκος της Ρεμπέτικης κομπανίας. Μια άλλη μουσική μου μνήμη είναι το ελληνικό νανούρισμα «ύπνε που παίρνεις τα παιδιά»: Μου το έλεγε η μάνα μου για να με κοιμίσει κι εγώ τρόμαζα! Τώρα πια, όμως, το αγαπώ πολύ.

 

— Οι πρώτες σας μουσικές μνήμες ποιες ήταν;

Είναι τέσσερις δίσκοι που τους έβαζα συνέχεια στο μικρό μου πικάπ. Ένας με τον Υβ Μοντάν σε παραδοσιακά γαλλικά τραγούδια, ένας και πάλι με τον Μοντάν σε τραγούδια του Ζακ Πρεβέρ και του Ζοζέφ Κοσμά, ένας της Πιαφ κι ένα δίσκος της Ρεμπέτικης κομπανίας. Μια άλλη μουσική μου μνήμη είναι το ελληνικό νανούρισμα «ύπνε που παίρνεις τα παιδιά»: Μου το έλεγε η μάνα μου για να με κοιμίσει κι εγώ τρόμαζα! Τώρα πια, όμως, το αγαπώ πολύ. Και βέβαια στις μνήμες μου γενικά είναι η εικόνα του πατέρα μου να παίζει πιάνο και της μάνας μου να τον συνοδεύει τραγουδώντας.

 

— Ήταν παρών ο πατέρας σας; Γιατί γενικώς έχουμε το στερεότυπο του διανοούμενου που είναι κλεισμένος στο δωμάτιό του, απορροφημένος στις εργασίες του…

Φυσικά είχε στιγμές που αποσυρόταν κι έγραφε. Επίσης επειδή ήταν και ψυχαναλυτής αλλά δεχόταν τους ψυχαναλυόμενους στο σπίτι μας, ήταν ουσιαστικά μαζί μας όλη τη μέρα. Τα βράδια πάντα τρώγαμε όλοι μαζί. Συχνά και το μεσημέρι. Και με βοηθούσε με τα μαθήματά μου. Ναι ήταν πολύ παρών!

 

— Μόλις κυκλοφόρησε στα ελληνικά (εκδόσεις «Πόλις») η βιογραφία «Καστοριάδης-Μια ζωή» από τον Φρανσουά Ντος. Την έχετε διαβάσει;

Ομολογώ όχι όλη. Είναι ίσως λίγο ντροπή. Αλλά να σας πω κάτι; Πιστεύω ότι δεν χρειάζεται τα παιδιά να ξέρουν τα πάντα για τη ζωή των γονιών τους. Δεν ξέρω κατά πόσο είναι καλό αυτό. Και εγώ τουλάχιστον δεν το θέλω…

 

— Η θητεία σας ως κόρη (και) ψυχαναλυτή, σας δίδαξε έναν άλλο τρόπο προσέγγισης των ανθρώπων και των καταστάσεων;

Ναι πιστεύω ότι μ' έχει επηρεάσει σε αρκετά μεγάλο βαθμό, υπό την έννοια ότι συχνά προσπαθώ να καταλάβω τι κρύβεται πίσω από μία κατάσταση ή μία συμπεριφορά. Επίσης μου αρέσει πολύ να ακούω τους άλλους να μου μιλάνε, να μου εμπιστεύονται τους προβληματισμούς και τις σκέψεις τους. Και ναι προφανώς από εκεί προέρχεται το γεγονός ότι δεν αντιμετωπίζω τα πράγματα ως άσπρο-μαύρο, αλλά ως κάτι πολύ πιο πολύπλοκο.

 

— Φαντάζομαι πώς αυτή σας η ικανότητα θα ενεργοποιήθηκε και πρόσφατα με τις επιθέσεις στο Παρίσι. Ήσασταν εκεί;

Πάντα προσπαθώ να καταλάβω τι συνέβη και γιατί. Και ναι ήμουν στο Παρίσι, έχοντας μόλις γυρίσει από την Αθήνα. Ήμουν σε ένα φιλικό σπίτι στα προάστια. Μάθαμε ότι ακούστηκαν πυροβολισμοί από ένα sms που έλαβε ένας φίλος. Στην αρχή θεωρήσαμε ότι πρόκειται για ξεκαθάρισμα λογαριασμών μεταξύ συμμοριών ή για κάποια ληστεία. Το site της Monde που μου στέλνει αυτόματα ενημερώσεις στο τηλέφωνο, δε λειτουργούσε εκείνο το βράδυ. Κι εκεί όπου βρισκόμασταν οι μόνες ειδήσεις που έφταναν προέρχονταν από τα τηλεφωνήματα των παιδιών των φίλων. Το σοκ το έπαθα την επομένη που συνειδητοποίησα το μέγεθος και το δράμα αυτού που είχε συμβεί.

 

— Φοβάστε έκτοτε;

Φοβάμαι ότι τα πράγματα παίρνουν γενικώς μία πολύ κακή τροπή. Στην καθημερινότητά μου φοβήθηκα π.χ. αυτόματα, χωρίς λογική επεξεργασία, την πρώτη φορά που πήγα στο θέατρο, μετά τις επιθέσεις. Κι επειδή καθόμουν πολύ κοντά στην πόρτα σκεφτόμουν ότι αν μπει κάποιος μέσα θα είμαι πρώτος στόχος. Ύστερα σιγά-σιγά ηρέμησα.

  

— Η Γαλλία είναι αναμφίβολα η πατρίδα σας. Η Ελλάδα τι εκπροσωπεί;

Η Ελλάδα είναι τα καλοκαίρια μου στην Τήνο. Η γιαγιά μου. Οι φίλοι που έχω πια..Την αγαπάω την Ελλάδα αλλά αυτό δε σημαίνει ότι δεν έχω κριτική στάση απέναντί της-όπως άλλωστε άχω και προς τη Γαλλία. Παρατηρώ πράγματα που δεν μου αρέσουν και που με πληγώνουν.

 

— Τι σας πληγώνει στην Ελλάδα;

Μία γενικότερη αγένεια-δεν εννοώ την αγένεια αυτού που δεν σου κρατάει την πόρτα αλλά περισσότερο την αδιακρισία. Και ίσως μία ροπή στο λαϊκισμό. Κι απ΄την άλλη συναντώ ανθρώπους βαθιά ευγενικούς και ουσιαστικά φιλόξενους.  

 

— Πείτε μου μια μουσική που ταιριάζει στη δική σας Γαλλία και στο Παρίσι.

Ισως το «Le temps des cerises»

 

— Και στην δική σας Ελλάδα;

Θα σας πω κάτι πολύ προσωπικό: Το «θα πάω να βρω το μάουκα», το νησιώτικο που ξέρουμε ως «θα πάρω μια ψαρόβαρκα».