2020

Lockdown (ουσ.): η επιβολή αυστηρών περιορισμών στα ταξίδια, στις κοινωνικές συναναστροφές και στην πρόσβαση στους δημόσιους χώρους. Λέξη της χρονιάς.


Coronavirus (ουσ.): κορωνοϊός, ένας τύπος ιού που μπορεί να προκαλέσει ασθένειες όπως το κοινό κρυολόγημα, αλλά και σοβαρές αρρώστιες, όπως η ασιατική γρίπη και ο Covid-19.


Self isolate (ρ.): κάνω αυτοαπομόνωση. Μένω μέσα στο σπίτι οικειοθελώς και δεν βλέπω άλλους ανθρώπους, επειδή έχω (ή πιθανώς έχω) κάποιο μεταδοτικό νόσημα.


Key worker (ουσ.): απαραίτητο προσωπικό. Εργαζόμενος σε τομέα που είναι απαραίτητος για τη λειτουργία της κοινωνίας, π.χ. δάσκαλοι, αστυνομικοί, όλοι οι εργαζόμενοι στον τομέα της υγείας, υπάλληλοι σε μαγαζιά κ.λπ.


Furlough (ουσ.): αναστολή σύμβασης εργασίας. Η κατάσταση της απομάκρυνσης (λόγω ανωτέρας βίας) από τη δουλειά για συγκεκριμένη περίοδο, χωρίς να σταματήσεις, όμως, να πληρώνεσαι.


BLM (ακρωνύμιο του Black Lives Matter): κίνημα ενάντια στη βία με ρατσιστικά κίνητρα και στην καταπίεση.


Megxit (ους.): η απόσυρση του δούκα και της δούκισσας του Σάσεξ από τα βασιλικά τους καθήκοντά, που ανακοινώθηκε τον Ιανουάριο του 2020.


TikToker (ουσ.): το άτομο που συχνά δημοσιεύει ή εμφανίζεται σε βίντεο στο TikTok.


Mukbang (ουσ.): βίντεο στο οποίο ο πρωταγωνιστής τρώει μεγάλη ποσότητα φαγητού για να διασκεδάσει τους θεατές. Λέξη με κορεάτικη προέλευση, από τα meogneun eating + bangsong broadcast.

 

2019

Climate strike (ουσ.): η αποχή από το σχολείο ή τη δουλειά για να λάβεις μέρος σε διαδήλωση, απαιτώντας να ληφθούν μέτρα για την κλιματική αλλαγή και την καταστροφή του περιβάλλοντος. Λέξη της χρονιάς.


Non-binary: μη-δυαδικό φύλο. Αναφέρεται σε άτομα που δεν αυτοπροδιορίζονται ούτε ως αρσενικά ούτε ως θηλυκά. Στα αγγλικά, αντί για το «he» ή το «she», αναφέρονται πλέον με την αντωνυμία «they», στα ελληνικά με το σύμβολο @.


Bopo (ή BoPo, ουσ.): συντομογραφία του body positivity, ενός κινήματος που υποστηρίζει την άποψη ότι κάθε άνθρωπος θα πρέπει να είναι περήφανος για το σώμα του, ειδικά για το μέγεθός του.


Cancel (ρ.): Σταματάω να κάνω έστω και αναφορά σε κάποιο πρόσωπο, οργανισμό κ.λπ. στα social media, για να εκφράσω την αποδοκιμασία μου για τις πράξεις του ή τις απόψεις του.

 

Entryism (ουσ.): εντερισμός, μια πολιτική στρατηγική στο πλαίσιο της οποίας ένας οργανισμός ή κράτος ενθαρρύνει τα μέλη ή τους υποστηρικτές του να ενταχθούν σε μια άλλη, συνήθως μεγαλύτερη οργάνωση, σε μια προσπάθεια να επεκτείνουν την επιρροή και να επεκτείνουν τις ιδέες και το πρόγραμμά τους.


Ιnfluencer (ουσ.): το πρόσωπο που χρησιμοποιεί τα social media για να προωθήσει lifestyle επιλογές, εμπορικά προϊόντα κ.λπ. στους followers του.


Rewilding (ουσ.): η πρακτική της επιστροφής περιοχών στην προηγούμενη φυσική τους κατάσταση, χωρίς την ανθρώπινη επέμβαση. Περιλαμβάνει και την επαναφορά και προστασία ζωικών ειδών που έχουν εξαφανιστεί από κάποια περιοχή.

 

2018

Single-use (επιθ.): μιας χρήσης, φτιαγμένο για να χρησιμοποιηθεί μόνο μία φορά. Λέξη της χρονιάς.


Floss (ουσ.): μια κίνηση χορού στην οποία ένα άτομο ταλαντεύει επανειλημμένα τα χέρια του, με σφιγμένες γροθιές, από το πίσω μέρος του σώματός του προς τα εμπρός, σε κάθε πλευρά.


Gammon (ουσ.): ένα πρόσωπο, συνήθως άντρας, μεσήλικας και λευκός, με αντιδραστικές απόψεις, ιδιαίτερα κάποιος που στηρίζει την έξοδο της Βρετανίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση.


Gaslight (ρ.): η προσπάθεια για ψυχολογική χειραγώγηση, κατά την οποία προσπαθούν να σε βγάλουν τρελό, χειραγώγηση μέσω γνωσιακής διαστρέβλωσης, χειραγώγηση μέσω γνωσιακού αποπροσανατολισμού.


MeToo (επίθ.): ένα κοινωνικό κίνημα κατά της σεξουαλικής κακοποίησης και της σεξουαλικής παρενόχλησης, όπου οι άνθρωποι δημοσιεύουν ισχυρισμούς για σεξουαλικά εγκλήματα που διαπράττονται από ισχυρούς και/ή εξέχοντες άντρες, ιδιαίτερα στον χώρο της εργασίας.

 

2017

Fake news (ουσ.): ψεύτικες ειδήσεις. Ψευδείς, συχνά αποκυήματα φαντασίας, πληροφορίες, που διασπείρονται μεταμφιεσμένες σε ειδήσεις στα μέσα. Λέξη της χρονιάς.


Antifa (ουσ.): αντιφασιστικός οργανισμός/μέλος αντιφασιστικού οργανισμού (ως επίθετο) / το να ανήκεις ή να σχετίζεσαι με αντιφασιστικό οργανισμό.


Insta (επίθ.): ό,τι σχετίζεται με το Instagram.

 

2016

Brexit (ουσ.): η έξοδος της Βρετανίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Λέξη της χρονιάς.


Hygge (ουσ.): η δανέζικη αντίληψη της ζεστασιάς, του αναπαυτικού, του ασφαλούς, του άνετου, χαλαρού, απολαυστικού, μια κατάσταση στην οποία επιδιώκουν να βρίσκονται όσο πιο συχνά γίνεται οι κάτοικοι της Δανίας. Έγινε ολόκληρο κίνημα με βιβλία, βίντεο κ.λπ.

 

Trumpism (ουσ.): τραμπισμός. Εθνικισμός, σαχλαμάρα, αναξιοπιστία κ.λπ.


Sharenting (ουσ.): το να μοιράζεσαι ως γονιός περιστατικά, φωτογραφίες κ.λπ. των παιδιών σου στα social media.


Snowflake generation (ουσ.): οι νεαροί ενήλικες των '10s, που θεωρούνται πιο δυνατοί συναισθηματικά, αλλά έχουν την τάση να προβάλλονται πιο εύκολα από τις προηγούμενες γενιές.


Dude food (ουσ.): junk food όπως χοτ-ντογκ, μπέργκερ, πίτσα κ.λπ., που θεωρείται ιδιαιτέρως ελκυστικό για τους άντρες.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

 

To νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.