ΔΕΥΤΕΡΑ 14 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 2020. Πρώτη μέρα των σχολείων, λίγο διαφορετική φέτος, με τον Covid και τις μάσκες. Μην τρελαθούμε όμως. Το μόνο σίγουρο στη ζωή είναι ότι τα πράγματα θα αλλάζουν κι εμείς πρέπει να προσαρμοζόμαστε και όχι να γκρινιάζουμε. Είναι ενήλικη στάση να ακολουθείς τις οδηγίες των ειδικών. Η άποψή σου είναι σεβαστή, αλλά η εφαρμογή του νόμου είναι αδιαπραγμάτευτη.

 

Κάποιες φορές, νομίζω, περιμένουμε με το δάχτυλο στη σκανδάλη τι θα πάει στραβά. Τρίβουμε τα χέρια μας. Το μέγεθος των μασκών, η διαθεσιμότητα του αντισηπτικού, όλα. Κι ας έχει να κάνει με τα παιδιά μας. Προτιμούμε να έχουμε δίκιο από το να είμαστε ευτυχισμένοι. Τραγικό!

 

Γιορτή η σημερινή μέρα λοιπόν. Τα σχολικά επιτέλους ξανά στους δρόμους. Τα προαύλια γεμάτα παιδιά, κι ας φοράνε μάσκες. Η χαρά των παιδιών δεν καταλαβαίνει από μάσκες. Η πρώτη μέρα και για τις κόρες μου ‒ και για τη μεγάλη και Α' Γυμνασίου. Στην τρελή χαρά κι εγώ.

 

Είναι σαν το ντεπόζιτο του καλοριφέρ. Το θέλω γεμάτο. Γεμάτο φόβο. «Δόξα τω Θεώ», τώρα με τον κορωνοϊό είναι φουλαρισμένο. Όταν όμως τελειώσει ο κορωνοϊός, πώς θα το γεμίσω; Πρέπει να βρω. (Ευκολάκι, ανοίγεις πάλι δελτίο.)

 

Μιλάω με τη μάνα μου.

 

«Μανούλα, τι κάνεις;»

 

«Καλά είμαι, Στεφανάκο. Αλλά δεν βλέπεις εκεί έξω τι γίνεται, με όλες αυτές τις ανωμαλίες;»

 

«Ποιες ανωμαλίες, ρε μάνα;» (φορτώνω)

 

«Όλο αυτό με τις μάσκες» (ανεβαίνει η κοκκινίλα όπως στα καρτούν)

 

«Τι με τις μάσκες, ρε μάνα;» (πληρωμένη ερώτηση)

 

«Που τα παιδιά πρέπει να φοράνε μάσκες. Όλο αυτό». (βγάζω καπνούς πια)

 

«Ποια ανωμαλία, ρε μάνα; Υπάρχει μια ιδιαιτερότητα φέτος και πρέπει όλοι να προσαρμοστούμε. Αν δεν φοράμε μάσκα, θα γκρινιάζουμε που τα κρούσματα πολλαπλασιάζονται. Αν φοράμε μάσκα, θα γκρινιάζουμε που φοράμε μάσκα».

 

Κάποια στιγμή, μια φίλη είχε ανεβάσει ένα ωραίο: «Ήλιο έχει, δεν θέτε. Βροχή έχει, δεν θέτε. Τελικά, τι θέτε;»

 

Της απαντάει ένα καλό ένας από κάτω. «Θέμε να μη θέμε».

 

Ο τύπος είχε δίκιο. Είμαστε εθισμένοι στο κακό, στο πρόβλημα, στην γκρίνια, σε αυτό που δεν «θέμε». Το πρόβλημα είναι μέσα, όχι έξω. Απλώς το προβάλλουμε έξω. Νομίζω ότι θρέφει τα πεπτίδιά μας ή κάποιες μυστήριες μαζοχιστικές διαστροφές μας. Δεν εξηγείται διαφορετικά. Νομίζω, επίσης, ότι οι γενιές μας έχουν ένα καλό κι ένα κακό. Δεν γνωρίσαμε πόλεμο. Δεν μπορούμε να συνειδητοποιήσουμε όλη αυτή την ευλογία και την ξεφορτωνόμαστε άρον-άρον. Δεν φάγαμε, βλέπεις, μπομπότα. Και ήταν και τυχεροί όσοι είχαν μπομπότα.

 

Το μεσημέρι πάω στο μαγειρείο δίπλα στο σπίτι μου. Κρυφακούω το διπλανό τραπέζι. Μιλάνε για ένα επεισόδιο σε κάποιο σχολείο με τις μάσκες από ένα μεσημεριανό δελτίο. Τσαμπουκάδες και τέτοια. Απαξίωση το συναίσθημα. «Ελλαδάρα», τελειώνει ειρωνικά ο τύπος.

 

Μεγάλε, αν ψάχνεις να βρεις τι δεν πάει καλά, θα το βρεις. Κι όταν είμαστε έντεκα εκατομμύρια, αποκλείεται να μην πέσεις πάνω στον μαλάκα. Κι αν ανοίξεις και το δελτίο, θα τον βρεις εύκολα.

 

Η ερώτηση είναι στη ζωή σου τι ψάχνεις. Γιατί αυτό που ψάχνεις, θα το βρεις. Θες λύση; Θα τη βρεις. Θες πρόβλημα; Θα το βρεις. Θες γκρίνια; Θα τη βρεις. Θες φόβο; Αυτόν κι αν θα τον βρεις.

 

Είναι σαν το ντεπόζιτο του καλοριφέρ. Το θέλω γεμάτο. Γεμάτο φόβο. «Δόξα τω Θεώ», τώρα με τον κορωνοϊό είναι φουλαρισμένο. Όταν όμως τελειώσει ο κορωνοϊός, πώς θα το γεμίσω; Πρέπει να βρω. (Ευκολάκι, ανοίγεις πάλι δελτίο.) Μου θυμίζει τους «Βαρβάρους» του Καβάφη.

 

«Και τώρα τι θα γενούμε χωρίς βαρβάρους./ Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μια κάποια λύσις»

 

Είναι Ιούλιος του 2006, λίγο πριν παντρευτώ. Ο κολλητός μου ο Κώστας με έχει προειδοποιήσει ότι, λίγο πριν από τον γάμο, θα αγχωθώ. Είναι μια ώρα πριν από τον γάμο και δεν έχω αγχωθεί.

 

Τον παίρνω τηλέφωνο: «Κώστα, έχω αγχωθεί που δεν έχω αγχωθεί». Απάντηση: «Μην αγχώνεσαι, θα αγχωθείς».

 

Aν κάποιος μας άκουγε από την άλλη, θα μας είχε πάει σούμπιτους στο Δαφνί.

 

Φοβάμαι που δεν φοβάμαι.


Μη φοβάσαι, θα φοβηθείς.