ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ ΓΡΑΦΟΥΝ ΑΥΤΕΣ ΤΙΣ ΜΕΡΕΣ για να μου τονίσουν πόσο τυχερός είμαι που, μέσα σ' ένα σπίτι με χιλιάδες βιβλία, έχω πλέον τον χρόνο να διαβάσω όλα όσα δεν προλάβαινα πριν. Ξεχνούν ότι το διάβασμα θέλει μεν χρόνο, αλλά θέλει και ανάλογη ψυχική διάθεση. Αποτελεί –οι παθιασμένοι αναγνώστες το γνωρίζουν– πηγή μεγάλης απόλαυσης. Στις παρούσες δραματικές συνθήκες, όπου ζούμε όλοι έγκλειστοι, όχι από επιλογή αλλά από ανάγκη, ομολογώ ότι η διάθεση για διάβασμα, προς το παρόν τουλάχιστον, δεν είναι σπουδαία. Όταν ακούς και βλέπεις καθημερινά στις ειδήσεις τόσους συνανθρώπους σου να χάνονται ή να παλεύουν να κρατηθούν στη ζωή, είναι δύσκολο ν' αφεθείς σ' αυτή την αργή, και τόσο απολαυστική όπως είπα, διαδικασία.

 

Προσπαθώ, βέβαια, κάθε μέρα να διαβάσω λίγη ποίηση – εν είδει τονωτικού. Πριν από μερικές μέρες, για παράδειγμα, διάβασα για εκατοστή φορά τους «Ελεύθερους Πολιορκημένους» – αυτό άλλωστε δεν είμαστε πλέον; Εχθές είχαν σειρά τα ποιήματα του Λάρκιν και του Όντεν. Διάβασα κάποια σύντομα ποιήματά τους, αλλά δεν κατάφερα να ολοκληρώσω το «Age of Anxiety» – σύνθεση που αγαπώ πολύ και, όπως υπογραμμίζει ο τίτλος της, είναι και δραματικά επίκαιρη. Σήμερα, όταν ολοκληρώσω το κείμενο αυτό, και για ν' αναπτερωθεί το ηθικό μου, λέω να ξαναδιαβάσω το «Ταξίδι στο δωμάτιό μου» του Ντε Μεστρ εφόσον, όπως και ο ήρωας του βιβλίου, ταξιδεύω εδώ και δώδεκα μέρες (και θα συνεχίσω να ταξιδεύω) μέσα στο σπίτι μου – πιο τυχερός εγώ: κρεβατοκάμαρα → μπάνιο (ντους, πλύσιμο δοντιών, ξύρισμα ‒ για να μη μοιάσω στον Τομ Χανκς που μεταμορφώνεται στο «Cast Away» σε κακέκτυπο του Ροβινσώνα Κρούσου και αρχίζει να συνομιλεί με μια μπάλα!) → κουζίνα (για να πιω τον πρωινό μου καφέ) → γραφείο (κάνοντας αρκετές στάσεις στα ράφια των βιβλιοθηκών μου για ν' ανταλλάξω μια κουβέντα με τους συγγραφείς που θα τύχει να συναντήσω) → κουζίνα (για να φάω μεσημεριανό) → σαλόνι (ένας περίπατος γύρω από το τραπέζι είναι πάντα αναζωογονητικός) → βεράντα (για να πάρω καθαρό αέρα και να ποτίσω τα λουλούδια) → γραφείο (κάθομαι στην μπερζέρα για να διαβάσω πιο αναπαυτικά) κ.λπ. κ.λπ. ή, εναλλακτικά, παραμένω στην κρεβατοκάμαρα (όπου, σαν τον Ομπλόμοφ του Γκόντσαρoφ, ξαπλωμένος στο κρεβάτι κοιτάζω για ώρες το ταβάνι, αναπολώντας τα μέρη όπου έχω πάει).

 

Πρέπει να νικήσουμε τον φόβο και την κατάθλιψη – το λέω αυτό πρώτα στον εαυτό μου. Να μάθουμε να ζούμε και σ' αυτή την πραγματικότητα, όσο ζοφερή κι αν είναι. Οι προηγούμενες γενιές έζησαν σε χειρότερες.

Εχθές, την 11η μέρα του εγκλεισμού μου, αποφάσισα να κάνω έναν περίπατο στον Λυκαβηττό. Είδα ανθρώπους με σκυμμένα κεφάλια. Το βλέμμα κάποιων ήταν γεμάτο καχυποψία. Ένιωσα ξαφνικά σαν ένας από τους χαρακτήρες του «Περί Τυφλότητος» του Σαραμάγκου. Ο φόβος και η κατάθλιψη εξαπλώνονται δυστυχώς ραγδαία, εξίσου ραγδαία με τον κορωνοϊό, και αναρωτιέμαι αν τα αποθέματα του χιούμορ (που πάντα σε τέτοιες καταστάσεις αποτελεί το ισχυρότερο αντίδοτο) θα κρατήσουν.

 

Όσο ο καιρός βελτιώνεται θα παραμείνουμε πειθαρχημένοι, να κοιτάμε τα δέντρα και τα βουνά από το μπαλκόνι μας (όσοι τυχεροί έχουν, βέβαια, τέτοια θέα) ή κάποιοι από μας θα βγουν πάλι στους δρόμους και στις παραλίες φωνάζοντας απελπισμένοι (ταιριάζει και στο πλαίσιο των επικείμενων εορτασμών) «ελευθερία ή θάνατος»; Και όσοι έχασαν ή θα χάσουν τη δουλειά τους πώς θ' αντέξουν τους επόμενους μήνες; Και όσοι ζουν μόνοι, με προβλήματα υγείας; Και οι γιατροί και οι νοσηλευτές πόσο σθένος διαθέτουν; Και έως πότε θα μπορούν να προσφέρουν με τόση αυταπάρνηση τις υπηρεσίες τους;

 

Ωστόσο, δεν είναι όλα μαύρα. Υπάρχει και η φωτεινή πλευρά αυτής της πρωτοφανούς συνθήκης. Σίγουρα η περιπέτεια αυτή θα λυγίσει κάποιους, αλλά οι περισσότεροι ίσως βγούμε πιο ισχυροί, πιο συνειδητοποιημένοι. Σχέσεις και φιλίες θα δοκιμαστούν, κάποιες θα κλονιστούν, αλλά όσες αντέξουν θα είναι σίγουρα αυτές που αξίζουν – αυτές όπου η αγάπη, η αφοσίωση, η καλοσύνη, η γενναιοδωρία, θα επικρατήσουν. Μίλησα για την αυταπάρνηση των νοσηλευτών και των γιατρών, γιατί αυτοί βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της μάχης. Αλλά και στα μετόπισθεν πολλοί δείχνουν την ίδια αυταπάρνηση και το ίδιο αίσθημα αλληλεγγύης. Από τους υπαλλήλους στα σούπερ μάρκετ και στα φαρμακεία μέχρι και τους πολιτικούς μας, που έμαθαν επιτέλους πόσο αδιέξοδος είναι ο τυφλός κομματισμός και η φτηνή δημαγωγία σε συγκυρία εθνικής και παγκόσμιας κρίσης – κάτι που είχαν ξεχάσει στα χρόνια της οικονομικής κρίσης.

 

Ολοκλήρωσα πριν από έναν μήνα τη μετάφραση της «Άγονης γης» του Τ.Σ. Έλιοτ («The Waste Land»), μετά από έξι χρόνια εξαντλητικής δουλειάς. Ήταν να κυκλοφορήσει από τον Πατάκη σε δέκα μέρες. Οι Faber & Faber είχαν εγκρίνει και το εξώφυλλο και το βιβλίο ήταν έτοιμο να πάει στο τυπογραφείο. Δυστυχώς, η έκδοση για ευνόητους λόγους αναβλήθηκε για αργότερα, όταν το επιτρέψουν οι συνθήκες. Μπορεί ο καθένας να φανταστεί πώς ένιωσα. Ωστόσο, καθώς το βλέμμα μου έπεσε στα χειρόγραφα της μετάφρασης που βρίσκονται πλάι στον υπολογιστή μου, αναλογίστηκα ξαφνικά κάτι που δεν είχα σταθμίσει προηγουμένως και που από μια άποψη φαντάζει τραγικά ειρωνικό.

 

Όταν ο Έλιοτ έγραφε την «Άγονη γη» είχε ξεσπάσει στον κόσμο μια άλλη επιδημία, αυτή της «ισπανικής γρίπης», η οποία οδήγησε στον θάνατο πάνω από πενήντα εκατομμύρια ανθρώπους. Στη Μεγάλη Βρετανία, όπου ζούσε τότε ο Έλιοτ, πέθαναν πάνω από διακόσιες χιλιάδες άνθρωποι. Ωστόσο, αυτό δεν σταμάτησε ούτε τον Έλιοτ, ούτε τον Πάουντ, ούτε τον Τζόις, ούτε τη Γουλφ, ούτε τον Καβάφη, ούτε τον Παλαμά, ούτε τον Σικελιανό, από το να συνεχίζουν να δημιουργούν στην προσπάθειά τους να υπερνικήσουν την απελπισία και την οδύνη, να δώσουν ένα νόημα στη ζωή τους. (Ακόμη και μέσα στα χαρακώματα του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, ο Όουεν, ο Σασούν, ο Πεγκί κ.ά., για να μην αναφερθώ στον Βιτγκενστάιν, συνέχιζαν να γράφουν ακούγοντας τα μυδραλιοβόλα γύρω τους να θερίζουν.) Το ίδιο συνέβη και στον επόμενο, ακόμα πιο καταστροφικό, Πόλεμο. Ο «Ήλιος ο πρώτος» του Ελύτη, ο «Μπολιβάρ» του Εγγονόπουλου, η «Αμοργός» του Γκάτσου, βγήκαν μέσα στην Κατοχή.

 

Πρέπει να νικήσουμε τον φόβο και την κατάθλιψη – το λέω αυτό πρώτα στον εαυτό μου. Να μάθουμε να ζούμε και σ' αυτή την πραγματικότητα, όσο ζοφερή κι αν είναι. Οι προηγούμενες γενιές έζησαν σε χειρότερες. Και εκείνοι δεν είχαν καν τον τρόπο να συνεχίσουν να συνδέονται με τους αγαπημένους τους, όπως μπορούμε εμείς σήμερα με τα μέσα που διαθέτουμε. Η δική μας απομόνωση φαντάζει πολύ πιο ανώδυνη σε σχέση με αυτή που βίωσαν άλλοι άνθρωποι, σε παρόμοιες καταστάσεις. Δεν ισχυρίζομαι ότι όλοι μπορούν να έχουν διέξοδο στο γράψιμο, όπως οι συγγραφείς που ανέφερα, αλλά όλοι μπορούμε να δώσουμε στην καθημερινότητά μας το περιεχόμενο και την ποιότητα που δεν είχε πριν. Προϋπόθεση, βέβαια, είναι να έχουμε τα μέσα να επιβιώσουμε. Και εδώ τον λόγο έχει η κυβέρνηση, που οφείλει να πάρει όλα τα απαραίτητα μέτρα ώστε αυτό να καταστεί δυνατό.

 

Θα κλείσω με κάτι εύθυμο, με ένα αστείο στιγμιότυπο από αυτά που είχα συμπεριλάβει στο βιβλίο μου «Britannica». Μιλούν δυο Γάλλοι αστοί του 19ου αιώνα. Λέει ο πρώτος: «Υπέροχη μέρα! Τι λες, πάμε μια βόλτα στην εξοχή;» και απαντά ο δεύτερος, φανερά ταραγμένος: «Εξοχή; Αυτό το φριχτό μέρος όπου τρέχουν τα κοτόπουλα γύρω γύρω άψητα;»

 

Σπίτι, λοιπόν, με ψημένα κοτόπουλα, ωραία μουσική, δυνατά βιβλία (αφήστε την «Πανούκλα» του Καμί ή το «Δεκαήμερο» του Βοκάκιου για αργότερα), καλές ταινίες κοντά στους αγαπημένους μας, είτε αυτοί βρίσκονται πλάι μας είτε μας μιλούν μέσα από την οθόνη του υπολογιστή μας. Και για να επιστρέψω στον Όντεν, όπως γράφει στο περίφημο ποίημά του, «1η Σεπτεμβρίου, 1939» ̶ ημερομηνία που ξέσπασε ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος: «Hunger allows no choice / To the citizen or the police; / We must love one another or die». Παραφράζοντας: «Δεν επιτρέπει επιλογή η επιδημία / στον πολίτη ή την αστυνομία /πρέπει ν' αγαπάμε ο ένας τον άλλον ή να πεθάνουμε».