ΔΕΝ ΞΕΡΩ κάποια διεθνής συμφωνία έχει υπογραφεί για μας τα κατοικίδια. Δεν εξηγείται αλλιώς. Τα αφεντικά μας ξαφνικά δε μας χορταίνουν. Μένουν πιο πολύ στο σπίτι. Να παίξουν μαζί μας, δίπλα μας. Κάθονται με τις ώρες στον καναπέ με το βλέμμα απλανές και τα μέλη τους σκορπισμένα, σα να χύθηκε ο ειρμός που συγκρατούσε τα πάντα. Ανεβαίνουμε στην κοιλιά τους και μας χαϊδεύουνε αφηρημένα, με τις ώρες. Μας μιλάνε. Μας φιλούν. Μας κουβεντιάζουν, μας βγάζουν σέλφι στα κινητά. Αφήνουν να ανέβουμε στα χαρτιά τους, στα έγγραφά τους, στα μαξιλάρια τους. Ξαφνικά ζούμε αυτό που υπήρξε η απόλυτη φαντασίωση για κάθε κατοικίδιο. Βιωμένος χρόνος με τους δικούς μας. Γουργουρίζουμε στους καναπέδες ευτυχισμένα τα γατιά και τα σκυλιά όλου του πλανήτη.


Αλλά δεν είναι μόνο αυτό, είναι και τα παιδιά που τριγυρίζουν με τα τάμπλετ, με πατατάκια στο χέρι να πέφτουν τρίμματα και να μην ακούνε επιπλήξεις και παράπονα. Τι έχει συμβεί; πού οφείλεται όλη αυτή η συμπυκνωμένη σοφία των ενηλίκων να περνούν το χρόνο τους με μας; Με τα παιδιά τους; Μεταξύ τους ; Ζευγάρια που δε μιλιούνταν καν, ξάφνου σχεδιάζουν τι θα μαγειρέψουν, τι να ψωνίσουν, ποιος θα πάει στον παππού τα ψώνια από το σούπερ μάρκετ με μάσκα και γάντια.


Το πρωί σηκώνονταν όλοι να πάνε στην τουαλέτα με τις πυτζάμες, να βάλουν καφέ άκεφοι για τη μέρα που «θα φέρει ποια νέα τυραννία» και το πρόσωπο φωτιζόταν μόνο από την οθόνη του κινητού που ενεργοποιούσαν καθισμένοι στην τουαλέτα. Τώρα όσοι πάνε στη δουλειά, όσοι δουλεύουν από το σπίτι, ξυπνάνε με ένα αλλιώτικο φως στη μούρη. Σαν να πέρασε μια τεράστια γόμα που έσβησε κάθε βεβαιότητα και μαζί το προσωπείο του ανικανοποίητου. Σαν να πρέπει ξανά ο καθένας σχεδιάσει το πρόσωπό του με παιδικές ξυλομπογιές που είχε ξεχασμένες στο συρτάρι. Τα ντουλάπια γεμάτα τρόφιμα, το ψυγείο δε μένει άδειο όπως άλλοτε τις καθημερινές. Βγήκαν τα Uno, τα scrubble, τα cluedo, η Μονόπολη κι η οικογένεια ξαπλώθηκε με τις πυτζάμες στο χαλί να παίξει « μουτζούρη» με τα μικρά, να φέρει ψαλίδια , κόλλες, χαρτιά, χρώματα κι αυτοκολλητάκια με στρας. Σαν Χριστούγεννα χωρίς το δέντρο. Με ανθισμένες μυγδαλιές απ' έξω και τα χελιδόνια που ήρθαν στις φωλιές να γεννήσουν.

 

Τα αφεντικά μας ξαφνικά δε μας χορταίνουν. Μένουν πιο πολύ στο σπίτι. Να παίξουν μαζί μας, δίπλα μας. Κάθονται με τις ώρες στον καναπέ με το βλέμμα απλανές και τα μέλη τους σκορπισμένα, σα να χύθηκε ο ειρμός που συγκρατούσε τα πάντα. Ανεβαίνουμε στην κοιλιά τους και μας χαϊδεύουνε αφηρημένα, με τις ώρες. Μας μιλάνε. Μας φιλούν. Μας κουβεντιάζουν, μας βγάζουν σέλφι στα κινητά.

 

Οι γέροι κλείστηκαν στα σπίτια φοβισμένοι. Τυχερά τα κατοικίδια των ηλικιωμένων, τους έχουν πιο συχνά παρέα, τυχεροί και κείνοι που τα έχουν για συντροφιά. Μα τώρα είναι κι εκείνοι μπερδεμένοι. Δε φυλάνε στο ψυγείο σοκολάτες, τυροτρέλες , κιντερεκπλήξεις , τα πράγματα παραμένουν ήσυχα εκεί που τα άφησες, τα μπιμπελό ξαναμπήκαν στα δαντελένια σεμέν, με μια μελαγχολική ασφάλεια - ποιος ξέρει πόσο θα κρατήσει ακόμα αυτή η απομόνωση. Πού και πού τους χτυπάει το κουδούνι η γειτόνισσα, το παιδί του σούπερ μάρκετ, η νύφη του , ή το παιδί τους να τους φέρει τις σακούλες απέξω ακουμπισμένες στο χαλάκι. Το ασανσέρ κλείνει ξανά όλο και πιο βιαστικά, και το «γειά» μπορεί να κρύβει κινδύνους τώρα πια. Οι άνθρωποι νιώθουν πιο ενωμένοι κι η παροιμία «και των πολλών ο θάνατος θάνατος δε λογιέται» ισχύει εξίσου και για τον φόβο.


Και μαζί με το φοιτηταριό, τους μαθητές, τους εξ αποστάσεως δημιουργικούς και τις ευπαθείς ομάδες κλείστηκε στο σπίτι και η επιρρέπεια των ανθρώπων, αυτή η αρχαία ύβρις να επεμβαίνουν στο περιβάλλον, λες κι ο κόσμος είναι του χεριού τους. Σουλατσάρουν ξανά τα ψάρια στα κανάλια της Venezia. Έπαψαν για λίγο οι φόλες, οι κλωτσιές, τα φυσίγγια, οι ακρωτηριασμοί, τα ζωάκια εμείς τριγυρνούμε ελεύθερα από το ανθρώπινο μένος , μερικά από μας, τα αδέσποτα καλοζωϊσμένα πριν από τα κάθε είδους μαγαζιά- απεγνωσμένα τώρα για λίγη τροφή και νερό. Σα να ανάσανε ο πλανήτης από μια άλογη μανία, μητροκτόνα. Σα να αγάπησε ο άνθρωπος την ησυχία του. Σαν πλάνο από το Σολάρις ή τη Ζώνη του Ταρκόφσκι έγινε ο πλανήτης. Σαν το σκηνικό στις Άγριες φράουλες , έγιναν οι δρόμοι. Η άμαξα που στρίβει το δρόμο, η ρόδα που σκάλωσε και ξεχαρβαλώθηκε, το χέρι που εξέχει, το Μπεργκμανικό σκηνικό είναι εδώ , είναι στο κεφάλι όλων. Είναι οι φόβοι τους. Οι φόβοι που ενώνουν το ανθρώπινο γένος, όταν δεν το χωρίζουν σε χιλιάδες κομματάκια, ανοήτως.


Τα μωρά συνεχίζουν να γεννιούνται με γοερό κι απαρηγόρητο κλάμα, οι άνθρωποι τις νύχτες πνίγουν το φόβο με αναστεναγμούς κι αγγίγματα που 'χανε ξεχάσει. Και οι έφηβοι μιλούν μέχρι αργά κάτω από παπλώματα με τους φίλους τους ανασκευάζοντας την αδικία , ανακατασκευάζοντας τον κόσμο από την αρχή. Με μας να γουργουρίζουμε ευτυχισμένοι στα πόδια του κρεββατιού.


Το πρωί ο κύριος καθηγητής θα σηκωθεί και πριν ρίξει στο μπώλ τις νιφάδες βρώμης με λιναρόσπορο, μέλι και ταχίνι, θα ανοίξει ελαφρά την μπαλκονόπορτα να μπει ο γάτος να τριφτεί στα πόδια του.


Κι όσο καιρό ακόμα στα τραπεζάκια θα βρίσκονται οι μάσκες, τα γάντια μιας χρήσης, τα αλκοολούχα διαλύματα, όσο οι οθόνες του ίντερνετ και της τηλεόρασης θα διασπείρουν ειδήσεις, εμείς τα γατιά και τα σκυλιά θα μπερδευόμαστε στα πόδια τους. Θα ανεβαίνουμε στις κοιλιές τους, θα χώνουμε τις μουσούδες μας στις φωλιές του κορμιού τους. Θα γλύφουμε τα αλμυρά τους δάκρυα, την ανάγκη του κορμιού να υπάρξει. Του κόσμου να υπάρξει . Κι άλλο. Λίγο ακόμα.


Και τα Skype θα μεταδίδουν εικόνες από εγγονάκια που σκάνε χαμογελάκι με το σάλιο να τρέχει στο πλάϊ, μπροστά σε παππούδες και γιαγιάδες που χτυπάνε παλαμάκια και τραγουδάνε ξελιγωμένοι:

 

You are my sunshine, my only sunshine
You make me happy when skies are gray
You'll never know dear, how much I love you
Please don't take my sunshine away...