ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΟΥ ΜΑΣ ΠΕΡΑΣΕ εμφάνισα λίγη ζαλάδα, ένα 36,8 και λίγο ξερό βήχα. Αυτά αφού η καλεσμένη μας, ετών 64, είχε μπει ήδη στο σπίτι. Το βράδυ είχα 37. Πανικός για τον σύντροφό μου και για τη φίλη. Στη θερμομέτρηση ο Α. είχε επίσης 37. Ανακούφιση και ξεφύσημα μεγάλο, ό,τι είναι το περνάμε μαζί, πώς να αποκλειστείς μέσα στο διαμέρισμα και πώς να μην πάρεις αγκαλιά τον άνθρωπό σου που νοσεί. Μόνη ανησυχία η φίλη, που το επόμενο πρωί μας στέλνει μήνυμα: «Το βράδυ είχα 37, λέτε να φταίει το κρασί και τα αποστάγματα;». Δεύτερη ανακούφιση, δεν την κολλήσαμε εμείς, όχι, δεν θα έχουμε άγχος και ενοχές.


Έπειτα από τηλεφώνημα στον γιατρό μας, μαθαίνουμε ότι πρέπει να παίρνουμε τη θερμοκρασία μας για πέντε ημέρες, όσες κάνει να κατεβεί ο ιός στο κατώτερο αναπνευστικό, και να δούμε αν θα ανεβάσουμε πυρετό ή ό,τι τέλος πάντων. Που σημαίνει μέχρι την Πέμπτη το βράδυ. Για διάγνωση δεν γίνεται φυσικά λόγος, όλα είναι υποθετικά. Ελαφριά συμπτώματα, μένουμε στο σπίτι. Ακολουθούμε εντολές.


Συνδέομαι με τον σέρβερ της εφημερίδας και αρχίζω να δουλεύω γιατί το τεύχος πρέπει να κλείσει. Και κάπου εκεί ανάμεσα σε κείμενα, φωτογραφίες και ομαδικές συζητήσεις στο messenger, μια θερμομέτρηση, ένα κράτημα αναπνοής για να δω αν έχω δύσπνοια, μια κακοκεφιά που δεν εξηγείται ‒μια χαρά εξηγείται‒ και μια ατονία, που φυσικά θα ένιωθα έτσι κι αλλιώς κλεισμένη στο σπίτι, αλλά τώρα παίρνει άλλη σημασία, χώνονται κάτω από το δέρμα και προσπαθούν να αναπτυχθούν προς κάθε κατεύθυνση. Δεν τους επιτρέπω παρά αυτόν τον λίγο χώρο που έχουν καταλάβει ήδη.

 

Ανταλλάσσω μηνύματα και τηλεφωνήματα με φίλες και φίλους που έχουμε ψιλοχαθεί, ευχές και πληροφορίες για συμπτώματα, βιταμίνες, βιβλία και κυρίως αγάπη, αυτή που συνήθως δεν τολμάς να εκφράσεις σε κανονικές συνθήκες.


Στο διάλειμμα μαγειρεύω. Όχι διεκπεραιωτικά, το αντίθετο. Συνταγάρες κανονικές. Στο τραπέζι ανοίγει απαραιτήτως κρασί, ας είναι λίγο μακρύτερος ο μεσημεριανός ύπνος, μπορώ να δουλέψω μέχρι αργά.


Η Φ. ευτυχής, δεν ξέρει ποιον να ενοχλήσει σε ποιον υπολογιστή πρώτα, τόσο που στο τέλος βαριέται τα παιχνίδια και απομονώνεται στο κρεβάτι της.

 

Οι γονείς, αποκλεισμένοι, τα δικά τους. Ένας πατέρας στα 92 με άνοια λόγω ηλικίας κάνει χιούμορ στη μητέρα, δηλώνοντας ότι δεν σκοπεύει να βγει έξω, την ώρα που εκείνη μαγειρεύει και αερίζει το σπίτι, στα 85 της. Γελάμε στο τηλέφωνο, κυρίως με την αντίσταση του πατέρα στη λήθη, ανταλλάσσουμε ευχές και κλείνουμε.


Δύσκολα; Μπα. Το επείγον της εργασίας θεωρητικά με κρατά σε εγρήγορση και δεν νιώθω μελαγχολία ή ό,τι άλλο. Στην πράξη με αποσπά από πράγματα που ευχαρίστως θα έκανα αντ' αυτής: διάβασμα, γράψιμο για μένα, συντροφιά με τον αγαπημένο μου, με μια ταινία, ένα κρασί, μια αγκαλιά. Για σπιτικές εργασίες δεν σκέφτομαι, όχι ακόμα τουλάχιστον. Ούτε για κέντημα, αν και έχω ένα ολοκαίνουριο στην ντουλάπα, με δύο αγγελάκια κουκλιά, ίσως αργότερα.


Από αύριο, αν όλα πάνε καλά και ο πυρετός δεν ανεβεί, αν λήξει ο συναγερμός και φύγει αυτό το υπόγειο άγχος, αυτό το «κι αν κάτι πάει στραβά τι κάνουμε», θα τη χαρώ ακόμη περισσότερο αυτή την απομόνωση. Από προμήθειες είμαστε μια χαρά για είκοσι μέρες –τουλάχιστον.


Στο μεταξύ, ανταλλάσσω μηνύματα και τηλεφωνήματα με φίλες και φίλους που έχουμε ψιλοχαθεί, ευχές και πληροφορίες για συμπτώματα, βιταμίνες, βιβλία και κυρίως αγάπη, αυτή που συνήθως δεν τολμάς να εκφράσεις σε κανονικές συνθήκες.


Τα λουλούδια στη βεράντα ανθίζουν, στους βλαστούς τα μάτια φουσκώνουν, έτοιμα να πετάξουν νέα κλωνάρια και φύλλα, εμείς περιμένουμε τη λήξη του συναγερμού για να βγούμε έξω, να λιαστούμε σαν τη Φ. που κυλιέται στο μωσαϊκό, να απλώσουμε τα πόδια μας και να γελάσουμε με τα πιο χαζά, συνωμοτικά, δικά μας αστεία.


Για σήμερα, κάνουμε τις θερμομετρήσεις μας. Και απλά χαμογελάμε.