ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΠΡΑΓΜΑ ΠΟΥ ΣΚΕΦΤΗΚΑ
όταν άρχισαν να ανακοινώνονται οι περιορισμοί στις μετακινήσεις ήταν το πόσο μάταιο είναι να κάνεις μακροπρόθεσμα πλάνα. Ότι εδώ ο κόσμος καιγόταν κι εγώ κανόνιζα τις λεπτομέρειες για ένα ταξίδι στο Τσοκεχιράο και συζητούσα με τον Σέρτζιο, έναν νεαρό Περουβιανό ιχνηλάτη, για το πώς θα αντέξω το τετραήμερο περπάτημα μέσα στη ζούγκλα του Αμαζονίου. Εντελώς εγωιστικά σκέφτηκα «πάνε τα ταξίδια», το Σαββατοκύριακο στο Μόναχο που είχα κανονίσει ήδη και έχανα και πόσο εκνευριστικό είναι να σου αφαιρούν ένα προνόμιο που είχες αποκτήσει με τα χρόνια, από τις ευκολίες που παρέχει η τεχνολογία και τις χαμηλές τιμές των αεροπορικών και του Airbnb. Τα ταξίδια, που είναι ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της γενιάς των millennials (μέχρι τώρα ταξίδευαν 35 μέρες τον χρόνο, κάνοντας κατά μέσο όρο πέντε ταξίδια, περισσότερα από κάθε άλλη γενιά) και είχαν γίνει πιο δημοκρατικά και πιο εύκολα από ποτέ, ήταν από τα πρώτα που έπληξε ο φόβος της αρρώστιας. Και μόνο στη σκέψη ότι υπάρχει πιθανότητα να τα ζούμε πλέον μόνο μέσα από τις οθόνες με έπιασε απελπισία.


Μετά ήρθαν οι ειδήσεις για τις εκατόμβες νεκρών στην Ιταλία, για νεκρούς παντού, για την καραντίνα ολόκληρων πόλεων, για τα κρούσματα δίπλα μας, για τον πρώτο νεκρό στην Ελλάδα και για το πόσο κινδυνεύουν οι ευπαθείς ομάδες και όλα πέρασαν σε δεύτερη μοίρα. Για τις γενιές με αμερικανικές ονομασίες ‒από τους Baby Boomers και δώθε‒ είναι η πρώτη φορά που βιώνουν κάτι παρόμοιο: συνθήκες πολέμου που θυμίζουν σκηνές από ταινία καταστροφής. Κάποιοι έχουμε μνήμες από το Τσερνόμπιλ –που αναβίωσε μέσα από το περσινό σίριαλ του ΗΒΟ‒, ζήσαμε και τον τρόμο του ιού HIV, παρακολουθήσαμε από μακριά τον πανικό για τον Έμπολα, αλλά ποτέ δεν ήταν όπως τώρα. Τόσο μαζικό και τόσο δίπλα μας.

 

Έκτη μέρα μέσα στο σπίτι, με τις προτεραιότητες να έχουν αλλάξει εντελώς, η μόνη έγνοια είναι πότε θα τελειώσει αυτό που ζούμε, πώς θα ξαναγυρίσει ο κόσμος στην κατάσταση πριν από τον κορωνοϊό και εύχεσαι να βγούμε όλοι σώοι από τον φόβο, σωματικά και ψυχολογικά.


Για πρώτη φορά βρεθήκαμε έγκλειστοι στο σπίτι, με τον φόβο της αρρώστιας να αιωρείται πάνω από τα κεφάλια μας και αδιανόητους περιορισμούς, όπως το να μην μπορείς να επισκεφτείς δικούς σου ανθρώπους που ανήκουν σε ομάδες υψηλού κινδύνου, για να μην τους μεταφέρεις τον ιό. Να πρέπει να προσέχεις συνέχεια τι αγγίζεις, να μην ξεχνάς να απολυμαίνεις τα χέρια σου, να αποφεύγεις επαφές με άλλους ανθρώπους, να βλέπεις τον διπλανό σου ως απειλή, να μη ρισκάρεις καν να δεις τους φίλους σου.

 

Για κάποιον που εργάζεται σε έναν οδηγό πόλης και πρέπει να ασχοληθεί με την πολιτιστική επικαιρότητα, η κατάσταση ακόμα και στη δουλειά είναι πρωτόγνωρη. Χωρίς θέατρα, χωρίς σινεμά, χωρίς συναυλίες και ανοιχτά εστιατόρια, χωρίς μαγαζιά, χωρίς την ύλη που έχεις να διαχειριστείς κάθε εβδομάδα, κι ακόμα χειρότερα, χωρίς να μπορείς να συναντήσεις ανθρώπους, να κυκλοφορήσεις στην πόλη, να πας στο γραφείο, έχεις έρθει αντιμέτωπος με μια εντελώς διαφορετική πραγματικότητα. Και δεν εννοώ τη δουλειά από απόσταση, γιατί από τη στιγμή που η δημοσιογραφία έγινε κατά βάση ηλεκτρονική, τα περισσότερα γίνονταν όπως τώρα, με συντονισμό μέσω mail ή chat. Εννοώ ότι όλα πρέπει να γίνονται πλέον μέσα από το σπίτι, ακόμα και το να βγάλουμε ένα ολόκληρο τεύχος όπως αυτό, χωρίς τη δημιουργική αλυσίδα που δημιουργείται κάθε Τρίτη στο γραφείο. Σου λείπουν οι άνθρωποι, όχι η διαδικασία.

 

O κορωνοϊός ήταν η αφορμή να ξαναθυμηθούμε παρωχημένες λέξεις όπως το «κοκούνινγκ», έναν όρο των '80s που σήμαινε τον εκούσιο εγκλεισμό στην ασφάλεια του σπιτιού (σύμφωνα με το Urban Dictionary, ο νεολογισμός που εκφράζει τη σημερινή κατάσταση είναι το «caving», ο οποίος σχετίζεται απόλυτα με τον ψηφιακό κόσμο, το Ίντερνετ, την τηλεόραση, γενικά την κατ' οίκον αναψυχή αλλά και με την ψυχολογική κατάσταση που συνοδεύει τον εγκλεισμό: κατάθλιψη και αγοραφοβία).


Το caving δεν είναι ο μόνος νεολογισμός που χρησιμοποιείται για τη νέα κατάσταση. Ο τρόπος που νέοι άνθρωποι αποκαλούν τον ιό, συνδέοντάς τον συνειρμικά με ό,τι θυμίζει στον καθένα, έχει επίσης μεγάλο ενδιαφέρον: «ο ιός της μπίρας», «μαραλαγκοϊός» ή «μαραλάγκο», «η γρίπη του Τραμπ». Όπως και οι νέες λέξεις που περιγράφουν την κατάσταση: «κορωναποκάλυψη», «το τέλος του κόσμου από τον κορωνοϊό» ή το «αγκώνισμα», ο νέος χαιρετισμός, χτυπώντας τους αγκώνες, που επικράτησε αυθόρμητα. Οι νέοι άνθρωποι δεν σταματούν ποτέ να είναι εφευρετικοί και να εκπλήσσουν. Ένα από τα καλά νέα που ήρθαν από την Ιταλία μέσα στη γενική αμηχανία ήταν η νέας μορφής κοινωνικοποίηση που έφερε η αρρώστια, όταν οι νέοι άρχισαν να δείχνουν συγκινητικό ενδιαφέρον για τους ηλικιωμένους γείτονές τους και ανέλαβαν να τους ψωνίζουν φαγώσιμα και φάρμακα. Κι εκεί που κανείς δεν μπορούσε να τους κοντρολάρει και να τους κλείσει στο σπίτι, επειδή δεν μπορούσαν να συνειδητοποιήσουν τη σοβαρότητα της κατάστασης, έδειξαν απίστευτη ευαισθησία και έκαναν πράξη το «Δεν είσαι μόνος» με δική τους πρωτοβουλία, δείχνοντας ότι δεν είναι τόσο αδιάφορη και κυνική γενιά όσο την κατηγορούν. Μακάρι να έχουμε κι εδώ ανάλογες κινήσεις.


Έκτη μέρα μέσα στο σπίτι, με τις προτεραιότητες να έχουν αλλάξει εντελώς, η μόνη έγνοια είναι πότε θα τελειώσει αυτό που ζούμε, πώς θα ξαναγυρίσει ο κόσμος στην κατάσταση πριν από τον κορωνοϊό και εύχεσαι να βγούμε όλοι σώοι από τον φόβο, σωματικά και ψυχολογικά. Σκέφτομαι ότι η πρώτη μου ανησυχία ήταν για το Σαββατοκύριακο στο Μόναχο και με πιάνουν τύψεις.