ΜΑΘΑΜΕ ΝΑ ΠΛΕΝΟΥΜΕ
σωστά τα χέρια μας; Μετράμε από μέσα μας τα είκοσι δευτερόλεπτα; Ξέρουμε απ'έξω το pH για όλα τα μαντιλάκια και τα αντισηπτικά που υπάρχουν στην αγορά ή πρόλαβαν και μας τα πήραν όλα, μαζί με τα μακαρόνια και το τελευταίο κιλό αλεύρι; Αν η απάντηση σε όλα αυτά είναι θετική, τότε μάλλον πορευόμαστε όλοι μαζί, πλάι-πλάι, στην οδύσσεια του κορωνοϊού.


Και σκέφτεσαι: τι δεν έχει ειπωθεί ακόμα για την εξάπλωση αυτού του ιού; Δεν τα έχουμε δει όλα; Δεν τα έχουμε διαβάσει όλα; Τι απομένει να μάθουμε; Στα δελτία ειδήσεων κυριαρχούν, για άλλη μια φορά, οι πηχυαίοι τίτλοι, ενώ στα σάιτ η μία είδηση μετά την άλλη ξεκινά με τη λέξη «κορωνοϊός». Κανείς δεν έχει καταλάβει αν βρισκόμαστε σε πόλεμο ή σε κάτι ακόμα χειρότερο. Βασικά, υπάρχει κάτι χειρότερο;


Εντάξει, θα μείνουμε σπίτι μας. Όχι επειδή κάποιος μας το είπε ή επειδή διαβάζουμε όλα αυτά τα τεράστια «STAY ΑΤ HOME» στα social media, αλλά επειδή αυτό πρέπει να κάνουμε για το καλό το δικό μας και των άλλων. Αλλά αν δεν μπορείς να μείνεις σπίτι; Αν έχεις δικό σου άνθρωπο στο νοσοκομείο σε τελικό στάδιο, τότε τι κάνεις; Πας να του πεις ένα τελευταίο αντίο ή ούτε αυτό κάνει; Κι αν δεν πας, τότε πώς ζεις μετά με τις τύψεις ότι δεν του είπες αυτά που ήθελες; Θυσιάζεις την υγεία του δικού σου ανθρώπου ή θυσιάζεις τη δημόσια υγεία; Τι απ' όλα αυτά εμπίπτει στο «φερόμαστε υπεύθυνα»; Ήταν όντως τόσο ουσιαστικός αυτός ο λόγος που με κράτησε πίσω και δεν με άφησε να δώσω το δικό μου φινάλε σε μια σχέση ζωής;

 

Στην Ελλάδα, γνωρίζοντας ήδη το παράδειγμα της γειτονικής Ιταλίας και θέλοντας προφανώς να το αποφύγουμε, ήμασταν κάπως προετοιμασμένοι και η χώρα μπήκε νωρίς σε μια «άτυπη» καραντίνα. Γι' αυτό, όμως, όλοι νιώθουμε μια ασφυξία και μας πιάνει μια μανία να βγούμε έξω, οπουδήποτε, ως μια πράξη αντίστασης.


Μάσκες παντού, μαντιλάκια και σαπούνια σε κάθε γωνιά του σπιτιού ‒ γράψτε λάθος, της προσωπικής μας καραντίνας ήθελα να πω. Εκεί περνάμε –και θα εξακολουθήσουμε να περνάμε– αρκετές ώρες μέχρι να ακούσουμε ένα δημόσιο «Φτου ξελευτερία! Βγείτε στους δρόμους και ζήστε ό,τι στερηθήκατε τις προηγούμενες εβδομάδες». Αλλά, προς το παρόν, αντέχεται ο τόσος εγκλεισμός; Κι αφού, σε εποχές προ κορωνοϊού, πολλοί διαμαρτύρονταν ότι δεν προλαβαίνουν να δουν τα παιδιά, τους φίλους και τους συγγενείς τους, τώρα τι τους φταίει; Μήπως το σπίτι μας, το μόνο ίσως μέρος όπου αισθανόμαστε ασφάλεια, άφησε αυτή την ασφάλεια να μας καταπιεί; Μήπως, τελικά, δεν αισθανόμαστε πουθενά ασφαλείς;


«Μας έκοψαν και τον Ολυμπιακό και τη Formula 1!» ακούω να λέει ένας κύριος γύρω στα 50 στον πάγκο με τα τυριά, σε ένα σούπερ μάρκετ που μοιάζει με δυστοπία που έγινε πραγματικότητα. Φυσικά, προσπαθώ να κρατήσω μια απόσταση τουλάχιστον δύο μέτρων, όχι επειδή δεν μου αρέσει ο Ολυμπιακός ή δεν βλέπω Formula 1, αλλά επειδή έτσι ζούμε τις τελευταίες μέρες – με αποστάσεις.

 

Κι αυτές οι αποστάσεις δεν αφορούν μόνο τους πάγκους στα σούπερ μάρκετ, που παρεμπιπτόντως είναι από τα πιο κουλ μέρη αυτή την περίοδο, αλλά και τον πολιτισμό. Πόσο γρήγορα και με ποιες ιδιαίτερες τεχνικές ανοίγουμε το φερμουάρ στην τσάντα μας για να πάρουμε το μαντιλάκι ή να αρπάξουμε το αντισηπτικό κάθε φορά που συναντάμε στον δρόμο μας Κινέζο; Γιατί, ως γνωστόν, η Κίνα, μια χώρα της οποίας ο πληθυσμός ξεπερνά το 1 δισεκατομμύριο, έχει μόνο μία πόλη, τη Γουχάν. Γι' άλλη μια φορά, ο πανικός ξεπέρασε την κοινή λογική και δεν κατάφερε να μας μάθει πώς πρέπει να συμπεριφερόμαστε.

 


Υπάρχει, όμως, και η άλλη πλευρά, η πιο χαλαρή. Σε αυτήν εντάσσονται οι σταρ της νέας γενιάς, οι TikTokers, οι οποίοι, αφού έκλεισαν τα σχολεία και τα φροντιστήρια, σκέφτηκαν: «Τι να κάνουμε; Ας φτιάξουμε βιντεάκια στο TikTok για να σκοτώσουμε την ώρα μας. Έτσι κι αλλιώς, δεν μπορούμε να πάμε πουθενά».


Εκεί, με «οδηγό» τη φράση «It's Corona Time» θα δεις εφήβους να αντιμετωπίζουν με χιουμοριστική διάθεση την εξάπλωση του ιού. Άλλοι λούζονται με ειδικά απολυμαντικά και αποφεύγουν να ακουμπήσουν την παραμικρή επιφάνεια, άλλοι βλέπουν την καραντίνα ως την ιδανική ευκαιρία για να μη βλέπουν όλους αυτούς που αποφεύγουν εδώ και καιρό, ενώ άλλοι κλαίνε μπροστά στην κάμερα επειδή κοιτάζουν το θερμόμετρο που φτάνει τους 40 βαθμούς. Είναι κι αυτή μια εναλλακτική για να αντιμετωπίσει κανείς μια πανδημία, πόσο μάλλον για μια γενιά σαν τη Ζ, που δεν την απασχολεί ιδιαίτερα αν έπεσαν οι δείκτες του Χρηματιστηρίου και τι σημαίνει ο κορωνοϊός για την παγκόσμια οικονομία.


Αυτά τα βίντεο, μάλιστα, έχουν ξεπεράσει τις τελευταίες μέρες τις πέντε δισεκατομμύρια προβολές, πράγμα που αποδεικνύει ότι αυτός ο κόσμος δεν ήταν καθόλου έτοιμος για όλο αυτό το κύμα «σκληρής» ειδησεογραφίας και προσπαθεί να βρει ένα δικό τους, πιο ανάλαφρο τρόπο για να τη διαχειριστεί.


Δεν νομίζω, πάντως, ότι έχει μείνει κάτι που δεν έχει ειπωθεί για τον κορωνοϊό. Στην Ελλάδα, γνωρίζοντας ήδη το παράδειγμα της γειτονικής Ιταλίας και θέλοντας προφανώς να το αποφύγουμε, ήμασταν κάπως προετοιμασμένοι και η χώρα μπήκε νωρίς σε μια «άτυπη» καραντίνα. Γι' αυτό, όμως, όλοι νιώθουμε μια ασφυξία και μας πιάνει μια μανία να βγούμε έξω, οπουδήποτε, ως μια πράξη αντίστασης. Ίσως γι' αυτό να ανταποκρίθηκαν τόσοι πολλοί στην πρόταση να χειροκροτήσουμε από τα μπαλκόνια μας το έργο των γιατρών και του νοσοκομειακού προσωπικού που αυτές τις μέρες κάνει συγκινητικές προσπάθειες. Ίσως η βεράντα του σπιτιού μας να είναι πλέον η μόνη μας έξοδος και ένας τρόπος επικοινωνίας με τον έξω κόσμο.


Όπως και να 'χει, το ερώτημα που γυρίζει συνεχώς στο μυαλό μου την τελευταία εβδομάδα είναι το εξής: «Μήπως μπουχτίσαμε λίγο με τόσο κορωνοϊό; Μήπως;».