ΠΡΟΣΠΑΘΟΥΜΕ ΝΑ ΤΟ ΠΑΛΕΨΟΥΜΕ.  Άλλοι ξαφνικά χωρίς έσοδα, άλλοι απολυμένοι χωρίς προοπτική για δουλειά, άλλοι με ζωή λάστιχο, χωρίς ωράριο, με απλήρωτες υπερωρίες, με χρέη που τρέχουν. Όλοι όμως με φόβο και αγωνία. Η επόμενη μέρα θα είναι άλλου κόσμου.

 

Κάποιοι ζουν το αστικό τους ρομάντσο. Κυκλοφορούν lifestyle οδηγοί επιβίωσης, φτιάχνεται το trend της πανδημίας. Μην υποτιμάτε την ανεξάντλητη δύναμη της βλακείας, διεκδικεί το δικό της μερίδιο: δείτε τους χαρούμενους και τις χαρούμενες στην τηλεόραση, στα σόσιαλ μίντια. 

 

Πολλοί ακόμα ίσως σκεφτόμαστε ψύχραιμα, θυμώνουμε με την Εκκλησία, γελάμε με τους όψιμους λάτρεις γιατρών και νοσηλευτών που χτες βρίζανε τους κηφήνες του Δημοσίου. 

 

Δίνουμε μάχη. Θα είναι μακρύς ο πόλεμος, θα έχουμε θύματα, θα χάσουμε δικούς μας ή δικούς δικών μας. Θα αρρωστήσουμε μάλλον κι εμείς. Μακάρι να βγούμε από τη μάχη, μακάρι να έρθουν όλοι οι φίλοι το καλοκαίρι στο πάρτι που υποσχεθήκαμε προχτές στον εαυτό μας όταν ήμασταν μόνοι στο σπίτι. Ένα πάρτι για να πιούμε, να αγκαλιαστούμε και να φιληθούμε σαν να είναι τα πρώτα μας φιλιά.

 

Να ’μαστε, λοιπόν, όλοι εμείς, σε limbo δωματίου, στο ενδιάμεσο κενό, στο μετέωρο βήμα. Έχουμε ανοιχτά τα τσατ στα σόσιαλ μίντια, ανταλλάσσουμε σαχλαμάρες με φίλους (αχ, πόσο ανακουφιστική η σαχλαμάρα!). Και ο σαρκασμός και ο αυτοσαρκασμός και τα σεξουαλικά πειράγματα και οι πλακίτσες για την ηλικία και τις επιδόσεις, τώρα όλα τα πολυφορεμένα αστεία δείχνουν την αξία τους. Τώρα όλα τα γνώριμα μετράνε.

 

Κολλάμε σε τηλεοράσεις και κινητά, διαβάζουμε, γράφουμε, ακούμε, ποστάρουμε. Η μανία του εφήμερου. Περίεργο, όσο πιο πολύ μιλάμε, τόσο νιώθουμε απόσταση ασφαλείας από αυτό που συμβαίνει. Που πρόκειται να συμβεί, κυρίως. 

 

Σκεφτόμαστε τι να κάνουμε με τα παιδιά μας, όσοι έχουμε παιδιά. Πώς βιώνουν την επιδημία. Πώς τα καθησυχάζουμε, πώς ακούμε τους φόβους τους, πόση πληροφορία αντέχουν. Πώς να μην τους πούμε ψέματα, να μείνουμε ψύχραιμοι και ειλικρινείς. Να τα πείσουμε να μη φοβούνται, ότι τα προσέχουμε. Αλλά και πώς κάνουμε την αρρώστια μάθημα ευθύνης. Αν αγαπάνε και φροντίζουν τον εαυτό τους, θα ξέρουν να φροντίζουν και τους άλλους. 

 

Και σκεφτόμαστε τι να κάνουμε με τα μεγάλα παιδιά, όσοι έχουμε. Με τον εγκλεισμό της σύγκρουσης. Είναι ίσως ο πρώτος σοβαρός τους καταναγκασμός, η πρώτη μακροχρόνια δέσμευση. Παλεύουμε να οριοθετήσουμε μια νέα καθημερινότητα. Φίλοι δηλώνουν ανήμποροι να συμφωνήσουν δυο κανόνες με τα μεγάλα παιδιά τους. Είναι μια αποτυχία όλων μας, είτε παίζουμε είτε δεν παίζουμε τους γονείς. Η έλλειψη ορίων, η μη ενασχόληση, η άτακτη υποχώρηση γιατί «το παιδί βαριέται», τώρα πληρώνονται βαριά. Μπορεί όμως ο ιός να δώσει την ευκαιρία να ξανακάτσει ο καθένας στην ηλικία του, να ξαναβρεί τον ρόλο του. Ίσως φτιαχτούν νέες συμφωνίες μετά τα νεύρα ή παρά τα μούτρα. Και στο κάτω-κάτω, είναι και η πόρτα που κοπανάει μέρος της ενηλικίωσης. 

 

Και σκεφτόμαστε τρόπους να στηρίξουμε παππούδες και γιαγιάδες. Κι αν οι δικοί μας γέροι είναι μακριά, να τους έχουμε κατά νου, να τους μιλάμε. Κι αν είναι άλλοι ηλικιωμένοι κοντά, στην πολυκατοικία, στη γειτονιά, να πέσει «σύρμα» ότι είμαστε εδώ αν χρειαστούν κάτι. Έναν λογαριασμό να πληρωθεί, ένα ψωμί απ’ τον φούρνο. 

 

Μέσα σε όλα να μην ξεχάσουμε να σκεφτούμε τον εαυτό μας: τι θα κάνουμε το πρωί που θα ξυπνήσουμε με ψηλό πυρετό. Πώς θα μείνουμε ψύχραιμοι. Πού θα πάρουμε τηλέφωνο. Ποιος θα αφήσει ένα φαΐ έξω από την πόρτα. Πού θα πάει το παιδί μας, αν ζούμε μόνοι μαζί του. Ποιος θα μας πάει στο νοσοκομείο. 

 

Δίνουμε μάχη. Θα είναι μακρύς ο πόλεμος, θα έχουμε θύματα, θα χάσουμε δικούς μας ή δικούς δικών μας. Θα αρρωστήσουμε μάλλον κι εμείς. Μακάρι να βγούμε από τη μάχη, μακάρι να έρθουν όλοι οι φίλοι το καλοκαίρι στο πάρτι που υποσχεθήκαμε προχτές στον εαυτό μας όταν ήμασταν μόνοι στο σπίτι. Ένα πάρτι για να πιούμε, να αγκαλιαστούμε και να φιληθούμε σαν να είναι τα πρώτα μας φιλιά. 

 

Άλλοι απόψε το βράδυ θα διαβάσουμε ένα βιβλίο, άλλοι θα δούμε ταινία, θα τσατάρουμε, θα τσακωθούμε με τον άντρα, τη γυναίκα, τη μάνα, το παιδί μας. Άλλοι δεν θα ανταλλάξουμε λέξη με κανέναν. Θα πέσουμε νωρίς ή αργά, θα κάνουμε σεξ ή όχι, θα κοιμηθούμε αγκαλιά ή μόνοι. Ό, τι κι αν κάνουμε, θα φωλιάζουν εκεί και η αγωνία, και η μοναξιά και ο φόβος του θανάτου. 

 

Δεν πειράζει. Καλώς να ’ρθουν. Τα περιμένουμε με το απολυμαντικό στο χέρι, με ένα τραγουδάκι στα ηχεία, στο δικό μας απόρθητο κάστρο.