Στην πίτα του ενενηνταπέντε είχαμε την πολυτέλεια (που δεν ξέραμε τότε πως ήταν πολυτέλεια) να θρηνήσουμε μετ' ευτελείας όλους τους νεκρούς του ενενηντατέσσερα -για την ακρίβεια όσους έβγαλε η κληρωτίδα στο πλαστικό μπωλ έβγα που 'χε ξεμείνει απ'τις αλκυονίδες, γιατί δεν χωρούσαν στην πίτα όλοι οι νεκροί του ενενηντατέσσερα, γιατί το ενενηντατέσσερα είχε θερίσει μπόλικες αγάπες και μας ανακήρυξε εμπειρογνώμονες απώλειας .


Χωρίς να μας λες κι ακριβώς προσκοπάκια, ήμασταν ακόμα πολύ νέοι, μαλώναμε κάθε δέκα λεπτά, ερωτευόμασταν κάθε πέντε, κλαίγαμε κάθε τρία. 'Ηταν η τελευταία μας κοινή πρωτοχρονιά στο νησί που δεν πρόλαβε να μας καταπιεί μ' όλα μας τα κοκαλάκια. Τα αποτελέσματα της φοβερής κλήρωσης έστεψαν «κομμάτια της πίτας 1995» τα κορίτσια (Τώνια Μαρκετάκη- Φρίντα Λιάππα, από ένα κομμάτι, τις βάλαμε παρέα), την Μελίνα Μερκούρη, τον Μιχάλη Νικολινάκο (τον έγραψα τρεις φορές στον κλήρο λόγω τρελής αδυναμίας- μικροκλεψιά, αλλά με τσάκισε στον 'Ανθρωπο του τραίνου) και τον Κερτ Κομπέιν. 'Εμειναν απέξω νεκροί-φαβορί: Μπουκόφσκι, Χατζιδάκις, Ακριθάκης– δεν γινόταν αλλιώς, τα κομμάτια ήταν μετρημένα κι οι νεκροί περίσσευαν.


Την πρωτοχρονιά του ενενηνταπέντε δεν ξέραμε ότι σιγά-σιγά θα αποχαιρετούσαμε ένας-ένας τον Κόντε που μας περιέθαλψε τόσα χρόνια, δεν ξέραμε ότι η κληρωτίδα θα ξεχείλιζε από θερισμένους, δεν ξέραμε ότι ζούσαμε μια από τις πολυτελέστερες στιγμές μας: πέντε νεκροί και τέσσερις ζωντανοί γύρω- γύρω όλοι ,στη μέση οκτώ κομμάτια βασιλόπιτας και χίλια κομμάτια έρωτες.


Το φλουρί, τελικά, το κέρδισε ο Κερτ Κομπέιν. Το'χουμε ακόμα- να μας φυλάει από κακό μάτι και πρόωρο γήρας.