Σε τυφλώνει το άσπρο για να μην δεις το μαύρο.
Σε τυφλώνει το άσπρο για να μην δεις το μαύρο.

 

Κάθεσαι και χαζεύεις άσπρα- λες ίδια στην αρχή, αλλά ποτέ το άσπρο δεν είναι ίδιο. Άλλο του ειδικευόμενου, άλλο του επιμελητή βου. Άλλο της αδελφής, άλλο της προϊσταμένης. Αυτός που υπέγραψε κακές βιοψίες και πιστοποιητικά στον αγύριστο έχει το άσπρο το ξέξασπρο κι απ' τον ήλιο ξεξασπρότερο. Σε τυφλώνει το άσπρο για να μην δεις το μαύρο.

 

Κι ύστερα απολύεται ο κιουρέϊτορ μέσα σου. Είναι νοσοκομείο. Έχει κανονικούς αρρώστους, κανονικούς γιατρούς, κανονικό θάνατο. Οι καθετήρες δεν είναι περφόρμανς και εσύ δεν είσαι η Αίγλη Ζαππείου. Αυτός που φωνάζει από την πάνω παθολογική δε θα γυρίσει σπίτι του μετά το βερνισάζ. Δεν έχει ρόδινα ακρογιάλια και σκασιαρχείο στην αμερική εκεί μέσα.

 

 

 

Αλλά εσύ που είσαι πραγματική ελληνίδα κάνεις την κινέζα, τον κινέζο και τα κινεζόπουλα. Εσύ είσαι αδύναμη, κακομαθημένη κι έχεις μπλέξει άσχημα. Εσένα σ' έφεραν για να γράψεις ποίημα. Εσύ θα δραματουργήσεις, μη φοβάσαι. Εσύ είσαι η προτεζέ του τοπ γιατρού, θα βγεις ολόδροση και θα πας για καφέ.

 

- Αλλά εσύ, που όλα αυτά, έχεις ήδη ασπρίσει.