Το «Wolfwalkers» του σπουδαίου Τομ Μουρ είναι το καλύτερο animation της χρονιάς και προβάλλεται από την πλατφόρμα της AppleTV. Διαδραματίζεται στην κατεχόμενη από τους Άγγλους Ιρλανδία του 17ου αιώνα και ηρωίδες είναι δυο μαγεμένες γυναίκες, δυο φωτισμένα κορίτσια που οδηγούν τους λύκους στον αγώνα επιβίωσής τους μέσα στο απειλούμενο δάσος.

Η κόρη του κυνηγού και ορφανή από μητέρα, η Ρόμπιν, γίνεται φίλη με ένα ενθουσιώδες θηλυκό πλάσμα, ένα μαγικό υβρίδιο κοριτσιού και λύκου, και μαθαίνει να αγαπά τους εχθρούς της σε ένα πρώτο βήμα για την κατάρριψη των προκαταλήψεων, που θα οδηγήσει σε μεγάλη περιπέτεια κόντρα στον μισητό και γεμάτο μίσος δεσπότη του Κιλκένι.

Παραλλαγή των μύθων για τους κακούς λύκους και τα παιδιά που μεγαλώνουν μέσα στον φόβο, το «Wolfwalkers» ανατρέπει θεσπέσια τις παραδοσιακές παραβολές και ουσιαστικά μιλά για τον ακτιβισμό της μικρής κοινότητας απέναντι στη σκληρή παγκοσμιοποίηση. Αντί να μεταφέρει την οικολογική καρδιά του έργου σε κάποιο εξωτικό χωριό που δέχεται επίθεση από την πολιτισμένη βαρβαρότητα, προσωποποιεί τα στοιχεία της φύσης και τα ζώα, δίνοντάς τους τη χάρη και τη δύναμη που σταδιακά εγκαταλείπουν τον πολιορκημένο από την απληστία αστό.

 

Το αντίπαλο δέος στη φετινή σοδειά του animation είναι το «Soul», που έκανε πρεμιέρα στο Disney+ ανήμερα Χριστούγεννα. Μαζί με τα «Μυαλά που κουβαλάς» και το «Κόκο» συνθέτει μια άτυπη μεταφυσική τριλογία για λογαριασμό της Pixar.

 

Ο Ιρλανδός δημιουργός των «The secret of Kells» και «Song of the sea» εμπνέεται εικαστικά από το γιαπωνέζικο anime, αισθητικά από το κλασικό «δυτικό» κινούμενο σχέδιο και αφηγηματικά από τη λαϊκή παράδοση της ευρύτερης «γειτονιάς» του και ανακατεύει αρχαίες δοξασίες και σύγχρονα αιτήματα σε ένα πλούσιο σε κοντράστ και μεγάλο σε καρδιά φιλμ.

 

Tο «Soul» χορεύει σε οικείους urban ρυθμούς, και μάλιστα σε ακριβείς νεοϋορκέζικες τοποθεσίες, προτείνοντας ένα ενισχυμένο οπτικό πλαίσιο της άπιαστης έννοιας του επέκεινα, με τα σχήματα και τις φωτοσκιάσεις που πρωτοείδαμε στο «Inside Out» ‒ και φυσικά με χιούμορ και τρομερή μουσική επένδυση.
Tο «Soul» χορεύει σε οικείους urban ρυθμούς, και μάλιστα σε ακριβείς νεοϋορκέζικες τοποθεσίες, προτείνοντας ένα ενισχυμένο οπτικό πλαίσιο της άπιαστης έννοιας του επέκεινα, με τα σχήματα και τις φωτοσκιάσεις που πρωτοείδαμε στο «Inside Out» ‒ και φυσικά με χιούμορ και τρομερή μουσική επένδυση.

 

Το αντίπαλο δέος στη φετινή σοδειά του animation είναι το «Soul», που έκανε πρεμιέρα στο Disney+ ανήμερα Χριστούγεννα. Μαζί με τα «Μυαλά που κουβαλάς» και το «Κόκο» συνθέτει μια άτυπη μεταφυσική τριλογία για λογαριασμό της Pixar, που εδώ βρίσκει τη φόρμα της, δηλαδή πιάνει δουλειά στη φαντασία, που την έκανε να ξεχωρίσει από το ξεκίνημά της.

 

Το «Soul» είναι το αντίθετο του «Wolfwalkers», στο μέτρο που πραγματεύεται την εντελώς αμερικανική εμμονή με την ατομικότητα και την ιδανική της ενσάρκωση στον κοινωνικό ανταγωνισμό. Άλλωστε, η τζαζ, που είναι το αντικείμενο και το μεγάλο πάθος του πρωταγωνιστή, φημίζεται για την ιδιότυπη εγωκεντρικότητα ενός ιδιώματος που ευνοεί τα σόλο και την προσωπική βελτίωση στις μουσικές ικανότητες ‒ λένε πως οι rockers παίζουν για το κοινό και οι jazzmen για την πάρτη τους.

 

 

Όταν ο Τζο πεθαίνει, αρνείται να δεχτεί το τέλος ως θέσφατο και μαγειρεύει την επιστροφή του στα εγκόσμια για να προλάβει την ευκαιρία της ζωής του, μια βραδιά στο κλαμπ όπου ονειρευόταν να παίξει πιάνο, από τότε που τον πρωτοπήγε ο πατέρας του και μαγεύτηκε. Για να τα καταφέρει, αλλάζει ταυτότητα και χρησιμοποιεί τη σκανταλιάρικη, ασυμβίβαστη ψυχή ενός αγέννητου παιδιού που ακούγεται σαν κορίτσι, αν και δεν έχει ακριβώς φύλο ‒ πώς θα μπορούσε, αφού δεν έχει ακόμη υπάρξει, συνεπώς το εκλαμβάνουμε ως non binary με θηλυκές τάσεις.

 

 

Κι ενώ το «Wolfwalkers» ποντάρει στις διαβαθμίσεις των χρωμάτων, μεταβαίνοντας έξοχα από τη βαρετή μονοχρωμία του καταπιεσμένου χωριού στο οργιώδες πράσινο του δάσους και στην παγανιστική μετατροπή της ενσάρκωσης, το «Soul» χορεύει σε οικείους urban ρυθμούς, και μάλιστα σε ακριβείς νεοϋορκέζικες τοποθεσίες, προτείνοντας ένα ενισχυμένο οπτικό πλαίσιο της άπιαστης έννοιας του επέκεινα, με τα σχήματα και τις φωτοσκιάσεις που πρωτοείδαμε στο «Inside Out» ‒ και φυσικά με χιούμορ και τρομερή μουσική επένδυση.

 

Η δουλειά του Πιτ Ντόκτερ στο στακάτο μοντάζ και στην τρέλα της πλοκής είναι αξιοθαύμαστη, αλλά το πολυθεματικό έργο θα είχε εξαντληθεί στη φιλόδοξη ιδέα του και στην απλοϊκότητα του μηνύματος της αφοσίωσης σε έναν χρήσιμο και αποδοτικό σκοπό αν δεν υπήρχε η συμβολή αυτού του μικρού κοριτσιού με τον αδούλευτο χαρακτήρα, της 22, που δείχνει τον δρόμο, αν και φαίνεται πελαγωμένη στο πρωθύστερο απωθημένο και την ανεξήγητη δειλία της.

 

Ο Κλούνι, ο οποίος πρωταγωνιστεί, δανείζεται από post-apocalyptic και science fiction περιπέτειες καλύτερες από τον κομψό αλλά λιποβαρή «Ήλιο του Μεσονυκτίου» ‒ ενθέτει μια ημίωρη σεκάνς που παραπέμπει στο «Gravity» του Κουαρόν, ενώ ολόκληρος ο τόνος της ελεγειακής ταινίας πατά στο «Road».
Ο Κλούνι, ο οποίος πρωταγωνιστεί, δανείζεται από post-apocalyptic και science fiction περιπέτειες καλύτερες από τον κομψό αλλά λιποβαρή «Ήλιο του Μεσονυκτίου» ‒ ενθέτει μια ημίωρη σεκάνς που παραπέμπει στο «Gravity» του Κουαρόν, ενώ ολόκληρος ο τόνος της ελεγειακής ταινίας πατά στο «Road».

 

Το πολυαναμενόμενο «Midnight Sky» του Τζορτζ Κλούνι, που προβάλλεται στο Netflix, βαδίζει αργά και βασανιστικά, όπως ακριβώς κυλά η ζωή του επιστήμονα Ογκουστίν Λόφτχαουζ, που επιλέγει να μείνει μόνος και άρρωστος σε έναν σταθμό του Αρκτικού Κύκλου, λίγες ημέρες μετά από έναν συντριπτικό παγκόσμιο όλεθρο το 2049. Στην προσπάθειά του να αποτρέψει ένα διαστημόπλοιο από το να επιστρέψει στην καμένη Γη, ένα κοριτσάκι, βουβό και φοβισμένο, του κρατά συντροφιά, δίνοντάς του την ικμάδα που χρειάζεται για να κινητοποιηθεί μπροστά στον επερχόμενο κίνδυνο.

 

Ο Κλούνι, ο οποίος πρωταγωνιστεί, δανείζεται από post-apocalyptic και science fiction περιπέτειες καλύτερες από τον κομψό αλλά λιποβαρή «Ήλιο του Μεσονυκτίου» ‒ ενθέτει μια ημίωρη σεκάνς που παραπέμπει στο «Gravity» του Κουαρόν, ενώ ολόκληρος ο τόνος της ελεγειακής ταινίας πατά στο «Road».

 

Η μοναδική ειδοποιός διαφορά είναι η αινιγματική παρουσία του κοριτσιού: δεν είναι απλώς η κινητήρια δύναμη ή ένα σύμβολο ελπίδας και ζωής αλλά ο κρίκος με το παρελθόν και το μέλλον, ο σύνδεσμος μιας σκληρής προσωπικής επιλογής με το τίμημα ενός προφητικού επιστημονικού οράματος, όπως αποκαλύπτεται στην καλύτερη σκηνή της ταινίας, μια συνομιλία που έρχεται στο τελευταίο δεκάλεπτο.

 

Η αμαζόνα Νταϊάνα Πρινς της Γκαλ Γκαντότ, που βρήκε καταφύγιο στο HBO Max, χουζουρεύει στους αιθέρες και προτείνει την αεροδυναμική γροθιά της ως άλλη Supergirl, εναλλάσσει σέξι κοστούμια με φανταχτερές στολές.
Η αμαζόνα Νταϊάνα Πρινς της Γκαλ Γκαντότ, που βρήκε καταφύγιο στο HBO Max, χουζουρεύει στους αιθέρες και προτείνει την αεροδυναμική γροθιά της ως άλλη Supergirl, εναλλάσσει σέξι κοστούμια με φανταχτερές στολές.

 

Η «Wonder Woman» μεταφέρεται στο φλούο, ριγκανικό 1984 και κάνει αυτό που περιμένουμε: επιχειρεί να σώσει τον κόσμο από έναν μεγαλομανή που υφαρπάζει τη μαγική ικανότητα της πραγματοποίησης κάθε ευχής για προσωπικό του όφελος. Η αμαζόνα Νταϊάνα Πρινς της Γκαλ Γκαντότ, που βρήκε καταφύγιο στο HBO Max, χουζουρεύει στους αιθέρες και προτείνει την αεροδυναμική γροθιά της ως άλλη Supergirl, εναλλάσσει σέξι κοστούμια με φανταχτερές στολές, μελαγχολεί στην ιδέα της βίας σαν να προβάρει το ζοφερό μέλλον, φλερτάρει και ρισκάρει με την ουτοπία του μεγάλου έρωτα και προς στιγμήν μάς κάνει να ανησυχούμε όταν μια απρόσωπη συνάδελφος, η Κρίστεν Γουίγκ σε κόντρα ρόλο, ζηλεύει το στυλ και την άνεσή της και θέλει να της μοιάσει, με την κακή έννοια.

 

Ωστόσο, το σίκουελ της Πάτι Τζένκινς τρώει από τα έτοιμα, όσο θόρυβο κι αν κάνει. Το μενού είναι σεταρισμένο: το πολυπληθές κιτς της Θεμίσκυρας για ορεκτικό με προειδοποιητικό μήνυμα μαζί με μια χορταστική κατάβαση εξ ουρανών με το λάσο ανά χείρας, ένα αδικαιολόγητα μακρύ ταξίδι της κυρίως υπόθεσης στην πλοκή κι ένα τραβηγμένο μελό επιδόρπιο σωτηρίας.

 

Η υποσημείωση, ωστόσο, έχει σημασία, με την εμφάνιση-έκπληξη μιας γυναίκας στους τίτλους που μπορεί να αποτελέσει συνέχεια σε κόμικ που ήρθε στη μικρή οθόνη μέσα στις εσώκλειστες γιορτές ως τεκμήριο σταδιακής απομάκρυνσης του κοινού από τον κινηματογραφικό υπερηρωισμό, σε μια φάση που φοβάμαι πως θα χρειαστεί εκ βάθρων ανασύνταξη για να ενεργοποιήσει τον γρήγορο μεταβολισμό των ζηλωτών.