«Το μόνο που ήθελα είναι να είμαι ένας ξένος σκηνοθέτης», έχει δηλώσει ο Γούντι Άλεν, «αλλά φυσικά είμαι από το Μπρούκλιν, το οποίο δεν είναι ξένη χώρα. Μέσα από ένα ευτυχές ατύχημα κατέληξα να είμαι ξένος σκηνοθέτης, επειδή δεν μπορούσα να μαζέψω λεφτά με κανέναν άλλο τρόπο».

 

Ο Γούντι Άλεν έχει μιλήσει στο παρελθόν στους Νew Υork Τimes για τις τέσσερις ιταλικές ταινίες που τον επηρέασαν βαθιά. «Εφηύραν μια μέθοδο αφήγησης και ξαφνικά, για μας τους υποδεέστερους θνητούς, έγινε αποδεκτό να πεις μια ιστορία μ' αυτό τον τρόπο. Φτιάχνουμε τις δικές μας βερσιόν, κι ας μην είναι τόσο σοκαριστικά καινοτόμες και λαμπρές όσο ήταν όταν τις έφτιαξαν οι δημιουργοί τους».

 

Βλέποντας τον Κλέφτη ποδηλάτων δεν χρειάζεται να σκεφτείς τίποτα, απλά παρατηρείς τους χαρακτήρες και την κατάστασή τους. Είναι άψογη – κάθε μέρος της λειτουργεί τέλεια.

 

Κλέφτης ποδηλάτων

του Βιτόριο ντε Σίκα

1948 

Ο Lamberto Maggiorani και ο Enzo Staiola στον «Κλέφτη ποδηλάτων» του Βιτόριο ντε Σίκα (1948).
Ο Lamberto Maggiorani και ο Enzo Staiola στον «Κλέφτη ποδηλάτων» του Βιτόριο ντε Σίκα (1948).

 

Αυτή για μένα είναι η υπέρτατη ιταλική ταινία και μια από τις καλύτερες όλου του κόσμου. Κυκλοφόρησε όταν ήμουν έφηβος, την εποχή που βγήκαν και το «Stromboli» και το «Πικρό Ρύζι». Όταν βλέπεις αυτή την ταινία σου φαίνεται τόσο απλή και αβίαστη. Εννοώ, τι θα μπορούσε να είναι πιο απλό; Ένας άντρας έχει ένα ποδήλατο το οποίο είναι απαραίτητο για την επιβίωσή του και κάποια στιγμή του το κλέβουν, οπότε το αναζητά μαζί με τον γιο του. Η σχέση του παιδιού με τον πατέρα του μοιράζεται ανάμεσα στην οργή και την απελπισμένη αγάπη. Δεν μπορεί παρά να κάνει αίσθηση στο πιο πρωτόγονο επίπεδο. Δεν χρειάζεται να σκεφτείς τίποτα, απλά παρατηρείς τους χαρακτήρες και την κατάστασή τους. Είναι άψογη – κάθε μέρος της λειτουργεί τέλεια.

 

Λούστρο Παπουτσιών

του Βιτόριο ντε Σίκα

1946

Το «Λούστρο παπουτσιών» είναι ένα αριστούργημα που δεν του δόθηκε η απαραίτητη σημασία.
Το «Λούστρο παπουτσιών» είναι ένα αριστούργημα που δεν του δόθηκε η απαραίτητη σημασία.

 

Είδα αυτή την ταινία πιο μεγάλος, διανύοντας τη δεκαετία των 30, και για μένα ήταν σαν ένα αριστούργημα που δεν του δόθηκε η απαραίτητη σημασία. Δεν πρέπει να την έχουν δει πολλοί, επειδή ποτέ δεν συναντάω κάποιον που την έχει δει. Ξεκινά σαν μια ιστορία δυο παιδιών με φιλική σχέση που αγοράζουν μαζί ένα άλογο, αλλά έπειτα όλα καταλήγουν σε ντόμινο, όπου τα πράγματα πάνε από το κακό στο χειρότερο. Σκέφτομαι πως κάποιοι άνθρωποι ζουν με το άγχος να μην κατηγορηθούν άδικα ή να φυλακιστούν και να μην μπορούν να έρθουν σε επαφή με τον έξω κόσμο, και τα πράγματα γίνονται ολοένα και χειρότερα – με αποτέλεσμα την πλήρη έλλειψη πολιτισμού και των νομικών διαδικασιών. Όμως όλη η ποίηση της ταινίας για μένα βρίσκεται στη σχέση των δυο αγοριών. Εκεί που υπήρχε μια απλή φιλία, μια αμοιβαία τρυφερότητα, κατέληξαν σε βίαια αντιπαράθεση.

 

Blow-up

του Μικελάντζελο Αντονιόνι

1966

Ο David Hemmings πάνω από τη Veruschka von Lehndorff στο «Blow-Up» (1966).
Ο David Hemmings πάνω από τη Veruschka von Lehndorff στο «Blow-Up» (1966).

 

Σίγουρα δεν είναι η καλύτερη ταινία του Αντονιόνι και δεν βρίσκεται στο ίδιο επίπεδο με τις υπόλοιπες που ανέφερα, αλλά πρόκειται για μια πολύ όμορφη εμπειρία. Έχει τόσο υπέροχη φωτογραφία από τον Carlo Di Palma και η ιστορία είναι τόσο ενδιαφέρουσα, παρόλο που ξετυλίγεται με συγκεκριμένους τρόπους. Υπάρχει μια ζωή γεμάτη ζωντάνια, γεμάτη μουσική, όμορφες γυναίκες, ελεύθερο σεξ και το Λονδίνο των swinging sixties στα καλύτερά του. Αλλά αν πάρεις μια στιγμή από αυτήν τη ζωή και τη σταματήσεις για ένα δευτερόλεπτο και τη μεγεθύνεις, αυτό που θα δεις είναι ο θάνατος. Και είσαι πραγματικά παρών μαζί με τον David Hemmings, όταν κάνει αυτή την ανακάλυψη. Είσαι στο στούντιο μαζί του όταν βάζει τις φωτογραφίες στον τοίχο και ανακαλύπτει κάτι. Αν σταματήσεις τον θόρυβο, το χρώμα και τη λάμψη και παρατηρήσεις πολύ καλά, θα αντιληφθείς ότι ο θάνατος είναι πάντα παρών. Αυτή ήταν μια πολύ σημαντική κεντρική ιδέα για μένα.

 

Amarcord

του Φεντερίκο Φελίνι

1973

Το «Amarcord» θα μπορούσα να το βλέπω κάθε χρόνο...
Το «Amarcord» θα μπορούσα να το βλέπω κάθε χρόνο...

 

Μου άρεσαν οι ταινίες «Ο Λευκός Σεΐχης», «Οι Βιτελόνι», «La Strada» και φυσικά το «8 ½». Όμως το «Amarcord» θα μπορούσα να το βλέπω κάθε χρόνο. Αναπλάθει με τόση σαφήνεια τα παιδικά του χρόνια στο Ρίμινι, και εσύ είσαι εκεί σε αυτό τον κόσμο, με τη μητέρα του, τον πατέρα του, τους συγγενείς, τους ντόπιους, τα τοπικά μαγαζιά και τα τοπικά τελετουργικά που κάνουν όλοι γύρω από την πλατεία της πόλης: κοιτάς τους αγνώστους και παρατηρείς πως μοιάζουν με σταρ του σινεμά, και ειδικά μερικές γυναίκες που είναι οι γόησσες της γειτονιάς. Βρίσκεσαι στον κόσμο που δημιούργησε ο σκηνοθέτης, ο οποίος τον αναδημιούργησε όχι κυριολεκτικά, αλλά με έναν υπερβολικό και καρτουνίστικο τρόπο, και παρόλ' αυτά είσαι εκεί. Κατανοείς όλες αυτές τις εμπειρίες και τις αναμνήσεις.

 

Πηγή: New York Times