Αν το Netflix και οι πλατφόρμες streaming είναι το νέο παγκόσμιο χωριό ή η νέα εστία που αντικατέστησε την παραδοσιακή τηλεόραση, ταινίες υψηλού κύρους και «οικουμενικής» θεματικής όπως η Ιστορία Γάμου, ήδη φορτωμένη με έναν σκασμό υποψηφιότητες, λειτουργούν ως ένα σύγχρονο νέο πεδίο συζήτησης και διαχείρισης ζητημάτων που καίνε, σφάζουν και πονούν τους πάντες: σχέσεις, γάμος, παιδί, οικογένεια, χωρισμός, διαζύγιο.


Προφανώς, ο τίτλος της ταινίας του Νόα Μπάουμπαχ με τη Σκάρλετ Γιοχάνσον και τον Άνταμ Ντράιβερ στους ρόλους των πρώην(;) ερωτευμένων και νυν αντιδίκων θα έπρεπε να είναι Ιστορία Διαζυγίου, αλλά τότε –επίσης προφανώς– πολλοί λιγότεροι άνθρωποι θα έκαναν τον κόπο να κάτσουν να το δουν, παρότι δεν έχει τη μακρά διάρκεια του Ιρλανδού, που τόση φασαρία έκαναν κάποιοι ότι τους μονοπώλησε βάναυσα τον πολύτιμο χρόνο τους (ταινίες όπως, ο Λόρενς της Αραβίας, ο Νονός ή οι Κόκκινοι, δεν θα είχαν καμία τύχη στο σύγχρονο τοπίο διαρκούς διάσπασης προσοχής και ατέρμονης γκρίνιας).


Και μετά την προβολή της ταινίας ακολουθούν οι συζητήσεις στο γραφείο, στο μπαρ, στο Διαδίκτυο: τελικά, με ποιον από τους δύο είναι η ταινία; Και, κατ' επέκταση, με ποιον από τους δύο είμαστε εμείς; Κι αν χωρίζουν αυτοί οι δύο που, τέλος πάντων, φαίνονται να είχαν χτίσει μια ιδανική σχέση, τι ελπίδες έχουμε εμείς οι υπόλοιποι;

 

Όχι ότι μοιάζει «ψεύτικη» η ταινία (κάθε άλλο) ή αποκλειστικά περί προβλημάτων «πρώτου κόσμου», αλλά θα προτιμούσα να περιέχει κι άλλες τέτοιες επαναφορές σε μια κοινή πραγματικότητα ή και λιγότερες ξεκούδουνες αναφορές στον Μπέργκμαν.


«Άμα μπλέξεις με δικηγόρους, άσ' τα να πάνε στο διάολο...». Όλοι όσοι έχουμε φτάσει σε μια κάποια ηλικία, στατιστικά έχουμε εμπειρίες από διαζύγια με παιδιά στη μέση, είτε προσωπικές είτε από τον συγγενικό, φιλικό και κοινωνικό μας περίγυρο, που συχνά περιλαμβάνουν ιστορίες τρόμου και άγριων νομικών διενέξεων. «Είχα ανάγκη κι εγώ τον δικό μου μαλάκα (asshole)» δηλώνει σε κάποια στιγμή της ταινίας ο Τσάρλι στη Νικόλ, όταν εκείνη διαπιστώνει ότι σχόλασε τον καλό κυριούλη Άλαν Άλντα από συνήγορό του για να επιστρέψει στον καρχαρία Ρέι Λιότα, σε μια απόπειρα να ευθυγραμμιστεί η «υπερασπιστική» του γραμμή με την επιθετική ρητορική της δικής της δικηγόρου (Λόρα Ντερν).

 

Και λίγο αργότερα, όταν βρίσκονται για πρώτη φορά ενώπιον δικαστηρίου, ξεσπά μέσω των συνηγόρων τους η καταιγίδα αλληλοκατηγοριών, ανάρμοστων αποκαλύψεων, ρουφιανιάς, χτυπημάτων κάτω από τη ζώνη και αντεγκλήσεων κωμικοτραγικά χαμηλού επιπέδου, ειδικά για τόσο έγκριτους, πολιτισμένους και προνομιούχους εν τέλει ανθρώπους της τέχνης και του θεάματος (εκείνος σκηνοθέτης, εκείνη ηθοποιός). Κάποια στιγμή, μάλιστα, σε μια φευγαλέα (και μάλλον «για το ξεκάρφωμα») σκηνή της ταινίας, ο πρόεδρος του δικαστηρίου καλεί τους δύο αφιονισμένους συνηγόρους να ολοκληρώσουν επιτέλους την προκαταρκτική διαδικασία, γιατί έχει τα ίδια και χειρότερα προβλήματα «πολύς κόσμος που δεν διαθέτει τους πόρους των δικών σας πελατών».


Όχι ότι μοιάζει «ψεύτικη» η ταινία (κάθε άλλο) ή αποκλειστικά περί προβλημάτων «πρώτου κόσμου», αλλά θα προτιμούσα να περιέχει κι άλλες τέτοιες επαναφορές σε μια κοινή πραγματικότητα ή και λιγότερες ξεκούδουνες αναφορές στον Μπέργκμαν (λες και δεν μας έφταναν οι αντίστοιχες στις ταινίες του Γούντι Άλεν), όπως το άρθρο περιοδικού για την επαγγελματική σχέση του κεντρικού ζεύγους τους που έχει τίτλο «Σκηνές από έναν γάμο» ή η εμφάνιση της Νικόλ που παίζει την Ηλέκτρα, όπως είχε κάνει η Λιβ Ούλμαν στην Περσόνα. Κατά την άποψή μου, πρόκειται για την καλύτερη (και τη λιγότερο χλιαρή και ασθματική) ταινία του σκηνοθέτη της, δύσκολο όμως να στριμωχτεί στο πάνθεον των αγαπημένων μου ταινιών περί χαρακωμάτων διαζυγίου (και οικόσιτης παράνοιας), εκεί όπου φιγουράρουν, μεταξύ άλλων, ο Πόλεμος των Ρόουζ και το Η δε γυνή να φοβήται τον άνδρα.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO