Ο θόρυβος που έχει προκαλέσει η τελευταία ταινία του Κουέντιν Ταραντίνο «Κάποτε... στο Χόλιγουντ», που προβάλλεται τώρα στους κινηματογράφους, είναι μεγάλος. Και δικαίως. Δεν είναι μόνο το γεγονός πως πρόκειται για το πιο καινούριο φιλμ του ξεχωριστού Αμερικανού σκηνοθέτη, αλλά είναι και το θέμα αυτό καθ' αυτό.

 

Ο Ταραντίνο γυρίζει 50 χρόνια πίσω, στο 1969, περιγράφοντας, μέσα από τη δική του οπτική, όχι μόνο τον κόσμο του Χόλιγουντ, αλλά και το τέλος μιας συγκεκριμένης εποχής, που σφραγίστηκε με τις δολοφονίες της Manson Family, στις βίλες της Cielo Drive (8-9 Αυγούστου 1969) και της Waverly Drive (10 Αυγούστου 1969), στο Λος Άντζελες.

 

Ο Πολάνσκι, βαθύτατα φιλοσοφημένος, στοχαστής, διανοούμενος και χιουμορίστας, δεν επιζητούσε απ' αυτό το αφράτο πλάσμα τίποτε περισσότερο απ' αυτό που ήταν: μια τέλεια γυναίκα.

 

Τα φοβερά εκείνα γεγονότα, με τα οποία ασχολείται ξανά ο κόσμος, είχαν φθάσει και στην Ελλάδα σε πρώτο χρόνο (το καλοκαίρι του '69). Έχει νόημα το τι γράφεται σήμερα, μετά από μισό αιώνα, για όλη εκείνη την εποχή, αλλά το ίδιο νόημα και την ίδια αξία, ή και μεγαλύτερη ακόμη, έχουν και τα γραφόμενα πάνω στη βράση. Το πώς πληροφορήθηκε ο κόσμος στη χώρα μας τις αποτρόπαιες δολοφονίες, πώς μεταφέρθηκε όλο εκείνο το σκοτεινό σκηνικό στην εγχώρια καθημερινότητα.

 

Φυσικά, οι εφημερίδες και τα περιοδικά της εποχής κάλυψαν όλη τη σχετική ειδησεογραφία, ενώ –και αυτό δεν είναι αυτονόητο– τυπώθηκαν και δύο τουλάχιστον βιβλία(!), γύρω από την πολύκροτη υπόθεση. Αποσπάσματα από ένα από εκείνα τα βιβλία θα αναδημοσιεύσουμε τώρα. Ο τίτλος του ήταν «Οι βρυκόλακες χτύπησαν τον Πολάνσκυ» [εκδόσεις Ιωλκός, 1969] και ήταν γραμμένο από τον δημοσιογράφο Απόστολο Βραχιολίδη στο μεσοδιάστημα από τα εγκλήματα (Αύγουστος 1969) και τη διαλεύκανση της υπόθεσης (Δεκέμβριος 1969).

 

Πάμε λοιπόν...

 

«Το Χόλιγουντ θα συνεχίσει να ζει και θα είναι ένα όνειρο, όσο θα υπάρχει φαντασία στον κόσμο και φιλοδοξία στους λίγους εκείνους ανθρώπους που διάλεξαν για επάγγελμα να πωλούν αυταπάτες».

 

Τα λόγια αυτά, που είπε κάποτε ο Σπένσερ Τρέισι, ταιριάζουν ιδιαίτερα στην περίπτωση του «μεγαλοφυούς» Ρομάν Πολάνσκι. Ο ίδιος, τραβώντας για το Χόλιγουντ, δεν είχε την παραμικρή αυταπάτη για την μεγαλοφυΐα που του απέδιδε ο κόσμος. Το μόνο που παραδεχόταν για τον εαυτό του ήταν ότι στη δουλειά του είχε μεγάλο μεράκι, φαντασία και μέτρο. Το Χόλιγουντ δεν αποτελούσε ιδανικό, αλλά μια ψύχραιμη λύση στις ανησυχίες της δουλειάς του. Πολλοί έτσι βλέπουν το Χόλιγουντ, μα ο Πολάνσκι στάθηκε ιδιαίτερα τυχερός στα 37 του χρόνια. Ξαφνικά έγινε η ελπίδα, το αύριο του Χόλιγουντ.

 

Εσωτερικά, δεν ένοιωθε κανένα ξεχωριστό δεσμό με την γυαλιστερή αυτή κινηματογραφούπολη. Σαν Ευρωπαίος ήταν δεμένος με την Ευρώπη. Παρ' όλα αυτά, αν του έλεγες να μείνει στο Χονγκ-Κονγκ θα δεχόταν να μετακομίσει χωρίς γκρίνιες. «Στο κάτω-κάτω είμαστε και οι δύο γύφτοι. Ο ένας από την Πολωνία και ο άλλος από το Τέξας» επαναλάμβανε συχνά, με τον χαριτωμένο της τρόπο, η Σάρον Τέιτ.(...)

 

Η νύχτα των βρυκολάκων (1967)
Η νύχτα των βρυκολάκων (1967)

 

Πολλοί αναρωτιόντουσαν πώς συνέβη αυτοί οι δύο τόσο διαφορετικοί χαρακτήρες να συμφωνήσουν να ενώσουν τις ζωές τους.

 

Ο Πολάνσκι, ένας διανοούμενος, αλλά με εκδηλώσεις χίππυ. Η Σάρον μια γατούλα του σεξ, που οι γυναίκες αρνούνται την ομορφιά της και οι άνδρες την θεωρούν σαν το πιο εκφραστικό είδος σύγχρονης καλλονής. Εκείνος οδηγεί μια κόκκινη Φεράρι, ενώ εκείνη βρίσκει ευχαρίστηση σ' ένα κακομούτσουνο Φολκσβάγκεν. Ο καθένας τους έχει μια ξεχωριστή ιστορία και υποδομή. Ο καθένας τους ζει συμπτωματικά την κοινή περιπέτεια. Και οι δύο, εντούτοις, πίστευαν ότι ανήκαν στο αύριο και ότι το αύριο τους ανήκε ολότελα.(...)

 

Το Χόλιγουντ δεν έμοιαζε πια τόσο ήσυχο όσο νόμιζε ο Πολάνσκι, πριν πάει εκεί. Αναγκάστηκε να βγάλει από το σπίτι τής Ντόρις Ντέι, στο Μπελ Αίρ, τη γυναίκα του Σάρον Τέιτ σφαγιασμένη κατά τον πιο άγριο τρόπο, που ξεπερνούσε κι αυτήν ακόμη την αχαλίνωτη φαντασία του. Μαζί μ' αυτήν χάθηκε για πάντα και το παιδί του, που είχε στα σπλάχνα της και που σ' ένα μήνα θα ερχόταν στον κόσμο (σ.σ. Στην πράξη το σπίτι ανήκε στον σκάουτερ ταλέντων Rudolph Altobelli, ο οποίος το νοίκιαζε σε διάφορους επιφανείς. Από τον Μάιο του 1966 έως τον Ιανουάριο του 1969 στο σπίτι έμενε ο παραγωγός των Byrds κ.ά. Terry Melcher, γιος της Doris Day, ο οποίος ανάμεσα σε άλλα ήθελε να βγάλει δίσκο και στον Charles Manson. Το Φεβρουάριο του 1969 το σπίτι νοικιάστηκε από τους Polanski-Tate).

 

Ο Πολάνσκι, τόσο εξοικειωμένος με τον θάνατο, έστω τον φανταστικό, με τον οποίο έπαιζε με αναμφισβήτητη δεξιοτεχνία, δεν ήταν ασφαλώς από τους ανθρώπους που θρηνούν εύκολα.

 

Και όμως έκλαψε με ειλικρινή σπαραγμό την Σάρον και τους άλλους τέσσερις (σ.σ. Jay Sebring, Abigail Folger, Voytek Frykowski, Steven Parent), λίγο ή πολύ γνωστούς του, που είχαν την ίδια τραγική τύχη με την γυναίκα του σε κείνο το σπίτι της Ντόρις Ντέι, όπου η Σίρλεϊ Μακ Λέιν είχε μάθει να πίνει, προτού εγκατασταθούν σ' αυτό οι Πολάνσκι. (σ.σ. την επόμενη μέρα, 10 Αυγούστου 1969, σε άλλο σπίτι του Λος Άντζελες δολοφονήθηκαν και οι Leno και Rosemary LaBianca).

 

 

 

Ο Πολάνσκι και η Σάρον είχαν μετακομίσει σ' αυτό το σπίτι της Οδού Ουρανού (σ.σ. 10050 Cielo Drive – «cielo» στα ισπανικά σημαίνει «ουρανός») από μια σοφίτα που κρατούσαν σ' ένα άλλο σημείο της κινηματογραφούπολης, στο Σατό Μαρμόν. Εκεί, για ένα μεγάλο διάστημα, στέγαζαν τον παράνομο έρωτά τους, που είχε σκανδαλίσει ακόμη κι αυτό το ελαστικό Χόλιγουντ. Κατά μία σύμπτωση σ' εκείνη τη σοφίτα έμενε παλαιότερα η Γκρέτα Γκάρμπο, όπως και η Σοφία Λόρεν τον πρώτο καιρό της καριέρας της.

 

Σε ολόκληρη την περιοχή της Μπελ Αίρ η βίλα των Πολάνσκι ξεχωρίζει για την μεγαλοπρέπειά της και κυρίως για τον κήπο της, που είναι γεμάτος από τροπική βλάστηση. Σ' αυτό σπίτι πριν το αναλάβουν οι Πολάνσκι δίνονταν επί Ντόρις Ντέι ονομαστά πάρτι, αλλά παρ' όλα αυτά, σύμφωνα με τις διαδόσεις, δεν είχαν στην πραγματικότητα τίποτα το ελκυστικό. Για την ακρίβεια, όμως, όλα τα πάρτι στο Χόλιγουντ, παρά την τάση επιδείξεως που κατέχει τους οργανωτές τους, κατά κανόνα μένουν ανιαρά.(...)

 

Τη στιγμή λοιπόν που ο Πολάνσκι και η Σάρον έμοιαζαν να κατακτούν τον κόσμο, ξαφνικά ολόκληρος αυτός ο κόσμος κατέρρευσε σε χίλια συντρίμμια. Το σπίτι της Ντόρις Ντέι, όπου στέγασε την νόμιμη ευτυχία τους, γέμισε με φαντάσματα. Πέντε νεανικές ψυχές θα πεταλουδίζουν τις νύχτες εκεί. Και ποτέ πια αυτή η παραμυθένια βίλα δεν επρόκειτο να ενοικιασθεί.(...)

 

Η Σάρον ήταν πολύ όμορφη για να την παίρνουν οι άλλοι στα σοβαρά. Ήταν πολύ παιδί για να την συμπαθεί η σπουδαιοφάνεια του Χόλιγουντ. Για τον Πολάνσκι, αυτό το παιδί με τον ντελικάτο κορμί, τα φιλήδονα χείλη και την ανεπιτήδευτη απόλυτα φυσική σεξουαλικότητα, ήταν σχεδόν μια ανάγκη, που δεν μπορούσε να αποφύγει.

 

 

 

Ο Πολάνσκι, βαθύτατα φιλοσοφημένος, στοχαστής, διανοούμενος και χιουμορίστας, δεν επιζητούσε απ' αυτό το αφράτο πλάσμα τίποτε περισσότερο απ' αυτό που ήταν: μια τέλεια γυναίκα. Ίσως μάλιστα να την παρατούσε, αν έβλεπε σ' αυτή μια τάση να τον συναγωνιστεί στις πνευματικές του ανησυχίες. Την άφησε να αναπτύσσεται δίπλα του, χωρίς η εντυπωσιακή σκιά του να την πνίγει. Χωρίς να είναι απλώς: «η όμορφη γυναίκα του μεγάλου καλλιτέχνη». Η Σάρον, ήταν η Σάρον.

 

Δεν ήταν «η Σάρον του Πολάνσκι». Οι Ευρωπαίοι δεν έχουν εγωισμό με το έτερον ήμισυ. Και η Σάρον συχνά έλεγε: «Αμερικανίδες παντρευτείτε Ευρωπαίους, για να νοιώστε γυναίκες αληθινές». Στην Αμερική αυτή η προτροπή ισοδυναμεί με σκάνδαλο. Μα η Σάρον, το ίδιο και ο Πολάνσκι, αρέσκονταν να σκανδαλίζουν τον κόσμο και προπαντός το κατεστημένο και τα διάφορα ταμπού. Δεν τους ένοιαζε. Ήταν ένα αρμονικό ζευγάρι που ζούσε περισσότερο το αύριο, παρά το σήμερα.(...)

 

Ο έρωτας ήρθε αναπάντεχα και για τους δύο κατά τα γυρίσματα της ταινίας «Η Νύχτα των Βρυκολάκων». Σ' αυτό βοήθησαν πολύ και οι σέξι σκηνές της ταινίας, στις οποίες η Σάρον εμφανίζεται ολόγυμνη μέσα σε μια μπανιέρα. Τις σκηνές αυτές η Σάρον τις θυμόταν με πολύ κέφι.

 

«Το σώμα μου είχε μαραθεί τελείως και τα στήθη μου έδειχναν σαν "μαραγκιασμένα δαμάσκηνα"» έλεγε συχνά στους φίλους της και στους δημοσιογράφους.

 

Ο Πολάνσκι γοητευμένος από τον όμορφο «βρυκόλακά» του, δεν θα αρκεσθεί ο ίδιος μόνο στο να απολαμβάνει αυτό το εξαίσιο πλάσμα γυμνό. Στο παιγνίδι του κινηματογράφου είναι μέσα και η διαφήμιση. Οι ευκαιρίες που προσφέρει η Σάρον είναι μοναδικές. Ξανακάθεται και με το ίδιο μεράκι την φωτογραφίζει σε δεκάδες γυμνά πλάνα. Έγχρωμα και ασπρόμαυρα και μετά από λίγο πουλάει όλα αυτά τα ενδιαφέροντα φιλμ στο πασίγνωστο περιοδικό μόνο για άνδρες Play Boy (σ.σ. τεύχος Μαρτίου 1967), σε τιμή καθώς λένε αστρονομική!

 

Playboy, Mάρτιος 1967
Playboy, Mάρτιος 1967

 

Γιατί το έκανε αυτό ο Ρομάν, την στιγμή που άρχισε να νοιώθει για την Σάρον ένα αίσθημα που ξεπερνούσε τα επαγγελματικά του ενδιαφέροντα; Ήταν τόσο χυδαίος; Τόσο ψυχρός, ώστε να προσφέρει και δημοσίως εκείνο που απολάμβανε ο ίδιος;


Δεν μπορεί να απευθύνει κανείς τέτοιες βαριές κατηγορίες ή έστω υποψίες στον Πολάνσκι, γιατί απλούστατα μέσα στους όρους του κινηματογραφικού παιγνιδιού, μπροστά στην σκοπιμότητα να αποκτήσει μεγαλύτερη προβολή η Σάρον και να κόψει περισσότερα εισιτήρια η ταινία του, όλα αυτά είναι παραδεκτά και ούτε σοκάρουν – τους κινηματογραφικούς κύκλους τουλάχιστον.(...)

 

Τρεις μήνες αργότερα ο Ρομάν και η Σάρον θα παντρευτούν στο Λονδίνο (σ.σ. 20 Ιανουαρίου 1968), σε κάποιο ειρηνοδικείο. Εκείνος μέσα σ' ένα καλοραμμένο κοστούμι, εδουαρδινού στυλ, κι εκείνη σ' ένα σούπερ μίνι, μοντέλο της Μαίρης Κουάντ.

 

Άλλοι μόλις παντρεύονται τρέχουν και εξαφανίζονται, αυτοί όμως προτίμησαν να γιορτάσουν το γεγονός με τους χίππυς του Λονδίνου! Ήταν αλησμόνητες στιγμές και για τους δύο. Στο ανοικτό τους αυτοκίνητο φόρτωσαν μερικούς χίππυς και όλοι μαζί γυρνούσαν σ' όλα τα γνωστά και άγνωστα στέκια των χίππυς, διασκεδάζοντας με τραγούδια και φωνές.

 

Παντρεύτηκαν το 1968 σε ένα ειρηνοδικείο. Εκείνος μέσα σ' ένα καλοραμμένο κοστούμι, εδουαρδινού στυλ, κι εκείνη σ' ένα σούπερ μίνι, μοντέλο της Μαίρης Κουάντ. Φωτο: Getty Images/Ideal Image
Παντρεύτηκαν το 1968 σε ένα ειρηνοδικείο. Εκείνος μέσα σ' ένα καλοραμμένο κοστούμι, εδουαρδινού στυλ, κι εκείνη σ' ένα σούπερ μίνι, μοντέλο της Μαίρης Κουάντ. Φωτο: Getty Images/Ideal Image

 

Ο κόσμος εξεπλάγη και λυπήθηκε για τον άγριο θάνατο που βρήκε την καημένη την Σάρον. Οι υποψίες που κυκλοφορούσαν ότι δήθεν στη βίλα της γίνονταν όργια εκείνο το μοιραίο βράδυ ή έστω ένα πάρτι, όπου τα ποτά είχαν αντικατασταθεί με ναρκωτικά, έκαναν πολλές ευαίσθητες ψυχές να αισθανθούν κάποιο οίκτο για το τραγικό κορίτσι, αλλά στο βάθος όλοι εύχονταν κάτι τέτοιο να μην ήταν αλήθεια. Κανείς στην πραγματικότητα δεν ξέρει τι μπορεί να συμβαίνει μέσα σ' ένα σπίτι με κλειστά παράθυρα, εκτός κι αν τύχει να χώσει την ουρά της η αστυνομία και αρχίσει το σκάλισμά της. Από κείνη τη στιγμή όλα τα μυστικά, ακόμη και τα πιο ιερά, ξεγυμνώνονται.

 

Για τον Πολάνσκι δεν ήταν αναγκαίο να μπει σε τέτοιους μπελάδες η αστυνομία. Ο υπαστυνόμος Ρόμπερτ Χέντλερ, που είχε τραβήξει τα μαλλιά του με την δολοφονία του Ρόμπερτ Κέννεντυ, δεν θέλησε να μπερδευτεί απ' την αρχή στα γρανάζια των ναρκωτικών. Ίσως θα έφτανε και στην περίπτωση αυτή, μα πίστευε ότι πρώτα έπρεπε να αποκλείσει από τις έρευνές του όλα τα άλλα που φαίνονταν η περισσότερο σπουδαία ή λιγότερο, στη δολοφονία της Σάρον.

 

Δεν ήταν άλλωστε καθόλου άγνωστο ότι τόσο η Σάρον, όσο και ο Πολάνσκι συγκαταλέγονταν μεταξύ των τακτικών πελατών του LSD. Το ότι το LSD πλασάρεται ευφυώς, με εξευγενισμένη δήθεν φορεσιά, δεν μειώνει καθόλου την έννοια του ναρκωτικού.

 

Γιατί κατέφυγαν όμως στα ναρκωτικά; Ο έρωτάς τους δεν ήταν αρκετός για να γεμίσει τον καιρό τους;

 

Τι κουτές, όμως, ερωτήσεις. Οι ίδιοι ποτέ δεν ρωτούσαν γιατί έκαναν εκείνο και γιατί απέφευγαν το άλλο. Έτσι ένοιωθαν. Εκείνο που ήξεραν ήταν ότι διασκέδαζαν. Και δεν τους έμελλε για τα παραπέρα. Ούτε η αξιοπρέπεια του Χόλιγουντ. Νιάτα; Ίσως.(...)

 

 

 

Τώρα το κακό παράγινε. Η νεκρή Σάρον μεταβλήθηκε σε «τόπι», που όλοι παίζουν μαζί του. Ναρκωτικά, μαγεία, σεξουαλικά όργια. Πόσα δεν της αποδίδονται! Ακόμη και η αστυνομία εκεί στρέφει τις έρευνές της. Η αστυνομία κάνει τη δουλειά της. Ήδη έχει βρει μερικές αποφασιστικές αλήθειες σε όλα αυτά. Μα οι άλλοι γιατί σηκώνουν τόση αποπνικτική σκόνη, γιατί ανακατεύουν τον πάτο της λίμνης; Ο Πολάνσκι εξακολουθεί να διατηρεί τη φυσική του ευαισθησία.

 

«Μπορείς να τα βάλεις με ολόκληρο τον κόσμο, αλλά είναι γελοίο και άνανδρο συγχρόνως να ρίχνεις λάσπη σ' ένα παιδί, έστω σ' ένα άτακτο παιδί. Σ' ένα παιδί που οι ουρανοί το κάλεσαν κοντά του».

 

Μήπως αυτές οι σκέψεις δεν ήταν παρά μια χαμένη απόπειρα, για να εξασφαλίσει μερικά μεταθανάτια ελαφρυντικά για τη Σάρον;

 

Να τι υποστήριζε άλλοτε: «Οι άνθρωποι» έλεγε «δεν θέλουν να βλέπουν τους εαυτούς τους στον καθρέφτη, ακόμη λιγότερο όταν ο καθρέφτης αυτός αποκαλύπτει ελαττώματα και κακίες».

 

Μήπως ο Ρόμαν άρχισε να φοβάται τον καθρέφτη; Άσχετα με το τι ένοιωθε εκείνος ήξερε πως είχε μια υποχρέωση απέναντι στη Σάρον. Όφειλε να την υπερασπιστεί. Φώναξε τους δημοσιογράφους και τους μίλησε για την καλοσύνη της γυναίκας του, για το ότι δεν είχαν σχέση με αποκρυφιστικές οργανώσεις ως σουίνγκερς, ότι δεν έπαιρνε ναρκωτικά, ότι ήταν όμορφη, ότι... ότι..., ώσπου έβαλε σαν μικρό παιδί τα κλάματα.


Αυτό όφειλε να κάνει σαν καλός σύζυγος. Και το 'κανε και κανείς δεν μπορεί να τον κατηγορήσει.