Ο χρόνος μπορεί να μετατρέψει μια τραγωδία σε υλικό για κωμωδία, ειδικά όταν αυτή αφήνει πίσω της μια αναγκαστική συνύπαρξη προστατευμένη από μια σειρά κανόνων που μπορούν να σπάσουν εύκολα στην καθημερινότητα. Με βάση αυτό, ο Μάριος Πιπερίδης, σκηνοθέτης και παραγωγός που ζει και εργάζεται στη Λευκωσία, έφτιαξε ένα κωμικό σενάριο που ξεκινάει από μια μικροπαρεξήγηση και μοιραία καταλήγει στην πολιτική.

 

Το Αναζητώντας τον Χέντριξ ακολουθεί έναν μουσικό (Αδάμ Μπουσδούκος) που ενώ ετοιμάζεται να φύγει για πάντα από την Κύπρο, χάνει τον σκύλο του στην τουρκοκρατούμενη πλευρά της Λευκωσίας. Τον βρίσκει εύκολα, όμως πέφτει θύμα του νόμου σύμφωνα με τον οποίο δεν μπορεί κάποιος να μεταφέρει ζώο από την τουρκική στην ελληνική πλευρά. Μαζί με την πρώην κοπέλα του (Βίκυ Παπαδοπούλου) και έναν Τούρκο έποικο (Φατίχ Αλ) θα προσπαθήσουν να τον φέρουν πίσω.

 

Εμείς μεγαλώσαμε με το δόγμα πως οι Τούρκοι είναι εχθροί μας και με βάση αυτό δεν ήταν εφικτό το να έρθει μια μέρα κάποιος και να σου πει πως τώρα πρέπει να βρούμε λύση και να ζήσουμε μαζί.

 

Ο Πιπερίδης πήρε το βραβείο κοινού του φεστιβάλ της Tribeca αλλά και αυτό του καλύτερου σεναρίου από την Ελληνική Ακαδημία Κινηματογράφου, κάνοντας μια ταινία για αυτούς που ζουν σήμερα με τη μνήμη των εχθροπραξιών και έχουν συνηθίσει τη διχοτόμηση μιας πόλης – και ευρύτερα μιας χώρας. Ο ίδιος δεν προσπαθεί να λύσει κυριολεκτικά το Κυπριακό, αλλά να υποδείξει μια σειρά περιστατικών που απορρέουν από τη μη λύση του, βάζοντας μαζί ανθρώπους που τους χωρίζει το παρελθόν, την ίδια ώρα που οι ζωές τους προχωρούν και ψάχνουν ένα καλύτερο μέλλον.

 

Ο Κύπριος σκηνοθέτης βρέθηκε αυτές τις ημέρες στην Αθήνα και μας μίλησε με αφορμή την έξοδο της ταινίας στους κινηματογράφους.

 

Ο Πιπερίδης πήρε το βραβείο κοινού του φεστιβάλ της Tribeca αλλά και αυτό του καλύτερου σεναρίου από την Ελληνική Ακαδημία Κινηματογράφου.
Ο Πιπερίδης πήρε το βραβείο κοινού του φεστιβάλ της Tribeca αλλά και αυτό του καλύτερου σεναρίου από την Ελληνική Ακαδημία Κινηματογράφου.

 

— Από την επαφή που απέκτησες με το κοινό, έχοντας πάει σε πολλά φεστιβάλ του εξωτερικού, υπάρχει γνώση για το τι συμβαίνει πραγματικά στη Λευκωσία; Για παράδειγμα, το Βερολίνο ως χωρισμένη πόλη κάποτε, έγινε θέμα πολλών ταινιών και σειρών, εδώ όμως δεν υπάρχει κάτι αντίστοιχο.

Όντως, οι περισσότεροι ξέρουν κάποια πολύ γενικά πράγματα, ότι δηλαδή υπάρχουν Έλληνες στον Νότο και Τούρκοι στον Βορρά και κάποιοι λίγοι γνωρίζουν ότι είναι διαιρεμένη η Λευκωσία, χωρίς όμως και αυτοί να ξέρουν τις λεπτομέρειες και τις δυναμικές των δύο πλευρών, όπως επίσης και τους κανονισμούς της Πράσινης Γραμμής. Επειδή εδώ και 20-25 χρόνια δεν υπάρχουν ουσιαστικά συγκρούσεις και κάποιο μεγάλο πρόβλημα μέσα στην πόλη, έμεινε αυτό το status quo μιας διαιρεμένης πόλης που μέσα στη Λευκωσία έγινε μέρος της καθημερινότητας.

 

— Γυρνώντας σκηνές και στις δύο πλευρές της πόλης, αντιμετωπίσατε προβλήματα;

Το μεγαλύτερο πρόβλημα ήταν πως δε μπορούσαμε να πάρουμε τον σκύλο στην τουρκοκρατούμενη πλευρά καθώς μετά δεν υπήρχε τρόπος να τον φέρουμε πίσω, οπότε στις σκηνές που βρίσκεται εκεί αναπλάσαμε το μέρος. Τις περισσότερες σκηνές τις κάναμε στις ελεύθερες περιοχές, ενώ ο Μιχάλης Σαμιώτης, που ήταν ο production designer της ταινίας, έκανε πάρα πολύ καλή δουλειά με το να στήσει την τουρκική πλευρά στην ελληνική αν και στο τέλος αντιλαμβανόμασταν και εμείς ότι είναι η ίδια πόλη, η αρχιτεκτονική και τα σπίτια είναι ίδια και οι αλλαγές που έπρεπε να γίνουν ήταν σε χρώματα, πινακίδες και γλώσσα.

 

Το μεγαλύτερο πρόβλημα ήταν πως δεν μπορούσαμε να πάρουμε τον σκύλο στην τουρκοκρατούμενη πλευρά καθώς μετά δεν υπήρχε τρόπος να τον φέρουμε πίσω, οπότε στις σκηνές που βρίσκεται εκεί αναπλάσαμε το μέρος.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα ήταν πως δεν μπορούσαμε να πάρουμε τον σκύλο στην τουρκοκρατούμενη πλευρά καθώς μετά δεν υπήρχε τρόπος να τον φέρουμε πίσω, οπότε στις σκηνές που βρίσκεται εκεί αναπλάσαμε το μέρος.

 

— Υποθέτω πως μεγαλώνοντας εκεί, έχεις ζήσει και εσύ ή ακούσει παρόμοια περιστατικά παρεξηγήσεων.

Κάπως έτσι ξεκίνησε και η ιδέα της ταινίας, είχα βρεθεί για βόλτα με μια παρέα που είχε μαζί της σκύλο στην άλλη πλευρά και μετά δεν μπορούσαμε να γυρίσουμε. Ένας φίλος μου κάποτε έφαγε όλα τα μπουρέκια που είχε αγοράσει μπροστά στους φύλακες γιατί δεν τον άφηναν να τα πάρει μαζί του. Όποιος ζει εκεί έχει ακούσει πολλές αστείες ιστορίες στο παρελθόν. Πλέον ο έλεγχος είναι από τυπικός ως ανύπαρκτος, ειδικά όταν σε ακούν να μιλάς ελληνικά, κυρίως οι τουρίστες είναι αυτοί που ελέγχονται.

 

— Πέρα από θεωρητικές ευχές, πιστεύεις σε κάποια πρακτική λύση του θέματος;

Μεγάλωσα ακούγοντας σε όλη μου τη ζωή για διαπραγματεύσεις και συνομιλίες κάθε 2-3 χρόνια, με αλλαγές προσώπων, άλλων πιο διαλλακτικών, άλλων όχι. Εμένα μου φαίνεται δύσκολο για τα επόμενα χρόνια. Πιστεύω πως πρέπει να περάσουν μια-δυο γενιές ακόμη. Πρέπει να αλλάξουν πολλά πράγματα ειδικά στην εκπαίδευση και ήδη κάποια βιβλία στο σχολείο έχουν αρχίσει να ξαναγράφονται και από τις δύο πλευρές.

 

Εμείς μεγαλώσαμε με το δόγμα πως οι Τούρκοι είναι εχθροί μας και με βάση αυτό δεν ήταν εφικτό το να έρθει μια μέρα κάποιος και να σου πει πως τώρα πρέπει να βρούμε λύση και να ζήσουμε μαζί. Μέχρι και τη δεκαετία του '90 πέθαιναν ακόμη άτομα στην Πράσινη Γραμμή. Εδώ και χρόνια υπάρχει ηρεμία, αλλά θεωρώ πως ακόμη έχουμε πολύ δρόμο. Αυτές τις ημέρες πάντως ζήσαμε μια ιστορική στιγμή, αφού για πρώτη φορά εκλέχθηκε Τουρκοκύπριος ευρωβουλευτής, έχοντας βάλει υποψηφιότητα με κυπριακό κόμμα.

 

Ο Αδάμ Μπουσδούκος σε σκηνή από την ταινία.
Ο Αδάμ Μπουσδούκος σε σκηνή από την ταινία.

 

— Πάντως και το ότι υπάρχουν στην ταινία συνεργάτες και από τις δύο πλευρές είναι μια μικρή κίνηση υπέρ της συνεργασίας.

Ναι, ευτυχώς πλέον υπάρχουν πολλά χρηματοδοτούμενα προγράμματα προς αυτή την κατεύθυνση, όχι μόνο στον κινηματογράφο. Θυμάμαι πως όταν μεγάλωνα εγώ δεν υπήρχε αυτή η επαφή, υπήρχε κάτι άγνωστο που το ξέραμε ως «η απέναντι πλευρά» και προσδιοριζόταν ως «κακό».

 

— Ζεις μόνιμα στη Λευκωσία και εργάζεσαι εκεί ως παραγωγός. Πόσο εύκολο είναι να κάνεις κινηματογράφο στην Κύπρο;

Υπάρχει το πρόγραμμα από το υπουργείο Πολιτισμού που χωρίς αυτό δεν θα γίνονταν τίποτα. Δεν υπάρχουν ιδιωτικά λεφτά ούτε τηλεοπτικοί σταθμοί που μπορούν να πληρώνουν για τέτοιες παραγωγές. Ως χώρα είμαστε στις 2-3 ταινίες μεγάλου μήκους τον χρόνο και τώρα, με κάποια φορολογικά κίνητρα που πλέον ισχύουν, ελπίζουμε να φτάσουμε στις 4-5 ταινίες το χρόνο για να λέμε πως υπάρχει όντως μια αξιοπρεπής παραγωγή η οποία επιτρέπει σε μόνιμους κατοίκους να ζουν από αυτό.

 

Η Βίκυ Παπαδοπούλου πρωταγωνιστεί στην ταινία.
Η Βίκυ Παπαδοπούλου πρωταγωνιστεί στην ταινία.

 

— Ο ήρωας της ταινίας ετοιμάζεται να φύγει από τη χώρα και στη συνέχεια βασανίζεται από το ερώτημα αν θα πρέπει τελικά να μείνει ή να φύγει. Είναι κάτι που προέκυψε από τη δική σου ζωή;

Το φεύγω ή μένω με απασχόλησε πολύ στο ξεκίνημα της κρίσης, όταν άρχισα να γράφω την ιστορία. Πολλοί φίλοι μου έφυγαν τότε για κάτι καλύτερο και μοιραία η σκέψη περνούσε από το μυαλό μου συνέχεια. Σήμερα οι περισσότεροι έχουν γυρίσει πίσω γιατί, κακά τα ψέματα, παντού υπάρχουν προβλήματα. Άλλωστε το βλέπεις και στον ήρωα, μόνος του δημιουργεί τα προβλήματα και όταν το καταλαβαίνει συνειδητοποιεί πως αυτά θα υπάρξουν όπου και αν πάει. Εμείς τα δημιουργούμε συνήθως, ειδικά όταν έχουμε μεγαλώσει με την ιδέα πως για όλα φταίνε οι άλλοι – κάτι που ισχύει και για το Κυπριακό.

 

— Με την προβολή της ταινίας σε Κύπρο και Ελλάδα, κλείνει ένας μεγάλος κύκλος για αυτήν. Έχεις σκεφτεί το επόμενο βήμα;

Ξεκίνησα να γράφω κάτι άλλο, θα το συνεχίσω μέσα στο καλοκαίρι. Δεν θα σχετίζεται πάντως ούτε έμμεσα ούτε άμεσα με το Κυπριακό. Είχα κάνει παλιότερα και 2 ταινίες μικρού μήκους για το θέμα και νομίζω πως τώρα με τον «Χέντριξ» έκλεισα ό,τι είχα να πω. Καιρός να κάνω κάτι διαφορετικό.

 

Το τρέιλερ της ταινίας «Αναζητώντας τον Χέντριξ» που προβάλλεται ήδη στους κινηματογράφους