Την ίδια στιγμή που θαυμάζουμε μεγάλους δημιουργούς του σινεμά για τις υπέροχες εμμονές, τη θεματική τους σταθερότητα, την απαρέγκλιτη πορεία τους σε μια (υπο)γραφή που τους έχει ξεχωρίσει από τους ρουτινιάρηδες, τους εντολοδόχους και τους τεχνικά εντυπωσιακούς, αλλά ουσιαστικά αδιάφορους συναδέλφους τους, γκρινιάζουμε για τους ίδιους λόγους.

 

Πόσες φορές ακόμα ο Αλμοδόβαρ, ο Μάλικ, οι Νταρντέν ή ο Λόουτς, για να αναφέρουμε μόνο τους ζωντανούς και τους παρόντες, θα κάνουν την «ίδια ταινία»; Ή περίπου την ίδια, σε παραλλαγές που παραπέμπουν στα θέματα που τους απασχολούν εξαρχής στην εργογραφία τους; Το στοιχείο της έκπληξης απουσιάζει, αλλά όταν η φόρμουλα ξεφεύγει από το ευτελές πλαίσιο της συνταγής και αγγίζει το καλλιτεχνικό DNA ενός ταμένου auteur το θαύμα είναι κοντά. Και η ανακούφιση, μαζί με την παρηγοριά που αυτοί οι σκηνοθέτες ακόμη γυρίζουν ταινίες, δεδομένες.

 

Ο αγοραφοβικός, αποξενωμένος σκηνοθέτης Σαλβαδόρ Μάλο γερνάει και πονάει, όπως ακριβώς και ο Μαδριλένος εκπρόσωπος της Movida.

 

Ο Πέδρο Αλμοδόβαρ διάλεξε τον παλιό του συνεργάτη Αντόνιο Μπαντέρας στον καλύτερό του ρόλο από το... «Δέρμα που κατοικώ» για να υποδυθεί έναν σκηνοθέτη πολύ κοντά στον Αλμοδόβαρ στο «Πόνος και Δόξα». Ο αγοραφοβικός, αποξενωμένος σκηνοθέτης Σαλβαδόρ Μάλο γερνάει και πονάει, όπως ακριβώς και ο Μαδριλένος εκπρόσωπος της Movida. Τον ταλαιπωρούν χρόνια άλγη στην πλάτη, στα γόνατα, στο κεφάλι, ένας ξαφνικός βήχας που προσπαθεί στωικά να θεραπεύσει. Συμφιλιώνεται με τον ηθοποιό του από τη μεγάλη κινηματογραφική του επιτυχία από τα '80s, το «Taste» − μπορεί να είναι ο αληθινός Μπαντέρας, με τον οποίο είχαν ψυχρανθεί για άγνωστους λόγους και η ταινία ο «Νόμος του πάθους».

 

Ο Πέδρο Αλμοδόβαρ διάλεξε τον παλιό του συνεργάτη Αντόνιο Μπαντέρας στον καλύτερό του ρόλο από το... «Δέρμα που κατοικώ» για να υποδυθεί έναν σκηνοθέτη πολύ κοντά στον Αλμοδόβαρ στο «Πόνος και Δόξα».
Ο Πέδρο Αλμοδόβαρ διάλεξε τον παλιό του συνεργάτη Αντόνιο Μπαντέρας στον καλύτερό του ρόλο από το... «Δέρμα που κατοικώ» για να υποδυθεί έναν σκηνοθέτη πολύ κοντά στον Αλμοδόβαρ στο «Πόνος και Δόξα».

 

Παραδόξως, ξεκινά μια παροδική, αλλά ευεργετική εξάρτηση από την ηρωίνη. Γίνεται ολοένα και λιγότερο μυστικοπαθής με αδημοσίευτα κείμενά του που ποτέ δεν προχώρησαν σε σενάρια. Ένα από αυτά το παραδίδει για θεατρικό μονόλογο και ένας από τους παλιούς του εραστές το παρακολουθεί και αναγνωρίζει τον εαυτό του σε αυτό.

 

Κυρίως, επισκέπτεται νοερά την παιδική του ηλικία, τον μικρό Σαλβαδόρ, τις πρώτες του μνήμες από την προστατευτική μητέρα του, τη μετακόμισή τους στο φτωχικό σπιτικό που έμοιαζε με σπηλιά, την άρνησή του να γίνει παπάς, το πρώτο του crush με έναν όμορφο εργάτη που μαστόρευε στο σπίτι με αντάλλαγμα μαθήματα γραφής.

 

Ο 70χρονος Αλμοδόβαρ αυτοβιογραφείται με το να διαχειρίζεται τις ενοχές του παρελθόντος και τα φαντάσματα που τον στοιχειώνουν, χρησιμοποιώντας τα χαρακτηριστικά έντονα χρώματα και τα συναισθηματικά glissandi της κάμερας του Χοσέ Λουίς Αλκάινε και της μουσικής υπόκρουσης του Αλμπέρτο Ιγκλέσιας. Τακτοποιεί τα λάθη και απαριθμεί τα πάθη που κάποτε τον καθόρισαν. Βαρύθυμος, αλλά παράξενα γαληνεμένος, αντιλαμβάνεται πως μέσα στην άστοχη συμπεριφορά του έχει προσφέρει.

 

Είναι ψύχραιμος, αν και όχι απολύτως έτοιμος να αντιμετωπίσει τον κόσμο − η σωματική και ψυχική του κατάσταση του επιτρέπουν να ντιλάρει έναν έναν τους ανθρώπους που βρέθηκαν πολύ κοντά του. Αυτό που ο Αλμοδόβαρ, μέσω του Σαλβαδόρ, δεν ξεχνά είναι η επιθυμία, το περίφημο el deseo, που έγινε σημαία του 20τομου φιλμικού του opus, καθώς και τίτλος της εταιρείας παραγωγής που δημιούργησε. Και πως αν έχει να πει κάτι προσωπικό θα το τοποθετήσει μέσα στην ταινία, και θα γίνει ένα με το σινεμά του.

 

Δείτε το τρέιλερ της ταινίας του Πέδρο Αλμοδόβαρ

 

Ο Κεν Λόουτς αντιλαμβάνεται αντιδιαμετρικά το προσωπικό σινεμά. Για τον Βρετανό σκηνοθέτη, δις νικητή του Χρυσού Φοίνικα, το ατομικό σβήνει μαχητικά στην πάλη για ένα καλύτερο κοινωνικό μέλλον. Το «Sorry we missed you» αποτελεί φυσική συνέχεια του έργου του, σαν διαδοχή, χωρίς διακοπή, επεισοδίων με ήρωες εργαζόμενους στη δίνη της αδικίας και της εκμετάλλευσης. Αυτήν τη φορά στο στόχαστρό του τοποθετεί την ανησυχητική «μόδα» της εκούσιας σκλαβιάς στην ελεύθερη αγορά, το μπλοκάκι αντί του εύλογου, ηθικά νόμιμου, αλλά πρακτικά σπάνιου κανονικού μισθού για πλήρη εργασία διευρυμένου ωραρίου, που θα λέγαμε κι εμείς.

 

Ο Ρίκι, οικογενειάρχης, πατέρας δύο παιδιών, χρεωμένος μέχρι εκεί που δεν πάει, αναλαμβάνει μεγαλύτερο βάρος, πιστεύοντας πως θα κερδίσει περισσότερα χρήματα, οδηγώντας φορτηγάκι και παραδίδοντας δέματα με τη σπάθη της μέγιστης απόδοσης στον λιγότερο δυνατό χρόνο να κρέμεται στον λαιμό του − ο έφηβος γιος του, που μαζί με φίλους του φιλοτεχνεί γκράφιτι στους τοίχους της πόλης, τον ειρωνεύεται, λέγοντάς του πως έγινε άλλος ένας white van man.

 

Ο Ρίκι, οικογενειάρχης, πατέρας δύο παιδιών, χρεωμένος μέχρι εκεί που δεν πάει, αναλαμβάνει μεγαλύτερο βάρος, πιστεύοντας πως θα κερδίσει περισσότερα χρήματα.
Ο Ρίκι, οικογενειάρχης, πατέρας δύο παιδιών, χρεωμένος μέχρι εκεί που δεν πάει, αναλαμβάνει μεγαλύτερο βάρος, πιστεύοντας πως θα κερδίσει περισσότερα χρήματα.

 

Στο ανελέητο κυνήγι του επιούσιου και στον βωμό της ανταγωνιστικότητας θυσιάζονται ο προσωπικός χρόνος και οι συνδικαλιστικές κατακτήσεις, γεννιούνται τριβές, προστίθενται ρωγμές στα υπάρχοντα προβλήματα και διαλύεται η ενότητα μιας αγαπημένης οικογένειας: η μητέρα φροντίζει αρρώστους με περιορισμένα προνόμια, η μικρή κόρη ταράζεται από τα προβλήματα, ενώ ο πατέρας συγκρούεται με τον γιο και αμφότεροι χάνουν την ψυχραιμία τους με σπασμωδικές, βίαιες αντιδράσεις.

 

Ο 82χρονος Λόουτς έχει ψάξει ενδελεχώς το θέμα του, έχει ως συνήθως δίκιο και μας βάζει να σκεφτόμαστε αριστερόστροφα και ανθρωποκεντρικά. Το συλλογικό ζητούμενο είναι γι' αυτόν η κινητήρια δύναμη και ο λόγος που συνεχίζει να γυρίζει ταινίες, και μάλιστα το «Sorry we missed you» είναι μεστότερη και πιο πειστικά συγκινητική ταινία από το βραβευμένο «I, Daniel Blake».

 

Όσο παράτολμη κι αν φαίνεται η σύγκριση, ο κοινός τόπος του Πέδρο Αλμοδόβαρ και του Κεν Λόουτς είναι το μελόδραμα. Ο Ισπανός εμπνέεται από τον Ντάγκλας Σερκ, το στυλιζαρισμένο αμερικανικό σινεμά της κλασικής περιόδου που χάζευε μαγεμένος στην παιδική του ηλικία και, όπως λέει στο «Πόνος και Δόξα», τις όμορφες ηθοποιούς, όπως η Μέριλιν, που φοβόταν μην του πεθάνουν στη μεγάλη οθόνη, όπως και οι γυναίκες που σημάδεψαν τη ζωή του και ανέπλασε στις ταινίες του.

 

Ο Κεν Λόουτς έμαθε την τέχνη στη βρετανική τηλεόραση και εδώ και 50 χρόνια όχι μόνο δεν φοβάται, αλλά εμπιστεύεται το οικογενειακό μελό ως καταλύτη (και σεναριακή επαλήθευση) των πολιτικών του στόχων.

 

Και οι δύο ποντάρουν στις μύχιες εξομολογήσεις και στο ειλικρινές δάκρυ για να εκφράσουν την αισθητική τους. Κι αν κάτι αποφεύγουν συστηματικά, προς τιμήν τους, είναι το εύκολο happy ending.

 

Δείτε μια σκηνή από την ταινία του Κεν Λόουτς.