Ο συνδετικός κρίκος που ενώνει το «Bohemian Rhapsody» με το «Rocketman» είναι εμφανής: ο Ντέξτερ Φλέτσερ, που σκηνοθέτησε εξ ολοκλήρου το δεύτερο και μάζεψε τα κομμάτια που άφησε ο Μπράιαν Σίνγκερ στο πρώτο (αν και ήταν εκείνος που επρόκειτο να το γυρίσει αρχικά), δίνει ενέργεια και ζωτικότητα σε μια βιογραφία που εξιστορεί το ταπεινό ξεκίνημα ενός παθιασμένου original και τον απογειώνει αγιογραφικά στη στρατόσφαιρα του ειδώλου της ροκ.

 

Από κει και πέρα, αρχίζουν οι διαφορές. Ο Έλτον Τζον είναι ζωντανός και μια χαρά, παρά τις δυσκολίες στην κίνηση που τον εμπόδισαν την παραδοσιακή του ανάβαση στις σκάλες του Palais στο Φεστιβάλ Καννών, και επόπτευσε το πρότζεκτ από τη γέννησή του, φροντίζοντας να μην παραλειφθούν από τη λογοκρισία οι ακατάλληλες σκηνές που καθόρισαν την εκτόξευσή του στη χρυσή πενταετία της παντοδυναμίας του και στάθηκαν η ευχή και η κατάρα που τον οδήγησαν στη λυτρωτικά ισορροπημένη ζωή που διανύει σήμερα.

 

Το «Rocketman», που προβάλλεται εκτός διαγωνιστικού προγράμματος στο φεστιβάλ, δεν ποζάρει ως δράμα με εμβόλιμες σκηνές μουσικής αλλά στήνεται χωρίς ενδοιασμούς ως μιούζικαλ, έτοιμο για τη θεατρική του μεταφορά!

 

Το «Rocketman», που προβάλλεται εκτός διαγωνιστικού προγράμματος στο φεστιβάλ, δεν ποζάρει ως δράμα με εμβόλιμες σκηνές μουσικής αλλά στήνεται χωρίς ενδοιασμούς ως μιούζικαλ, έτοιμο για τη θεατρική του μεταφορά ‒ τα μουσικοχορευτικά κομμάτια μοιάζουν με ξεσπάσματα συνθετικής και στιχουργικής έμπνευσης στο ύφος του «Grease», αλλά με το ειδικό βάρος ενός πιανίστα και τραγουδιστή που βίωσε τα πάντα και τα εξέφρασε πολύ προσωπικά, αγγίζοντας εκατομμύρια ανθρώπους.

 

Στο ξεκίνημα, ο Τζον μπουκάρει σε ένα πολυτελές κέντρο αποτοξίνωσης ντυμένος με την εξωφρενική πανοπλία του (φτερά, πούπουλα, παρδαλός in extremis), αποφασισμένος να δώσει ένα τέλος στην κατρακύλα του ποτού και των ουσιών. Ο στόχος είναι να συμφιλιωθεί με το παιδί που δεν αγαπήθηκε από τους γονείς του (με εξαίρεση τη γιαγιά) και δεν κατάφερε να βρει ζεστασιά στις πρώτες του σχέσεις, ειδικά στον σεξουαλικό/επαγγελματικό του δεσμό με τον υπολογιστικό, εκμεταλλευτή μάνατζέρ του Τζον Ριντ (ο Ρίτσαρντ Μάντεν από το «Game of Thrones»), ο οποίος μάλιστα ανέλαβε και τους Queen παράλληλα, τη δεκαετία του ’70.

 

Με αναδρομές συναντάμε τον μικρό Ρέτζιναλντ Ντουάιτ, με έναν πατέρα ψυχρό και μια συνοικιακά glamorous μητέρα, εντελώς απασχολημένη με τον εαυτό της, να μαθαίνει πιάνο και να αναπολεί την εξιδανικευμένη παιδική του ηλικία με λύπη αλλά και ενδιαφέροντα ξεσπάσματα απόδρασης στο «The bitch is back» και στους καβγάδες στο τοπικό μπαρ, στο «Saturday night is alright for fighting».

 

Η σχέση του με τον στιχουργό Μπέρνι Τόπιν (ο Τζέιμι Μπελ του «Μπίλι Έλιοτ») παραμένει η συναισθηματική άγκυρα της ταινίας μέσα από τους κλυδωνισμούς και το υπερβολικό lifestyle της αμερικανικής περιόδου και λειτουργεί καλύτερα από τις υπόλοιπες, που σκιτσάρουν, παρά εμβαθύνουν, τον χαρακτήρα του. Το σκαρίφημα του υπέροχου «Your Song» είναι, όπως αναμενόταν άλλωστε, μία από τις πιο συγκινητικές και τρυφερές στιγμές της ταινίας.

 

Ο Τάρον Έτζερτον, όπως και ο Ράμι Μάλεκ στο «Bohemian», συλλαμβάνει απόλυτα μια τρελή, εξωγήινη περσόνα που κοπανιέται στα πλήκτρα και προσπαθεί να πείσει τον εαυτό του και τους άλλους πως δεν έχει καμία σχέση με το αγόρι που άφησε πίσω του.
Ο Τάρον Έτζερτον, όπως και ο Ράμι Μάλεκ στο «Bohemian», συλλαμβάνει απόλυτα μια τρελή, εξωγήινη περσόνα που κοπανιέται στα πλήκτρα και προσπαθεί να πείσει τον εαυτό του και τους άλλους πως δεν έχει καμία σχέση με το αγόρι που άφησε πίσω του.

 

Ο Τάρον Έτζερτον, όπως και ο Ράμι Μάλεκ στο «Bohemian», συλλαμβάνει απόλυτα μια τρελή, εξωγήινη περσόνα που κοπανιέται στα πλήκτρα και προσπαθεί να πείσει τον εαυτό του και τους άλλους πως δεν έχει καμία σχέση με το αγόρι που άφησε πίσω του. Στις σκηνικές του παραστάσεις ίπταται και μεθά, βουτά με δύναμη στο τρανς και ταυτίζεται με έναν φανταστικό Άγγλο καουμπόη.

 

Στις στιγμές της μοναξιάς, ο Έτζερτον, ο οποίος τραγούδησε πολύ σωστά με τη δική του φωνή, μένει δραματικά μετέωρος. Ενώ ο Φλέτσερ ελέγχει με μπρίο το καρναβαλικό πουσάρισμα της πλοκής, φαίνεται να κολλάει τα κομμάτια του παζλ που ο ίδιος ο Έλτον Τζον θέλησε να παρουσιάσει ως ενδεδειγμένα ‒ όταν ένας καλλιτέχνης ευλογεί και δίνει την άδεια εμπλεκόμενος, τα οφέλη συνήθως ισοφαρίζουν τις παγίδες.

 

Το «Rocketman», ωστόσο, δεν ξεπατικώνει με ευλάβεια τις εμφανίσεις του Τζον, από το εμβληματικό του ντεμπούτο του στο Trobadour του Λος Άντζελες μέχρι το σκάλωμα στα τέλη της πρώτης του δεκαετίας. Εφορμά από τη γνωστή εικονογραφία και συνθέτει κινηματογραφικές σκηνές, όπου αντιπαλεύουν η πρωτοφανής, μεταδοτική διάθεση του Τζον να μοιραστεί ένα φανταστικό, απελευθερωμένο σύμπαν με την προσωπική του απογοήτευση που έπνιγε στην υποκρισία και στην ασταμάτητη σειρά εξαρτήσεων ‒ όπως μας πληροφορεί στο φινάλε, μόνο το shopping διατήρησε αλώβητο!

 

Θα μπορούσε κάποιος να δει το «Rocketman» ως ένα «Elton John’s Greatest Hits» με δραματικές γέφυρες, αλλά, παρά τις αδυναμίες της, η δημιουργία του Φλέτσερ πιάνει υποδόρια το πνεύμα, τις προσωπικές συγκρούσεις και την ευαισθησία μιας ξεχωριστής περίπτωσης στην ιστορία της παγκόσμιας ποπ, στην παρατεταμένη στιγμή της τρέλας του.