Το Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης ετοιμάζεται σε λίγα εικοσιτετράωρα να σηκώσει αυλαία με την 59η διοργάνωση. Οι προβολές στις 8 αίθουσες του φεστιβάλ θα ξεκινούν από το πρωί και θα ολοκληρώνονται αργά το βράδυ, επί δέκα ημέρες, ενώ οι παράλληλες δράσεις και οι συζητήσεις θα συμπληρώσουν το αμιγώς κινηματογραφικό ενδιαφέρον του ανήσυχου θεσμού που τα τελευταία χρόνια φαίνεται να εξελίσσεται διαρκώς, όχι απλά ακολουθώντας τις διεθνείς τάσεις αλλά συμβάλλοντας στη διαμόρφωσή τους.


Αξίζει να σημειωθεί μια αναπάντεχη επιτυχία που δεν θυμάμαι να έχει ξανασυμβεί πρόσφατα σε ελληνικό φεστιβάλ: τα κορυφαία βραβεία για το 2018 των τριών μεγαλύτερων κινηματογραφικών φεστιβάλ του πλανήτη, η Χρυσή Άρκτος του Βερολίνου (Touch Me Not της Αντίνα Πιντιλίε), ο Χρυσός Φοίνικας των Καννών (Κλέφτες Καταστημάτων του Χιροκάζου Κόρε-Έντα) και ο Χρυσός Λέοντας της Βενετίας (Roma του Αλφόνσο Κουαρόν) θα βρίσκονται ανάμεσα στις προβολές της Θεσσαλονίκης.

 

Με ιδιαίτερο ενδιαφέρον όμως αναμένεται, ειδικά μετά από την ανακοίνωση των τίτλων, και το αφιέρωμα στο ελληνικό queer cinema. Σταχυολογώντας 38 ταινίες μεγάλου και μικρού μήκους από έξι δεκαετίες ελληνικού κινηματογράφου, οι διοργανωτές κατέληξαν σε δημιουργίες που, εκτός των άλλων, μίλησαν σε μια νέα γλώσσα. Δημιουργοί που έχουν συνδεθεί άρρηκτα με το είδος (Κωνσταντίνος Γιάνναρης, Πάνος Χ. Κούτρας, Χρήστος Δήμας, Τάκης Σπετσιώτης), ταινίες που προκάλεσαν στην εποχή τους (Άγγελος του Γιώργου Κατακουζηνού, Μπέττυ του Δημήτρη Σταύρακα), αλλά και αναπάντεχες επιλογές που δεν έρχονται μεμιάς στο μυαλό όταν μιλάμε για queer τέχνη (Vortex ή Το Πρόσωπο Της Μέδουσας του Νίκου Κούνδουρου), οριοθετούν το αφιέρωμα που είναι μάλιστα το πρώτο που επιχειρείται από κρατικό πολιτιστικό φορέα.

 

Οι υπεύθυνοι προγραμματισμού του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης δήλωσαν στη LiFO πως δεν κατάφεραν να εξασφαλίσουν τα δικαιώματα για την προβολή των ταινιών του Μπίστικα λόγω άρνησης από την οικογένεια του εκλιπόντος δημιουργού.

 

Ανάμεσα στους δημιουργούς όμως, συναντάμε και δύο ηχηρές απουσίες οι ταινίες των οποίων, για διαφορετικούς λόγους, δεν θα βρίσκονται εκεί, ενώ θα έπρεπε. Μιλάμε για τις περιπτώσεις του Αντρέα Βελισσαρόπουλου και του Αλέξη Μπίστικα.

 

Από τη μία η Όπερα του Βελισσαρόπουλου, μια μεσαίου μήκους ταινία του 1976 που έκτοτε έχει εξαφανιστεί και δεν υπάρχει πουθενά καμία διαθέσιμη κόπια της. Οι διοργανωτές του φεστιβάλ ήρθαν σε επαφή με την οικογένεια του εκλιπόντος ακτιβιστή και σκηνοθέτη, αλλά, σύμφωνα με τους ίδιους, ούτε κι εκείνοι διαθέτουν κάποια κόπια. Έτσι η μοναδική κινηματογραφική δημιουργία του πρόωρα χαμένου από επιπλοκές σχετικές με το AIDS δημιουργού που, σύμφωνα με όσους την έχουν δει, θα εξελισσόταν σε μεγάλο αστέρι (παρόλο που φαίνεται πως ήταν ταγμένος περισσότερο στον ακτιβισμό παρά στο σινεμά), αλλά δυστυχώς δεν πρόλαβε, θα απουσιάζει από το φεστιβάλ. Εξαφανισμένο όμως είναι από το αρχείο της ΕΡΤ και το επεισόδιο που είχε σκηνοθετήσει ο Βελισσαρόπουλος από την πρώτη περίοδο της εκπομπής Παρασκήνιο, με θέμα τον Γιάννη Τσαρούχη.

 

(Ακόμα και την τελευταία στιγμή, όποιος γνωρίζει κάτι σχετικά με το πού μπορεί να βρεθεί η ταινία ή διαθέτει κάποια κόπια στην κατοχή του, ακόμα και σε VHS, παρακαλείται να επικοινωνήσει με τη LiFO ή με το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης).

 

Περισσότερα γι' αυτή τη θρυλική πλέον ταινία μας λέει ο Αν. Καθηγητής της Ιστορίας του Θεάτρου και του Ελληνικού Κινηματογράφου (Τμήμα Θεατρικών Σπουδών, Πανεπιστήμιο Πατρών), συγγραφέας του βιβλίου «Επιθυμίες και πολιτική. Η queer ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου (1924-2016)» (εκδ. Αιγόκερως) και επιμελητής του αφιερώματος, Κωνσταντίνος Κυριακός:

 

«Η σαραντάλεπτη, ανεξάρτητη παραγωγή (παραγωγός Γιώργος Εμιρζάς) "Όπερα" του Αντρέα Βελισσαρόπουλου υπήρξε ένα φιλμ που έκανε αίσθηση στην εποχή του. Γυρισμένη σε super-8 στα 1975 από τον εικοσιοκτάχρονο, τότε, σκηνοθέτη και μεγεθυμένη στα 16 mm την επόμενη χρονιά, κερδίζει, όταν προβάλλεται στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης, το Βραβείο της Πανελλήνιας Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου.

 

»Γενικά προσελκύει το ενδιαφέρον των κινηματογραφόφιλων της εποχής και επαινείται, αν και φορμαλιστικό έργο, ακόμη και από το ιερατείο της μαρξιστικής κριτικής (Βασίλης Ραφαηλίδης). Πρόκειται για τη μοναδική ταινία ενός ανήσυχου, ευφυούς και εγγράμματου καλλιτέχνη με ιδιαίτερη ευαισθησία και δράση γύρω από τα ζητήματα σεξουαλικής ταυτότητας (γκέι ακτιβιστής και εκ των ιδρυτών του Α.Κ.Ο.Ε.).

 

»Την κινηματογραφική εικόνα του Βελισσαρόπουλου έρχονται να συμπληρώσουν κείμενα του σκηνοθέτη στον "Σύγχρονο Κινηματογράφο" και το "Αμφί" και η σκηνοθεσία αφιερωμάτων στο πλαίσιο της εκπομπής τεκμηρίωσης "Παρασκήνιο" (ξεχωρίζει το αφιέρωμα στο καινοτόμο και μακροπρόθεσμα επιδραστικό ανέβασμα των "Τρωάδων" από τον Γιάννη Τσαρούχη).

 

»Η "Όπερα" ως φιλμ εντάσσεται στις "γραφές της ετερότητας" με σαφείς επιδράσεις από τα έργα του γαλλικού και γερμανικού (Βέρνερ Σρέτερ) κινηματογραφικού μοντερνισμού τα οποία επιχειρούν να (απο)σταθεροποιήσουν τις ετεροφυλόφιλες ταυτότητες και στο ελληνικό σινεμά. Πρόκειται για ταινίες όπου επιστρατεύονται ανοίκειες στο ευρύ κοινό αναπαραστατικές συμβάσεις και φιλμ που καινοτομούν, προκαλώντας τους θεατές να αποκωδικοποιήσουν μια σειρά από αναφορές προκειμένου να προσλάβουν το (queer) περιεχόμενο της αφήγησης.

 

»Η "Όπερα" βρίσκεται σε ανοιχτό διάλογο με τις φόρμες άλλων τεχνών. Η διηγηματική συνέχεια απουσιάζει από την ταινία. Προέχουν οι διακειμενικές αναφορές. Η όπερα του Βάγκνερ "Τριστάνος και Ιζόλδη", οι συνθέσεις του Μιχαήλ Άγγελου, οι εικόνες των Ντελβώ, Εγγονόπουλου και Μαγκρίτ επανεγγράφονται και συνδυάζονται με ετερογενή πολιτισμικά στοιχεία (π.χ. σύγχρονη ελαφρά αμερικανική μουσική).

 

»Παράλληλα, το σεξ και η πολιτική του σώματος έρχονται να φωτίσουν εκ νέου και ανατρεπτικά τις ιεροποιημένες καλλιτεχνικές φόρμες: ο νέος που ποζάρει γυμνός σε στάση γνωστού αγάλματος του Μιχαήλ Άγγελου "ζωντανεύει" και γίνεται ένας άνδρας της εποχής που εκθέτει σε συνέντευξη τις απόψεις του για τον κόσμο. Πρόκειται για δείγμα μιας queer κινηματογραφικής γραφής, όπου καταγράφονται οι όψεις της ανθρώπινης σεξουαλικότητας, όπως αυτές διαμορφώνονται στον χωροχρόνο, σε κοινωνικό επίπεδο».

 

Η αφίσα της ταινίας του Αλέξη Μπίστικα «Η γραβάτα» (Από το αρχείο του Χρήστου Παρίδη)
Η αφίσα της ταινίας του Αλέξη Μπίστικα «Η γραβάτα» (Από το αρχείο του Χρήστου Παρίδη)

 

Η περίπτωση του Αλέξη Μπίστικα είναι φυσικά πιο γνωστή, καθώς ο σκηνοθέτης από την Αθήνα πρόλαβε ευτυχώς να αφήσει έντονο κινηματογραφικό στίγμα, πριν πεθάνει το 1995, επίσης από επιπλοκές σχετικές με το AIDS. Ταινίες όπως η μεσαίου μήκους Η γραβάτα που πήρε το δεύτερο βραβείο στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης του 1991, από την κριτική επιτροπή στην οποία προέδρευε ο Θόδωρος Αγγελόπουλος, και πραγματεύεται τη σχέση ενός λαϊκού Έλληνα από την επαρχία με έναν Βρετανό, ή τα μικρά μήκους Το φιλί με τον Σταύρο Ζαλμά και τον Δημήτρη Παπαϊωάννου και Το ξέφωτο στο οποίο εμφανίζεται ο διάσημος Βρετανός queer σκηνοθέτης Ντέρεκ Τζάρμαν, θα έπρεπε σαφώς να περιλαμβάνονται σε ένα αφιέρωμα στο ελληνικό queer cinema.

 

Δυστυχώς, σε σχετική ερώτηση που θέσαμε στους υπεύθυνους προγραμματισμού του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης για τη συγκεκριμένη ηχηρή απουσία, μας απάντησαν πως δεν κατάφεραν να εξασφαλίσουν τα δικαιώματα για την προβολή των ταινιών του Μπίστικα από την οικογένεια του εκλιπόντος δημιουργού.

 

Σύμφωνα με τον Κωνσταντίνο Κυριακό, ο Αλέξης Μπίστικας (1964-1995) δεν ήταν απλός εκπρόσωπος αλλά «ανήκει στο πυρήνα του ελληνικού "new queer cinema", έτσι όπως αυτό διαμορφώνεται στις αρχές της δεκαετίας του '90. Με το φιλμικό και λογοτεχνικό (περιοδική έκδοση "Κοντροσόλ στο χάος" και "Ευαγγελισμός") έργο του εξέφρασε τη θεματική και αισθητική μιας νέας εποχής για την queer έκφραση».

 

Αλέξης Μπίστικας. Φωτο: Σπύρος Στάβερης
Αλέξης Μπίστικας. Φωτο: Σπύρος Στάβερης

 

Ο κ. Κυριακός μας εισάγει στη φιλμογραφία του Μπίστικα, αναγνωρίζοντας το queer στοιχείο ακόμα και στις φαινομενικά άσχετες με το ρεύμα δημιουργίες του: «Η προσωπικότητα και το (κινηματογραφικό) βλέμμα του Μπίστικα αναδύεται μέσα από βιογραφικά στιγμιότυπα (Ποτσόν-Ποτσόν), μορφές της queer κουλτούρας (Τα μάρμαρα, Το ξέφωτο), την ασθένεια και τη μητρότητα (Το στήθος), το λαϊκό ήθος των ανδρών με την ερωτική ενδοτικότητα και τη λεβεντιά (Η γραβάτα, Το χάραμα).

 

Οι διοργανωτές του φεστιβάλ ήρθαν σε επαφή με την οικογένεια του εκλιπόντος ακτιβιστή και σκηνοθέτη Αντρέα Βελισσαρόπουλου, αλλά ούτε εκείνοι διαθέτουν κάποια κόπια. Έτσι η μοναδική κινηματογραφική δημιουργία του πρόωρα χαμένου από επιπλοκές σχετικές με το AIDS δημιουργού που, σύμφωνα με όσους την έχουν δει, θα εξελισσόταν σε μεγάλο αστέρι, θα απουσιάζει από το φεστιβάλ.

 

»Στις περισσότερες από τις μικρού μήκους ταινίες του αναγνωρίζεται έντονο το βιωματικό στοιχείο. Για παράδειγμα, στα Μάρμαρα (1989) συνυφαίνονται η ξενιτιά και η «ελληνικότητα» όπως εκφράζονται μέσα από τα μάρμαρα του Παρθενώνα και τον θαυμασμό για την Ελληνίδα και «διεθνή» Μελίνα Μερκούρη ως gay icon· στο εικονοκλαστικό ολιγόλεπτο φιλμάκι Το φιλί (1990), όπου εμφανίζονται δύο χαρακτηριστικές φυσιογνωμίες ενός ανανεωμένου queer προσώπου της εποχής (Δημήτρης Παπαϊωάννου και Σταύρος Ζαλμάς) συνυπάρχουν σ' έναν απροσδόκητο συνδυασμό τα κεριά του Καβάφη και της ορθόδοξης (χριστιανικής) παράδοσης, ο επιτάφιος που εξαγιάζει και δεν αναθεματίζει τον παραβατικό έρωτα («ω γλυκύ μου έαρ»), η ερωτική άνοιξη των ανδρικών σωμάτων και ψυχών.

 

Στο Ξέφωτο (1993), ο Μπίστικας, με ένα γυροσκοπικό τράβελινγκ του φακού καταγράφει ενέργειες σ' έναν χώρο ομοφυλόφιλης ανησυχίας· πριν καταλήξει σε γκρο πλαν του σπουδαίου Βρετανού καλλιτέχνη Ντέρεκ Τζάρμαν.

 

Στο Χάραμα (1994) ο σκηνοθέτης αποδύεται σε μια φιλμική διακειμενική άσκηση αναφορικά με το παραδοσιακό μουσικό μελόδραμα προκειμένου να επανεξετάσει τους κώδικές του. Έμμεσα, όμως, περιπαθείς στίχοι για το ευάλωτο της ερωτικής σχέσης φαίνεται να εμπνέονται αλλά και να απηχούν ομοερωτικές "ευαισθησίες": "ένα άγνωστο χάδι καρτερούσα, στις άδειες γωνιές και στις κακόφημες γειτονιές σε αναζητούσα".

 

 

Η γραβάτα (1991)


Ως κορυφαία βέβαια στιγμή της queer δημιουργίας του σκηνοθέτη και αντιπροσωπευτικότερο δείγμα της παρακαταθήκης του ο κ. Κυριακός αναγνωρίζει τη Γραβάτα (1991): «Εδώ ένας αρρενωπός Έλληνας επαρχιώτης και ένας εκλεπτυσμένος Λονδρέζος καθηγητής συναντώνται και συγκατοικούν στο σύγχρονο Λονδίνο. Τα δύο περιβάλλοντα, Λονδίνο και ελληνική επαρχία, που καθορίζουν την ιδιοσυγκρασία και τη συμπεριφορά των ηρώων, περιγράφονται με έμφαση στις λεπτομέρειες.

 

»Η ταινία του Μπίστικα είναι ένα έργο που πατά γερά στον ρεαλισμό αλλά τολμά την υπέρβαση, με τρόπο που καταφάσκει στον έρωτα των ανδρών. Δεν υπογραμμίζει, αλλά υπαινίσσεται.

 

Στην ταινία εντυπωσιάζει η οπτική και ακουστική περιγραφή των δύο χωρών: δύο γλώσσες και δύο διαφορετικές κουλτούρες με τα σημαίνοντά τους. Τα σονέτα του Σέξπιρ φορτίζονται όπως και οι στίχοι από τα ρεμπέτικα τραγούδια: "δύο νύχτες ανταμώσανε πάνω στα δάκρυά μου, η νύχτα που σε γνώρισα και η νύχτα που χωρίζουμε". Το τσάι συνυπάρχει με το ούζο και τα τραγούδια της Νίνα Σιμόν με το λαϊκό παράπονο δια της δωρικής έκφρασης του Δημήτρη Μητροπάνου.

 

Ξένο και οικείο δένονται αρμονικά: περάσματα από χώρα σε χώρα μέσω της μουσικής, των ταξιδιών και των τηλεφωνημάτων. Έτσι ενεργοποιείται και η μεταφορά του τίτλου: το ιεροτελεστικό δέσιμο της γραβάτας ("κόμπος" και "δεσμός")».

 

Ο κ. Κυριακός καταλήγει σχετικά με τη διπλή αυτή απουσία από το αφιέρωμα: «Ως επιμελητής του αφιερώματος στο queer ελληνικό ρεύμα θεώρησα αυτονόητη την ύπαρξη των συγκεκριμένων ταινιών στο αναδρομικό αυτό ιστορικό εγχείρημα. Παρά τις προσπάθειες μας, αντίξοες, υποκειμενικές και αντικειμενικές, συνθήκες δεν το επέτρεψαν.

 

Ωστόσο δεν είναι ίδια η περίπτωση της διάχυσης του καλλιτεχνικού έργου του Βελισσαρόπουλου και του Μπίστικα. Η Όπερα μυθοποιείται ως ταινία απρόβλητη για χρόνια, απρόσιτη και μη διαθέσιμη στις νεότερες γενεές θεατών. Το μεγαλύτερο μέρος του κινηματογραφικού έργου του Μπίστικα είναι διαθέσιμο. Απλώς θα απουσιάζει, χωρίς τη θέληση του επιμελητή και του φεστιβάλ ως θεσμικού φορέα, από έναν εορτασμό της καλλιτεχνικής πρωτοπορίας.

 

»Ωστόσο στο αφιέρωμα οι θεματικές και οι φόρμες που εκπροσωπούν η Όπερα και η Γραβάτα δεν υποπαρουσιάζονται. Τόσο το avant-garde πνεύμα και ύφος στα μέσα της δεκαετίας του '70 όσο και η ιδιαιτερότητα των χαρακτηριστικών του new queer cinema της δεκαετίας του '90 εκπροσωπούνται επάξια στις ταινίες άλλων δημιουργών (Τάκης Σπετσιώτης, Αντουανέττα Αγγελίδη, Γιώργος Κόρρας, Χρήστος Βούπουρας, Κωνσταντίνος Γιάνναρης, Χρήστος Δήμας, Πάνος Κούτρας). Δεν μένει παρά το κοινό να απολαύσει τον τρόπο που αρχειοθετούνται φόρμες, λόγοι και θέματα».

 

Εξάλλου, όπως σημειώνει και ο καλλιτεχνικός διευθυντής του φεστιβάλ, Ορέστης Ανδρεαδάκης, «ο Βελισσαρόπουλος και ο Μπίστικας θα είναι παρόντες σε αυτή τη γιορτή, με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο, στις συζητήσεις και στα πάνελ, στην καρδιά και στο μυαλό μας, ακόμα και μέσα από την απουσία των ταινιών τους».

 

Info

59ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης

1-11 Νοεμβρίου

Δείτε το αναλυτικό πρόγραμμα εδώ.