Παρά το πρωτοφανές και μετέπειτα viral προπέρσινο λάθος με τον μπερδεμένο φάκελο και τους περσινούς εορτασμούς για τα 90ά γενέθλια, τα Όσκαρ έφτασαν σε ένα ιστορικό χαμηλό τηλεθέασης.

 

25 περίπου εκατομμύρια θεατές είναι σαφώς λιγότεροι από άλλες χρονιές, αλλά όχι αντικειμενικά λίγοι, σε ένα φορμάτ που έχει αλλάξει πολύ.

 

Στους κατακερματισμένους δέκτες των ΗΠΑ, σε ένα σόου τόσο παλιό όσο η απονομή των Όσκαρ, με προτεινόμενες και διακεκριμένες ταινίες που συνήθως δεν αφορούν τη νεότερη γενιά των ριάλιτι και των blockbusters, αν μιλάμε για σινεμά, το αποτέλεσμα μπορεί να μην είναι το καλύτερο, αλλά σίγουρα δεν είναι αποκαρδιωτικό.

 

Ωστόσο, στο πλαίσιο της αναγεννημένης νοοτροπίας του θεσμού, μετά την εκλογή στην προεδρία της Ακαδημίας της Ντον Χάντσον, ο στόχος ήταν η εκλαΐκευση με την καλή έννοια, η διάσπαση του σώματος των γερόντων σε περισσότερα και νεότερα και πιο hip μέλη, αλιεύοντάς τα με πιο ανοιχτό τρόπο από την εγχώρια και διεθνή κοινότητα της κινηματογραφίας.

 

Είναι σίγουρο πως με το μέτρο, ή μάλλον κόλπο της «πιο δημοφιλούς ταινίας», τα Όσκαρ πετάνε, λίγο στην απελπισία τους, σαν τους σταυροφόρους που είδαν κι απόειδαν με τους απολίτιστους, το σκοινί σε ένα κοινό που την τελευταία φορά που παρακολούθησε συλλήβδην και μαζικά την απονομή ήταν όταν σάρωσαν ο Τιτανικός και ο τρίτος Άρχοντας των Δαχτυλιδιών.

 

Η πρώτη αλλαγή έγινε το 2009, όταν η κατηγορία της καλύτερης ταινίας άνοιξε, μ' ένα πολύπλοκο σύστημα ποσόστωσης που επιτρέπει στην παλιά πεντάδα να γίνει μέχρι δεκάδα. Η επιδίωξη ήταν σαφής: να εισχωρήσουν ταινίες μεγάλης εμβέλειας και επιφάνειας, κυρίως βασισμένες σε κόμικς, και να καπαρώσουν μια θέση, που μέχρι τότε δεν κατάφερναν να πετύχουν – αν ο Κρίστοφερ Νόλαν, με θηριώδεις εισπράξεις και αντίστοιχες κριτικές δυσκολευόταν, τότε οι υπόλοιποι τι να πουν...

 

Το μέτρο δεν έφερε καρπούς. Στο μυαλό των περισσότερων, και στο δικό μου, ευτέλισε την πιο βασική κατηγορία, αποδυναμώνοντας τη σημασία του μεγάλου Όσκαρ με ένα αχρείαστο traffic, που έφτασε μέχρι τον αριθμό 9, για τους μαθηματικούς λόγους που κανείς πραγματικά δεν κατάλαβε.

 

Και το κυριότερο, δεν δημιουργήθηκε ισορροπία ανάμεσα στα καλλιτεχνικά φιλμ που είδαν λίγοι θεατές, και τα εμπορικά που επιβράβευσαν με τα εισιτήριά τους οι περισσότεροι.

 

Σε μια βραδιά αποκλειστικά με πεντάδες, ξαφνικά έσκαγε μια περίπου δεκάδα, από την οποία μόνο οι φανατικοί μπορούσαν να απομνημονεύσουν όλες τις προταθείσες ταινίες, υπό τύπον άσκησης.

 

 

Η λανθασμένη ανακοίνωση του Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας στην τελετή του 2017, μια από τις πιο άβολες στιγμές στην ιστορία του θεσμού

 

Ώσπου έφτασε η στιγμή που η Ακαδημία, όχι στο σύνολό της, αλλά το εκλεγμένο προεδρείο που λαμβάνει τις αποφάσεις και διαμορφώνει τους εσωτερικούς κανονισμούς (οι ίδιοι που έσπευσαν να αποπέμψουν τον Γουάινστιν και τον Πολάνσκι για ηθικούς λόγους), απαντά στη χρόνια κριτική, που παραπονιόταν πως η τελετή είναι βαρετή και τεράστια σε διάρκεια, δεν μπορεί να κρύψει μια εσωστρέφεια και περιαυτολογία που παραπέμπει στα σπλάχνα (και τον καλοντυμένο αφαλό της) και πως δεν αφορά τον νέο κόσμο που βλέπει άλλα πράγματα στην τηλεόραση.

 

Η πιο μινόρε από τις αλλαγές αφορά την ημερομηνία διεξαγωγής της τελετής και θα εφαρμοστεί το 2020. Η απονομή των Όσκαρ θα γίνει στις αρχές Φεβρουαρίου, μάλλον διότι απομακρυνόταν επικίνδυνα από τη σεζόν των βραβείων και πολλοί αισθάνονταν πως ερχόταν ως ουραγός για να επιβραβεύσει συντελεστές και ταινίες που όλοι ανεξαιρέτως οι υπόλοιποι, δηλαδή τα σωματεία και οι ενώσεις κριτικών, με κορυφαίες τις Χρυσές Σφαίρες, είχαν γιορτάσει και γλεντήσει τουλάχιστον έναν μήνα νωρίτερα.

 

Η δεύτερη απόφαση, που όπως φαίνεται θα ισχύει από την απονομή του 2019, θα μειώσει τη διάρκεια από 4 ώρες παρά κάτι σε 3 ώρες. Για να γίνει αυτό, θα πρέπει να «φαγωθούν» κάποια από τα βραβεία. Κι επειδή δεν γίνεται να δώσουν νωρίτερα ανταγωνιστικά, και όχι ειδικά ή τιμητικά Όσκαρ, αποφασίστηκε να τα απονείμουν κατά τη διάρκεια των τηλεοπτικών διαλειμμάτων της απονομής, να τα μοντάρουν επί τόπου, και να τα δείχνουν σαν φλας λίγο αργότερα, μέσα στη live αναμετάδοση!

 

Η λιτή, ελλειπτική ανακοίνωση μιλάει για κατηγορίες χαμηλότερου προφίλ, μπήγοντας το μαχαίρι κομψά, χωρίς διευκρινίσεις. Ήδη, ανώνυμοι εκπρόσωποι τεχνικών τμημάτων, που δικαίως θεωρούν πως ένα Όσκαρ αλλάζει ριζικά τη ζωή και την καριέρα τους, ανησυχούν για τον παραγκωνισμό τους.

 

Ο Γκιγιέρμο Ντελ Τόρο παραλαμβάνει το Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας για τη «Μορφή του Νερού», στην πρόσφατη τελετή του Φεβρουαρίου.
Ο Γκιγιέρμο Ντελ Τόρο παραλαμβάνει το Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας για τη «Μορφή του Νερού», στην πρόσφατη τελετή του Φεβρουαρίου.

 

Επί χρόνια, η Ακαδημία υποστήριζε πως δεν προτίθεται να κάνει εκπτώσεις σε αυτό που είναι και φέρει, ως φιλοσοφία και συμπεριφορά, ούτε θα υποκύψει σε πιέσεις, υπονοώντας πως η φθίνουσα τηλεθέαση δεν αρκεί να τη μετατρέψει σε κάτι πιο δημοφιλές, δηλαδή σαν τις Χρυσές Σφαίρες, που είναι πρόθυμες να χαϊδέψουν τα αυτιά των σταρ, ή τις επιθυμίες του δικτύου που τα αναμεταδίδει και συνεπώς των διαφημιστών, για μια πιο φωτογενή και φιλική προς το κοινό τελετή.

 

Η ανανέωση του συμβολαίου με το ABC έδειχνε να ενισχύει την εμπιστοσύνη στη διαφορά που θέλουν να κάνουν τα Όσκαρ, σε σχέση με την ένωση ανταποκριτών ξένου τύπου, που δεν μπαίνουν καν στον κόπο να ασχοληθούν με μοντάζ, μακιγιάζ, μίξη ήχου και μικρού μήκους. Μουσική, ξενόγλωσση ταινία και έξω από το σπίτι για εκείνους...

 

Η αναγγελία μιας τέτοιας απόφασης, που δεν θίγει ακριβώς, αλλά τσιμπάει τους καθαρούς τεχνικούς του κινηματογράφου, μοιάζει λίγο με τα νομοσχέδια που ρίχνει στο τραπέζι της Βουλής η εκάστοτε κυβέρνηση για να ζυγιάσει τις αντιδράσεις και, ενδεχομένως, να αποσύρει τις τροπολογίες λίγο αργότερα, για διορθώσεις και προσαρμογές.

 

Αν όμως το κομποστάρισμα των χαμηλών Όσκαρ για χάρη των τουριστικών και σοβαρότερων είναι ένα θέμα προς συζήτηση που αφορά το εσωτερικό των κλάδων –και στο φινάλε, δικαίωμα τους είναι να κάνουν αυτό που νομίζουν γιατί ποτέ δεν ρώτησαν κανέναν τι κάνουν στο σπίτι τους–, τότε η ιδέα, (ειλημμένη;) για την προσθήκη ενός νέου Όσκαρ που θα επιβραβεύει την πιο «δημοφιλή ταινία» της χρονιάς όχι μόνο ανασηκώνει φρύδια, αλλά δεν βγάζει ακριβώς νόημα.

 

Μια από τις (όχι και τόσο πρόσφατες, πια) φορές που το κοινό παρακολούθησε μαζικά τη βραδιά των Όσκαρ ήταν το 1998, όταν ο «Τιτανικός» του Τζέιμς Κάμερον κέρδισε 11 Όσκαρ.
Μια από τις (όχι και τόσο πρόσφατες, πια) φορές που το κοινό παρακολούθησε μαζικά τη βραδιά των Όσκαρ ήταν το 1998, όταν ο «Τιτανικός» του Τζέιμς Κάμερον κέρδισε 11 Όσκαρ.

 

«Χρειαζόταν μια αλλαγή εδώ και χρόνια» υποστήριζαν και επιμένουν πολλοί, αλλά η εισαγωγή ενός βραβείου κοινού, σε μια λίγκα επαγγελματιών, δείχνει να εξυπηρετεί αποκλειστικά «εξωακαδημαϊκούς» παράγοντες, και μάλιστα να προέρχεται από αυτούς.

 

Και εδώ, όπως και στην σύμπτυξη των μικρών Όσκαρ, η Ακαδημία δεν έδωσε λεπτομέρειες και επιφυλάχθηκε να επανέλθει με διευκρινίσεις.

 

Τι εννοεί με τον όρο δημοφιλής; Πώς μια ταινία οφείλει να ξεπεράσει ένα ποσό εισπράξεων στο box office για να γίνει διαγωνίσιμη; Και για πόσα δολάρια μιλάμε; 100; 200; Ή παραπάνω; Ποιος απ' όσους ψηφίσουν, ας πούμε, το Jurassic World ή τις Επικίνδυνες Αποστολές νούμερο 6, ή κυρίως τον Μαύρο Πάνθηρα και τους προτελευταίους Εκδικητές, θα τα συμπεριλάβει στις επιλογές του στην παραδοσιακή κατηγορία της καλύτερης ταινίας, αφού θα έχει ξεμπερδέψει με αυτά στον εμπορικό κουβά της νεότευκτης category;

 

Είναι σίγουρο πως με αυτό το μέτρο, ή μάλλον κόλπο, τα Όσκαρ πετάνε, λίγο στην απελπισία τους, σαν τους σταυροφόρους που είδαν κι απόειδαν με τους απολίτιστους, το σκοινί σε ένα κοινό που την τελευταία φορά που παρακολούθησε συλλήβδην και μαζικά την απονομή ήταν όταν σάρωσαν ο Τιτανικός και ο τρίτος Άρχοντας των Δαχτυλιδιών.

 

Η έννοια «αγαπημένο του κοινού» ουδόλως συνάδει με την φιλοσοφία του καλύτερου. Σε όσους από εμάς δεν είμαστε ανεγκέφαλα παπαγαλάκια των Όσκαρ (υπάρχουν πολλά τέτοια, και μάλιστα μιλάνε και γράφουν, ανεπαρκώς, επιμόνως και ενοχλητικώς, και στα ελληνικά), επί δεκαετίες τα Όσκαρ αποτελούν ένα ξεχωριστό φαινόμενο με επιρροή, εμμονές, ανατροπές, υπέροχες και κακές επιλογές, βαρετό, μαγικό, παρωχημένο και, μερικές φορές, αναπάντεχα προχωρημένο, που δεν παύει να είναι δημοσιογραφικά ενδιαφέρον, κι ενίοτε συναρπαστικό.

 

 

Η θρυλική πλέον selfie της Ellen DeGeneres με μερικούς από τους καλεσμένους της τελετής του 2014

 

Η συγκεκριμένη παραχώρηση γίνεται για την τηλεόραση που το φιλοξενεί και το αναμεταδίδει. Επιπρόσθετα, αντίκειται στο αξιακό πνεύμα της επιλογής. Μια ταινία φιλική προς τον λαό δεν διαθέτει απαραίτητα τα εχέγγυα της ποιότητας. Ίσα-ίσα, μια από τις κύριες αποστολές βραβείων που παρακολουθεί ο σινεφίλ, και έχει μάθει ως ένα βαθμό να εμπιστεύεται, είναι η ανάδειξη ταινιών που έχουν διανύσει μια διαδρομή κάτω από τα ραντάρ της εμπορικότητας. Και μέσω αυτών, αντιλαμβάνεται την ύπαρξή τους και τις δοκιμάζει.

 

Η Μορφή του Νερού είναι ένα τέτοιο, πολύ πρόσφατο παράδειγμα, όπως και το Moonlight, που μαζί με την ταινία του Ντελ Τόρο, είχαν επισημανθεί θετικότατα σε φεστιβάλ και στο κύκλωμα των κριτικών, και ήρθαν σε επαφή και με ένα λιγότερο μυημένο κοινό.

 

Όπως όλοι οι επαγγελματίες, που εδώ και κάποιες ημέρες γράφουν τις απόψεις τους, είμαι πολύ περίεργος για να ακούσω τους κανόνες κάτω από τον απίστευτο τίτλο.

 

Κατηγορίες όπως εκείνες του βοηθού σκηνοθέτη, της χορογραφίας ή της μουσικής σε μιούζικαλ, προστέθηκαν ή αφαιρέθηκαν ανάλογα με την προσφορά και τη ζήτηση, και φυσικά κανείς δεν θεώρησε πως η μετακίνηση έγινε για λόγους διαφορετικούς από την ενδοεπαγγελματική επιχειρηματολογία, τις εισηγήσεις των κλάδων και τη συνολική αποτίμηση της χρησιμότητάς τους.

 

Αλλά το λαϊκόν του πράγματος, ως μια απόπειρα ανεύρεσης λύσης για προσέλκυση κοινού που έχει γυρίσει την πλάτη και στο σινεμά και στην τηλεόραση, όπως τη γνωρίζαμε, με μια προσέγγιση που θυμίζει MTV και People's Choice awards, τουλάχιστον σε μια πρώτη φάση, ακούγεται επιλογή αδόκιμη, συντηρητική, απλά ανόητη.