O Nαμπόκοφ και η γυναίκα του Βέρα παίζουν σκάκι στο μπαλκόνι του Montreux Palace, 1964
O Nαμπόκοφ και η γυναίκα του Βέρα παίζουν σκάκι στο μπαλκόνι του Montreux Palace, 1964

 

Μέσα στην ευρωπαϊκή πεζογραφία της δεκαετίας του 1930 –περίοδος οικονομικής και πολιτικής ανασφάλειας στην Ευρώπη λόγω του κραχ και της ανόδου του φασισμού– διαμορφώνεται ο λογοτεχνικός χαρακτήρας του ιδιόρρυθμου και εσωστρεφή σκακιστή, τύπος που απαντά στο μυθιστόρημα «Άμυνα του Λούζιν» (1930) του Βλαντίμιρ Ναμπόκοφ και στη νουβέλα «Μυθιστόρημα του Δον Σανδάλιο, σκακιστή» (1933) του Μιγκέλ ντε Ουναμούνο. Οι ήρωες του Ουναμούνο και του Ναμπόκοφ δεν βιώνουν το ολοκληρωτικό ξέσπασμα της βίας του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, όπως συμβαίνει στη μεταγενέστερη «Σκακιστική Νουβέλα» (1943) του Στέφαν Τσβάιχ. Φέρουν οι ίδιοι μέσα τους ένα χαώδες, ψυχολογικό αδιέξοδο, με το σκάκι ν' αποτελεί συμβολικό δίαυλο μεταξύ φαντασίας και πραγματικότητας, λογικής και τρέλας.

 

Η «Άμυνα του Λούζιν» του Βλαντίμιρ Ναμπόκοφ 

 

Η «Άμυνα του Λούζιν» (εκδόσεις Μεταίχμιο, μετάφραση-επίμετρο: Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης) γράφτηκε στα ρωσικά για την κοινότητα των εμιγκρέδων του Βερολίνου, όπου ο Βλαντίμιρ Ναμπόκοφ είχε καταφύγει με την οικογένειά του το 1919 λόγω της σοβιετικής επανάστασης, πριν ακόμα μεταναστεύσει στις ΗΠΑ το 1940. Ο Λούζιν είναι μεγαλοφυής γκραν-μετρ του σκακιού, αλλά ταυτόχρονα και ένας νους εγκλωβισμένος στη ρουτίνα σκακιστικών κινήσεων, συνδυασμών και προβλημάτων. Ο εσωστρεφής χαρακτήρας του Λούζιν δημιουργεί διάφορες άμυνες από παιδί για να ξεπεράσει τη μελαγχολία ή την πλήξη, αποτέλεσμα της έλλειψης ουσιαστικής επικοινωνίας με τους γονείς και το σχολείο του. Βρίσκει στο σκάκι έναν τρόπο να αποφεύγει την πραγματικότητα που τον αφήνει πνευματικά και συναισθηματικά ανικανοποίητο. Όμως το ιδιοφυές ύφος του Ναμπόκοφ χαρακτηρίζεται από διάσπαρτες υπόνοιες που δίνουν μιαν άλλη, εντελώς αυτόνομη ή «τυχαία» ώθηση στα γεγονότα της πλοκής.

 

Χωρίς ποτέ να εξακριβώνεται, υπάρχουν κάποια σκοτεινά μυστικά στο υποσυνείδητο του μανιακού σκακιστή Λούζιν: «Ήδη, την προηγούμενη μέρα είχε σκεφτεί ένα ενδιαφέρον τέχνασμα, μια επινόηση με την οποία θα μπορούσε κάπως να αποτρέψει τα σχέδια του μυστηριώδους αντιπάλου του. Και τούτο το τέχνασμα συνίστατο στο να διαπράξει εθελούσια κάποια παράτολμη, παράλογη κι απροσδόκητη ενέργεια που θα ήταν έξω από τα συνηθισμένα πλαίσια κι έξω από τη συστηματική τάξη της ζωής, επιφέροντας έτσι αναστάτωση και σύγχυση στην ακολουθία των κινήσεων που σχεδίαζε ο αντίπαλός του. Ήταν μια πειραματική άμυνα, μια άμυνα στην τύχη, για να το πούμε έτσι – ο Λούζιν, όμως, που ήταν μέχρι τρέλας τρομοκρατημένος από το αναπόφευκτο της επόμενης αντίπαλης κίνησης, δεν ήταν σε θέση να επινοήσει κάτι καλύτερο» (σελ. 310). 

 

 Ο «μυστηριώδης αντίπαλος» δεν αποκαλύπτεται, αλλά γεννιούνται συμβολικές φιγούρες ανθρώπων που ο Ναμπόκοφ τοποθετεί σε καίριες θέσεις-κλειδιά μέσα στον ρου της πλοκής, ώστε να γίνονται οδηγοί στις σκοτεινές διακυμάνσεις του ψυχισμού του ήρωα. Στο γραφείο του πατέρα του, παιδί ακόμα, ο Λούζιν συναντά τον άγνωστο βιολιστή που του εξάπτει την περιέργεια για το σκάκι. Ως ενήλικας, κατά την ανάρρωσή του έπειτα από υπερκόπωση, ο Λούζιν γνωρίζει τον ψυχίατρο που «νανουρίζει» την ένταση της σκέψης του, ώστε να μην παρασυρθεί από την εμμονική προσήλωση στις παρτίδες του διεθνούς τουρνουά σκακιού. Όμως, όχι μόνο στον αόρατο κόσμο του λαβυρινθώδους μυαλού του αλλά και στο ορατό οπτικό πεδίο του Λούζιν, υφίσταται η εναλλαγή φωτός-σκιών, με αναγωγή στα άσπρα-μαύρα τετράγωνα της σκακιέρας. Περισσότερο στα όνειρα, ωστόσο, εντείνεται η εναγώνια προσπάθεια του Λούζιν να θυμηθεί υποσυνείδητα τι είναι αυτό που έχει συμβεί και τον εμπλέκει σε μια σκοτεινή υπόθεση του παρελθόντος του.

 

Η μεφιστοφελική φιγούρα του προπονητή Βαλεντίνοφ ή «σκακιστικού πατέρα» του Λούζιν, μια τρίτη προέκταση του δαιμονικού βιολιστή και του ύπουλου ψυχιάτρου, κρατάει την αλήθεια του Λούζιν στα χέρια του

 

Η άγνωστη, προηγούμενη ζωή του δεν αφορά τη γυναίκα που παντρεύεται, η οποία, καλλιεργημένη ούσα, τον φροντίζει με το να τον κρατά μακριά από την αιτία της κατάρρευσής του, τις σκακιστικές παρτίδες. Η μεφιστοφελική φιγούρα του προπονητή Βαλεντίνοφ ή «σκακιστικού πατέρα» του Λούζιν, μια τρίτη προέκταση του δαιμονικού βιολιστή και του ύπουλου ψυχιάτρου, κρατάει την αλήθεια του Λούζιν στα χέρια του: την προσωπική ενοχή του για κάτι που έπραξε παλιά και καταφέρνει να ξαναθυμηθεί κοντά στο τραγικό του τέλος, συν την ενοχή του πατέρα του, την οποία δεν συνειδητοποιούσε ποτέ αλλά μόνο διαισθανόταν, καθώς από μικρός είχε φυλακίσει το υποσυνείδητό του στους ορθολογικούς, ορθογώνιους άξονες-συντεταγμένες του σκακιστικού πεπρωμένου. Στην «Άμυνα του Λούζιν» εμφανίζονται λεπτομερειακές περιγραφές ονείρων με πιόνια και σκακιστικούς συνδυασμούς που φέρνουν στον νου τις έντονες αυξομειώσεις της προοπτικής στην έβδομη τέχνη, όπως, για παράδειγμα, στο ψυχολογικό θρίλερ του Χίτσκοκ «Spellbound», με τα υπερρεαλιστικά σκηνικά του Σαλβαντόρ Νταλί να αναπαριστούν τις αλλοιώσεις του ονείρου. Ο Ναμπόκοφ το καταφέρνει αυτό ευρηματικά με τον λόγο.

 

Ο Βάσκος συγγραφέας Μιγκέλ ντε Ουναμούνο
Ο Βάσκος συγγραφέας Μιγκέλ ντε Ουναμούνο

 

Το «Μυθιστόρημα του Δον Σανδάλιο, σκακιστή» του Μιγκέλ ντε Ουναμούνο


Στο «Μυθιστόρημα του Δον Σανδάλιο, σκακιστή» (εκδόσεις Άγρα, μετάφραση-επίμετρο: Αχιλλέας Κυριακίδης) ο Βάσκος συγγραφέας Μιγκέλ ντε Ουναμούνο χρησιμοποιεί έναν πρωτοποριακό τρόπο αφήγησης, συνθέτοντας την πλοκή με δύο αφηγητές. Τον ίδιο του τον εαυτό στον Πρόλογο και Επίλογο και έναν μισάνθρωπο, κεντρικό αφηγητή της νουβέλας, ο οποίος, για να ξεφύγει από τη βλακεία των ανθρώπων, επιλέγει να αποσυρθεί σε μια παραθαλάσσια πόλη. Από κει αλληλογραφεί με τον φίλο του Φελίπε, στέλνοντάς του υλικό για ένα μυθιστόρημα που αφορά τον σιωπηλό, μυστηριώδη και παθιασμένο σκακιστή Δον Σανδάλιο. Η αριθμημένη, αποσπασματική επιστολογραφία του αφηγητή καταλήγει στα χέρια του Ουναμούνο, ο οποίος την παραθέτει αυτούσια. Στον Επίλογό του, όμως, ο συγγραφέας μάς αποκαλύπτει την υποψία του για την περίεργη μορφή του κειμένου. Διαπιστώνει ότι μάλλον πρόκειται για μια «μυθιστορηματική αυτοβιογραφία» του ίδιου του Δον Σανδάλιο, ο οποίος επιδέξια αποστασιοποιείται από τον εαυτό του. Εκεί, όμως, το πράγμα περιπλέκεται και ο Ουναμούνο φτάνει σ' ένα λογικό κενό: «Βέβαια, αν ήταν έτσι, δεν έχει λογική βάση η αφήγηση του θανάτου του και της συζήτησης του γαμπρού του με τον υποτιθέμενο επιστολογράφο, δηλαδή με τον εαυτό του, αλλά αυτά είναι κόλπα των μυθιστοριογράφων» (σελ. 85).

 

Συνειρμικά, το παράδοξο «κόλπο» του νεκρού ήρωα που μπορεί να αφηγείται τον θάνατό του παραπέμπει στις περίφημες σκηνές του Ιππότη που παίζει σκάκι με τον Θάνατο στο κινηματογραφικό έργο «Η Έβδομη Σφραγίδα» του Μπέργκμαν. Το ρουά-ματ στην ανθρώπινη ύπαρξη έχει συμβεί, ο Ιππότης είναι νεκρός, αλλά ως πιόνι βασιλιάς-εαυτός, διαρκώς και με έξυπνα τεχνάσματα, αναβάλλει την έξοδό του από τη σκακιέρα-ζωή για να βρεθεί ενώπιον ενός άλυτου σκακιστικού προβλήματος, αυτού της ανυπαρξίας. Άλλωστε, και ο Ουναμούνο, όπως αναφέρεται στο προλογικό σημείωμα του Ρολάν Ζακάρ με τίτλο «Ο δαίμονας του σκακιού», συντάσσοντας τη νουβέλα του μοιάζει να έχει κατά νου το ερώτημα του Κίρκεγκορ, φιλοσόφου του τραγικού νοήματος της ζωής: «Είμαστε, γίνεται να είμαστε, κάτι περισσότερο από παίκτες σκακιού;». Επιπλέον, κάποια στιγμή που ο μυστηριώδης αφηγητής περιγράφει μια παρτίδα σκάκι με τον Δον Σανδάλιο, ταυτίζεται με το πιόνι του «τρελού επισκόπου» (αξιωματικός) με τη διαγώνια διαδρομή και είναι σαν να λοξοδρομεί μεταξύ του φανταστικού «μυθοπλάσματος» Δον Σανδάλιο και του δικού του (ανύπαρκτου ίσως) εαυτού.