Για τους περισσότερους ανθρώπους το άρωμα που αναδύει ένα παλιό βιβλίο αποτελεί κάτι οικείο και απροσδιόριστα ελκυστικό. Υπάρχει πάντως και επιστημονική εξήγηση γι' αυτή την σαγηνευτικά ελκυστική μυρωδιά. Όταν χρησιμοποιείται ξύλο (το οποίο περιέχει λιγνίνη) για την δημιουργία των σελίδων τους – όπως γινόταν για τις περισσότερες εκδόσεις πριν από το 1980 – τα βιβλία κατά κανόνα αναδύουν σταδιακά ένα άρωμα βανίλιας όσο «γερνάνε», σύμφωνα με το περιοδικό Smithsonian.

 

Δεν είναι όμως το μοναδικό είδος αρώματος που εμφανίζουν τα βιβλία με το πέρασμα του χρόνου. Αναλόγως με τις πτητικές οργανικές ενώσεις (volatile organic compounds ή VOCs) που χρησιμοποιούνται για τη δημιουργία ενός βιβλίου, μπορεί να προκύψουν μυρωδιές αμυγδάλου, καραμέλας, σοκολάτας αλλά ακόμα και φορμαλδεΰδης. Ποτέ όμως η έντονη και συνήθως ευχάριστη οσμή των παλιών βιβλίων δεν είχε βοηθήσει στη συντήρησή τους – μέχρι τώρα.

 

Το πιο ελπιδοφόρο επίτευγμα αυτής της μεθόδου είναι ότι το μηχάνημα τους μπορούσε να ανιχνεύσει το «κιτρίνισμα» των σελίδων ενός βιβλίου, χωρίς να γίνει καμιά άλλη επέμβαση ή δοκιμή.

 

Πρόσφατα, μια ομάδα ερευνητών στο Πανεπιστήμιου του Αβέιρο στην Πορτογαλία, δημιούργησε ένα είδος «ηλεκτρονικής όσφρησης» που μπορεί να ανιχνεύσει τις οσμές που αναδύουν τα βιβλία ασχέτως του τρόπου σύνθεσης των σελίδων. Μ' αυτή τη μέθοδο, οι ειδικοί μπορούν να καθορίσουν τον βαθμό αποσύνθεσης ενός βιβλίου χωρίς να χρειαστεί να πάρουν δείγμα των σελίδων του (προκαλώντας εγκεφαλικό στους φανατικούς βιβλιόφιλους) όπως γινόταν μέχρι σήμερα.

 

Οι ερευνητές που εργάστηκαν στο συγκεκριμένο πρότζεκτ συγκέντρωσαν 19 διαφορετικά βιβλία που εκδόθηκαν μεταξύ 1567 και 2016 και τα κατηγοριοποίησαν ανάλογα με τη σύνθεση του χαρτιού και με το επίπεδο της φθοράς που ήταν φανερή διά γυμνού οφθαλμού. Ακολούθως απομόνωσαν από τη σύνθεση των βιβλίων, πτητικές οργανικές ενώσεις (VOCs) τις οποίες κατέταξαν χρησιμοποιώντας ένα «οσφρητικό» ηλεκτρονικό γκάτζετ που αποτελείται από έξι διαφορετικούς αισθητήρες. Το εργαλείο αυτό μπόρεσε να διαχωρίσει με ακρίβεια ανάμεσα στο χαρτί που είχε βάση το ξύλο ή στο χαρτί που είχε βάση φυτικές ίνες από βαμβάκι ή λινάρι, όπως είχαν τα βιβλία μέχρι τον 18ο αιώνα.

 

Το πιο ελπιδοφόρο επίτευγμα αυτής της μεθόδου είναι ότι το μηχάνημα τους μπορούσε να ανιχνεύσει το «κιτρίνισμα» των σελίδων ενός βιβλίου, χωρίς να γίνει καμιά άλλη επέμβαση ή δοκιμή. Παρότι η ομάδα επιστημόνων πίσω από αυτή την σημαντική ανακάλυψη δηλώνει ότι σκοπεύει να κάνει περαιτέρω έρευνες, αυτή η άκρως ευαίσθητη τεχνική μπορεί να αποδειχτεί η πιο πολύτιμη συνδρομή στην προστασία και την συντήρηση των παλιών βιβλίων.