Το εμβληματικό «Μαιτρ της Δευτέρας Παρουσίας» του Λέο Πέρουτς μόλις κυκλοφόρησε και στα ελληνικά
Το εμβληματικό «Μαιτρ της Δευτέρας Παρουσίας» του Λέο Πέρουτς μόλις κυκλοφόρησε και στα ελληνικά


Όσο κλισέ, κοινότοπο και απλοϊκό και αν ακούγεται, το όνομα της Βαϊμάρης, που επανέρχεται ως ιστορική αναφορά και ως πηγή έμπνευσης, λειτουργεί ακόμα. Ενίοτε εκνευρίζει και προκαλεί κάνοντας τις αναρτήσεις να παίρνουν φωτιά: πρόσφατα ο Δημήτρης Πολιτάκης δημοσίευσε κείμενο στη LifΟ με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Μη μου μιλάς άλλο για Βαϊμάρες, ντάρλινγκ, δεν αντέχω με τον καύσωνα», ενώ άλλοι, ακολουθώντας το παράδειγμά του, φρόντισαν να στείλουν στο πυρ το εξώτερον τις κυκλοτερείς αναλύσεις περί πάσχουσας δημοκρατίας. Κι όμως, η παραγωγή λόγου και οι συνεχείς εκδόσεις βιβλίων που αναφέρονται στην Κεντρική Ευρώπη εκείνης της εποχής αποδεικνύουν το αντίθετο, από τον Γιόζεφ Ροτ έως τον Στέφαν Τσβάιχ και από τον Κάφκα έως τον εμβληματικό «Μαιτρ της Δευτέρας Παρουσίας» του Λέο Πέρουτς. Αλλά και στο εξωτερικό δεν πάνε πίσω, για να 

μη μιλάμε μόνο για την ελληνική φρενίτιδα: ο γνωστός αρθρογράφος Ρίτσαρντ Σέιμουρ παρομοίαζε την παρούσα περίοδο στη Βρετανία με τη Βαϊμάρη σε κείμενό του με τίτλο «Welcome to Weimar Britain», ενώ το περίφημο «Spectator» δεν έχει πάψει να αρθρογραφεί πάνω στο ίδιο θέμα. Παρά τις αντιρρήσεις, τα συμπεράσματα για μια ιστορική περίοδο που έχει τα δικά της χρωστούμενα στις δημοκρατικές αρχές και είδε την ελευθεριακή κουλτούρα να μεταμορφώνεται σε φασισμό λένε από μόνα τους πολλά. Αντίστοιχα, πάλι, το φαινομενικό ρομάντζο της Ευρώπης, που έθρεψε τις ελπίδες των περασμένων δεκαετιών, τείνει να αναχθεί σε μια στέρφα σχέση με καθαρά οικονομικά συμφέροντα και διαψευσμένες ελπίδες. Η άμορφη θολούρα κάνει το όραμα ακόμα πιο θαμπό και τα συμφέροντα βαριά καρφιά σε ένα βασανισμένο ευρωπαϊκό corpus. Αν, λοιπόν, η επίδραση της Βαϊμάρης σε όλη την Κεντρική Ευρώπη άφηνε πίσω της το ad majorem gloriam της Αυτοκρατορίας με το υψηλό κλέος και τα ηρωικά συμβάντα, η σημερινή συγκυρία αποχαιρετά τα μεγαλεπήβολα όνειρα για ενοποιημένο ευρωπαϊκό κόσμο και τις σοσιαλιστικού τύπου αυταπάτες. Αδιέξοδα του αστισμού ή κρίση της ύστερης δημοκρατίας; Όπως και να έχει, τα δεδομένα είναι σοκαριστικά: από την κατίσχυση του Brexit έως την κρίση της Αριστεράς και την επαναφορά των μικρών απολυταρχικών καθεστώτων στις παρυφές του ευρωπαϊκού γίγνεσθαι, πάνε πια οι εποχές που η Τουρκία έβλεπε σταθερά προς τη Δύση λόγω Κεμάλ. Σε ένα πολύ ωραίο πρόσφατο κείμενό του (16.7.16. «Εφημερίδα των Συντακτών») ο Νικόλας Σεβαστάκης έγραφε, με αφορμή το βιβλίο του Γιόζεφ Ροτ, «Βερολινέζικα Χρονικά», πως «η Δημοκρατία της Βαϊμάρης θα αναχθεί σε σύμβολο των αδυναμιών του αστισμού και σε πεδίο ανταγωνισμού ανάμεσα σε διαφορετικές επαναστατικές φιλοδοξίες».

 

Στην αρχή πιστεύαμε ότι η αναλογία με την εποχή της Βαϊμάρης έρχεται μόνο από την Ακροδεξιά, τώρα φαίνεται να αντικρίζουμε τη μέδουσα του θανάτου ακόμα και στα πιο όμορφα και γαλήνια μέρη.

 

Είναι, ωστόσο, άπειρες οι απόψεις που διατυπώνονται, όχι πάντα δοσμένες με εμβρίθεια,και αποκτούν το χαρακτηριστικό του κιτς. Στην Ελλάδα αυτό το βλέπεις παντού: στα εύκολα ποστ, στις πικρόχολες αναρτήσεις στα social media, στα πολιτικά πεδία που στήνονται αυτοστιγμεί. Οι μεγάλοι υμνωδοί είναι οι ίδιοι με τους κήνσορες και κάπου εκεί το χιούμορ αποχαλινώνεται σε ρεσιτάλ κακογουστιάς. Βέβαια, το σαφές σημείο στο οποίο διαχωριζόταν το αστείο από την κακόγουστη σάτιρα δεν δινόταν πάντα με ευκρίνεια ούτε στη Βαϊμάρη: ο Καρλ Κράους δεν γινόταν πάντοτε κατανοητός στη Βιέννη, αναγκάζοντας ακόμα και τον Κλαούντιο Μάγκρις να πει πως ο Κράους έβρισκε τροφή για αστεία «με τη χυδαιότητα πορτιέρη που τον χαρακτήριζε και την άσπλαχνη σάτιρά του». Η σάτιρά του, όμως, είναι αυτή που γαλούχησε πλείστους επιφανείς συγγραφείς και απογείωσε τη δηκτική πένα του Λέο Πέρουτς.Λαμβάνοντας όλα αυτά υπ' όψιν, οι εκδόσεις Κίχλη κατάφεραν, στην άκρως φροντισμένη επανέκδοση του «Μαιτρ της Δευτέρας Παρουσίας» –σε όμορφη μετάφραση Ρόζας Ιωαννίδου–, να δώσουν μια συνολική επισκόπηση της εποχής: μια σειρά από φωτογραφίες στο τέλος του βιβλίου αναδεικνύουν αυτή την ελευθεριακή αύρα που έπνεε πάνω από τους άκρως δηκτικούς θαμώνες των βιεννέζικων καφέ. Ως γνήσιο τέκνο της εποχής του ο γεννημένος στην Πράγμα αλλά κάτοικος Βιέννης, Πέρουτς, τόλμησε, λίγο μετά την πτώση της Αυτοκρατορίας των Αψβούργων, την ώρα που όλοι οι φαντάροι πετούσαν το πηλήκιό τους, να βγει επιδεικτικά με αυτό. Σε άλλη φωτογραφία τον βλέπουμε να απολαμβάνει το τσιγάρο του και να ποζάρει μαζί με τους υπόλοιπους ευζωιστές που είχαν «μετατρέψει το Café Central Herrengasse σε αρχηγείο τους. Λίγοι από τους συνδαιτυμόνες του γνώριζαν ότι ο παθιασμένος με τα ταρώ (αν και μέτριος παίχτης) Πέρουτς τις ώρες της αυτοσυγκέντρωσης ασχολούνταν με τη μελέτη της αρχαιολογίας της Μεσογείου και με τις γιαπωνέζικες μικρογραφίες του 17ου και του 18ου αιώνα, πόσο μάλλον ότι έγραφε παράδοξες μικρές ιστορίες». Αυτό φαίνεται και στο διαβρωτικό ειρωνικό χιούμορ που διέπει ακόμα και τις πιο μακάβριες στιγμές του «Μαιτρ» και θυμίζει τις υπονομευτικές εξάρσεις του μόνιμου αντιπάλου του, Φραντς Κάφκα. Δεν είναι να απορείς που το «ψυχαγωγικό», όπως θεωρήθηκε τότε, «αστυνομικό ανάγνωσμα» αγαπήθηκε από έναν σπουδαίο είρωνα και μελετητή της κοινωνικής ψυχής, τον Βάλτερ Μπένγιαμιν, που είδε σε αυτό τα σπάργανα των δικών του αλλόκοτων αγγέλων. Η μυστικιστική συνωμοσία, όμως, δεν τελείωνε εδώ και είχε να κάνει με την εξέλιξη της ιστορίας, την ανατροπή, το μεσσιανικό κομμάτι, τα καλλιτεχνικά χρώματα που έκαναν τον Αντόρνο να διακρίνει το αισθητικό αποτύπωμα που περίμενε από ένα βιβλίο που μεταμορφώνεται σε πίνακα. Η ατμόσφαιρα του πανικού και του ανεξήγητου ενδεχομένως να συνάδει και με τη λογική του απρόσμενου που χαρακτήριζε τον Μεσοπόλεμο – εξού και το ότι σήμερα, τις πιο ήρεμες στιγμές, συμβαίνουν τραγωδίες και ξεπηδάνε ολοκληρωτικά τέρατα.

 

Κάπως έτσι έχουν τα πράγματα και στο νουάρ που ξεδιπλώνεται στον «Μαιτρ της Δευτέρας Παρουσίας», όταν μια νύχτα συγκεντρώνονται στο σπίτι του ηθοποιού του Αυλικού Θεάτρου Ευγένιου Μπίσοφ, ο οποίος κάνει πρόβες στους σαιξπηρικούς ρόλους που πρόκειται να ερμηνεύσει, ο δόκτωρ Γκόρσκι, ο μηχανικός Σόλγκρουπ, ο βαρόνος Φον Γιος, που τυγχάνει να είναι ο αφηγητής, η γυναίκα του Μπίσοφ και αντικείμενο του πόθου του βαρόνου, Ντίνα, και ο αδελφός της Φέλιξ, με σκοπό να απολαύσουν μια μουσική βραδιά. Βέβαια, αυτή η βραδιά κατά κάποιον τρόπο δεν θα τελειώσει ποτέ, αφού θα λήξει με τον ανεξήγητο θάνατο του οικοδεσπότη και τα αμέτρητα πισωγυρίσματα του αφηγητή στο σκηνικό όπου οι φόνοι, οι αυτοκτονίες, οι ψυχικές μεταπτώσεις και ο ενίοτε αντιφατικός και παραληρηματικός λόγος του δεν εγγυώνται ένα ξεκάθαρο τοπίο. Ακόμα και οι τρόποι που μετέρχεται ο αφηγητής Φον Γιος για να αποδείξει ότι δεν είναι αυτός ο ένοχος αυτοαναιρούνται από τα κρεσέντο ενοχών και αμφιβολιών, ακόμα και από τη λανθασμένη αντίληψη του χώρου και του χρόνου. Αλλού αποδέχεται ότι μπορεί να ονειρεύεται, αλλού ότι κατατρύχεται από την έμπνευση και την τρέλα ή ότι μπορεί να εξηγήσει το μυστήριο του φόνου από ένα μυστικό που προέρχεται από τα βάθη του Μεσαίωνα και αφηγείται την ιστορία του ζωγράφου Κίτζι, με τους πίνακές του να αναπαριστούν την έλευση της Δευτέρας Παρουσίας. Πρόκειται για ένα ανεξάντλητο Dies Irae, για ένα βύθισμα στο Valse Bleue –η κατάλληλη πένθιμη μουσική που κάπου αναφέρεται στο κείμενο– όπου «αυτό που μας συγκλονίζει και μας ισοπεδώνει μεταμορφώνεται σε ειρωνικό χαμόγελο του Οικουμενικού Πνεύματος, για το οποίο η δοκιμασία, η οδύνη και ο θάνατος των ανθρώπινων πλασμάτων δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια αέναη επανάληψη από την απαρχή του κόσμου».


Αυτό ακριβώς ζούμε, λοιπόν, και τώρα: την αίσθηση, αν όχι τη συνειδητοποίηση, πως για πρώτη φορά από τότε που θυμόμαστε τον εαυτό μας η ασφάλεια στις χώρες της Δύσης δεν είναι δεδομένη, πόσο μάλλον η πρόοδος που κάποτε φάνταζε σχεδόν μονόδρομος. Στην αρχή πιστεύαμε ότι η αναλογία με την εποχή της Βαϊμάρης έρχεται μόνο από την Ακροδεξιά, τώρα φαίνεται να αντικρίζουμε τη μέδουσα του θανάτου ακόμα και στα πιο όμορφα και γαλήνια μέρη. «Όμως την ίδια στιγμή επανήλθε ο φόβος, ναι ο φόβος, ο τρόμος μπροστά σε κάτι ακαθόριστο, που ένιωθα να έχει πλησιάσει απειλητικά, κι αυτός ο φόβος με παρέλυσε και μ' έκανε ανήμπορο και με πλάκωσε βαρύς σαν βράχος» γράφει ο Πέρουτς. Ακόμα και η ίδια η ιστορία ανατρέπεται στο τέλος του βιβλίου –όπως και η δική μας ζωή– από το πολύ ευφυές εύρημα του επιλόγου του εκδότη: εκεί ακριβώς όπου όλα φαίνονται λογικά και εξηγήσιμα, προκύπτει το κακό. «Πίσω από κάθε μεγαλειώδη σύνθεση της μουσικής, των χρωμάτων και του νου, εγώ διακρίνω τη λάμψη του θαυμαστού εκείνου κόκκινου χρώματος του αίματος, της αμαρτίας και της φωτιάς. Μια μακρινή αναλαμπή του μεγάλου οράματος, που για ένα μικρό χρονικό διάστημα έκανε τον δάσκαλο να υπερβεί τον τρόμο της ενοχής και το μαρτύριό του». Τρέλα, θάνατος και ενοχή. Τα συμπεράσματα δικά σας.