Οι σύγχρονες πόλεις είναι ταυτισμένες με ένα επίπεδο θορύβου. Δεν μπορείς να φανταστείς διάσημα σημεία της Νέας Υόρκης, ή και της Αθήνας, χωρίς ένα ηχητικό χαλί, έντασης αρκετών ντεσιμπέλ. Όμως ολοένα και συχνότερα τα τελευταία χρόνια η ηχορρύπανση εμφανίζεται στην κορυφή της λίστας με τα μεγαλύτερα αστικά προβλήματα, πρώτη στις αιτίες υποβάθμισης της ποιότητας ζωής στο κλεινόν άστυ.


Σύμφωνα με έρευνα του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, η ηχορρύπανση έρχεται δεύτερη στην κατάταξη των περιβαλλοντικών κινδύνων για την υγεία στην Ευρώπη, μετά την ατμοσφαιρική ρύπανση. Υπολογίστηκε ότι συγκεκριμένα στη δυτική Ευρώπη χάνονται 1.000.000 υγιή έτη περίπου λόγω του φαινομένου, με το 20% των Ευρωπαίων να ζει σε περιοχές όπου η ηχορρύπανση ξεπερνά τα επιτρεπτά όρια. Σύμφωνα με έρευνα του Imperial College του Λονδίνου, η πίεση των ανθρώπων που ζουν κοντά σε αεροδρόμια αυξάνεται ακόμα και στον ύπνο τους, όταν περνάει αεροπλάνο. Άλλοι ερευνητές διαπίστωσαν ότι πολύ λιγότεροι άνθρωποι έδειχναν διάθεση να βοηθήσουν κάποιον συνάνθρωπό τους, όταν στο περιβάλλον επικρατούσαν επίπεδα θορύβου 85 ντεσιμπέλ, σε αντίθεση µε όταν επικρατούσαν επίπεδα κάτω των 65.

 

Η άδεια για την παράταση του ωραρίου ανακαλείται αυτόματα αν υπάρξουν δύο μηνύσεις για ηχορρύπανση (ένταση μουσικής πάνω από 80 ντεσιμπέλ) ή δύο μηνύσεις για υπέρβαση των χρονικών ορίων της παράτασης του ωραρίου μουσικής.


Δεν χωρά αμφιβολία ότι η μακροχρόνια έκθεση στον θόρυβο είναι μια ύπουλη διαδικασία, της οποίας οι μακροπρόθεσμες συνέπειες είναι σοβαρές, αλλά όχι άμεσα ορατές. Σύμφωνα με τους ειδικούς, η ηχορρύπανση μπορεί να προκαλέσει σοβαρά καρδιολογικά προβλήματα, στρες, πρόσκαιρες ή παραμένουσες βλάβες της ακοής, ενοχλήσεις (ναυτία, ζάλη, πονοκεφάλους), διαταραχές ύπνου και μαθησιακές δυσλειτουργίες, εκνευρισμό, δυσφορία, έλλειψη αυτοσυγκέντρωσης, ψυχολογικές διαταραχές, ακροαστική κόπωση, επιθετική συμπεριφορά, δυσάρεστες ορμονικές αντιδράσεις, μειωμένη απόδοση στη δουλειά και το σχολείο.


Η «μορφολογία» της Αθήνας επιτείνει το πρόβλημα. Η πυκνή δόμηση της πόλης «εγκλωβίζει» τους ήχους, επιδεινώνοντας την κατάσταση.

 

Κύρια πληγή, όμως, για πολλούς Αθηναίους αποτελούν τα καταστήματα εστίασης. Είναι γνωστό ότι τα χρόνια της κρίσης έχουν ανοίξει πολλά καφέ και μπαρ, τα οποία προστέθηκαν στα ήδη υπάρχοντα μαγαζιά που, μαζί με τα ξενοδοχεία, αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της «βαριάς βιομηχανίας μας», δηλαδή του τουρισμού. Είναι, επίσης, γνωστό ότι στην Αθήνα το πολύ καλό κλίμα που επικρατεί επιτρέπει σε αυτά τα καταστήματα να δουλεύουν με ανοιχτά παράθυρα και πόρτες 9 μήνες περίπου τον χρόνο, κάτι που επιτρέπει στον θόρυβο από τη μουσική να «ταξιδεύει» πολύ μακρύτερα από τα τετραγωνικά μέτρα του μαγαζιού, τον φυσικό χώρο της επιχείρησης δηλαδή.


Καταρχάς, για να παίζει μουσική ένα κατάστημα, πρέπει να διαθέτει ειδική άδεια και να μην υπερβαίνει σε καμία περίπτωση τα 80 ντεσιμπέλ στην ένταση. Απαγορεύεται κάθε είδους ηχείο σε εξωτερικό χώρο. Παράθυρα και πόρτες των καταστημάτων μπορούν να μένουν ανοιχτά μόνο ως τις 10 το βράδυ κατά τη χειμερινή περίοδο και ως τις 11 τη θερινή. Με κλειστές πόρτες και παράθυρα ένα κατάστημα μπορεί να παρατείνει τη λειτουργία του, αν διαθέτει άδεια για παράταση του ωραρίου, ως τη 1 μετά τα μεσάνυχτα από Κυριακή έως και Πέμπτη και ως τις 3 μετά τα μεσάνυχτα τις Παρασκευές, τα Σάββατα, τις αργίες και τις παραμονές αργιών. Η άδεια για την παράταση του ωραρίου ανακαλείται αυτόματα αν υπάρξουν δύο μηνύσεις για ηχορρύπανση (ένταση μουσικής πάνω από 80 ντεσιμπέλ) ή δύο μηνύσεις για υπέρβαση των χρονικών ορίων της παράτασης του ωραρίου μουσικής.


Όλοι καταλαβαίνουν πόσο υποκριτικές είναι αυτές οι διατάξεις. Ας πούμε ότι με κάποιον μαγικό τρόπο έκλειναν τις πόρτες και τα παράθυρά τους όλα τα μαγαζιά στην Αθήνα στις 11 το βράδυ το καλοκαίρι. Πόσοι από εμάς θεωρούμε λογικό να μην επιτρέπεται να συνεχίσουν τη λειτουργία τους μετά τη 1 τις καθημερινές ή τις 3 τα Σαββατοκύριακα; Μήπως ο νόμος είναι παράλογος, ακριβώς για να τίθενται τα καταστήματα σε ένα καθεστώς ομηρίας; Πολλοί ιδιοκτήτες υποστηρίζουν ότι και τα ντεσιμπέλ που ορίζει ο νόμος είναι επίτηδες χαρακτηριστικά χαμηλά, για να αναγκάζονται να λειτουργούν όλοι παράνομα. Επίσης, ναι μεν η ανώνυμη καταγγελία διασφαλίζει την προστασία του μόνιμου κατοίκου, όμως πώς προστατεύεται μια επιχείρηση από κακόβουλα κίνητρα, όταν δεν ελέγχεται καν αν ο καταγγέλλων μένει όντως στην εκάστοτε περιοχή ή τηλεφωνεί από την άλλη άκρη της πόλης; Όμως έχουν δίκιο και οι κάτοικοι, που φαινομενικά έχουν τον νόμο με το μέρος τους, να λένε ότι πρακτικά υπάρχουν άπειρα παραθυράκια στη δημόσια διοίκηση και στην ελληνική καθημερινότητα, που επιτρέπουν σε συγκεκριμένους επιχειρηματίες να συνεχίζουν τη λειτουργία των καταστημάτων τους παρά τις επανειλημμένες βεβαιωμένες παραβάσεις τους. Μύλος δηλαδή.


Το Άμστερνταμ εισήγαγε το 2014 τον θεσμό του «δήμαρχου της νύχτας», ο οποίος έχει έναν μεσολαβητικό ρόλο ανάμεσα στους κατοίκους, τα κέντρα διασκεδάσεως και τον δήμο. Ο θεσμός γνώρισε μεγάλη επιτυχία και μέχρι σήμερα έχει υιοθετηθεί από άλλες 15 πόλεις της Ολλανδίας, το Παρίσι, την Τουλούζη και τη Ζυρίχη, ενώ το Λονδίνο και το Βερολίνο εξετάζουν την εφαρμογή του. Αυτό τον Απρίλιο το Άμστερνταμ διοργανώνει το πρώτο παγκόσμιο συνέδριο, ανοιχτό για κάθε πόλη που ενδιαφέρεται για τον θεσμό. Μήπως να το επισκεφθεί και ο δικός μας δήμαρχος;