Παρακαλούμε απενεργοποιήστε το Adblocker για να έχετε πλήρη πρόσβαση στο περιεχόμενο και τις υπηρεσίες μας. Δείτε πώς.
Βρήκατε κάποιο λάθος ή παράλειψη;     Επικοινωνήστε μαζί μας  »
ΜΕΤΑΒΑΣΗ ΣΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΓΙΑ ΚΙΝΗΤΑ
ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ & ΙΣΤΟΡΙΑ

Τσαρούχια από τον τόπο σου: η ιστορία, οι τύποι και η καταγωγή του ελληνικού τσαρουχιού

Πριν γίνει ιστορικό σύμβολο, το τσαρούχι ήταν το πιο διαδεδομένο υπόδημα των χωρικών της ηπειρωτικής Ελλάδας. Από πού προήλθε και ποια είναι η ιστορία του;

Το τσαρούχι είναι ένα ελαφρύ, δερμάτινο υπόδημα το οποίο φορούσαν οι χωρικοί στην ηπειρωτική Ελλάδα αλλά και σε άλλες ορεινές περιοχές στα Βαλκάνια και την Τουρκία μέχρι τον 19ο – αρχές του 20ου αιώνα.

Η λέξη προέρχεται από το τουρκικό «τσαρίκ» (carik). Κατασκευαζόταν από ακατέργαστο ή κατεργασμένο δέρμα από τέσσερα συνήθως τεμάχια την «πατωσιά» (ή σόλα) τα δύο πλάγια και στην άκρη του τη «μύτη» σε διάφορες παραλλαγές, άλλοτε γυμνή και γυρισμένη προς τα πάνω είτε καλυμμένη με πλούσια, μάλλινη φούντα, η οποία ήταν συνήθως μαύρη για τους άνδρες και τις γυναίκες είτε πολύχρωμη για τα παιδιά. Το δέρμα από το οποίο κατασκευάζονταν ήταν το λεγόμενο «τελατίνι» χρώματος ερυθρού.

Τα τσαρούχια καθημερινής χρήσης ήταν απλά χωρίς στολίδια, ενώ τα πλουσιότερα είχαν κορδόνια και πούλιες.Ήταν δύο ειδών: Τα γιαννιώτικα ή ραφτά και τα σαρακατσάνικα ή καρφωτά.

 

Τα τσαρούχια καθημερινής χρήσης ήταν απλά χωρίς στολίδια, ενώ τα πλουσιότερα είχαν κορδόνια και πούλιες.

 

Τα τσαρούχια ήταν δύο ειδών:


Τα γιαννιώτικα ή ραφτά και τα σαρακατσάνικα ή καρφωτά.

 

Αρχικά ο τσαγκάρης έκοβε τα δέρματα σε μακρόστενα κομμάτια τις φασκιές και κατόπιν τα σημάδευε με τα στάμπα και έκοβε με το κοπίδι. Πρόσεχε πολύ να είναι το δέρμα λείο και άψογο, να μη έχει καμιά κοψιά και το τσαρούχι είναι ελαττωματικό. Μετά το κόψιμο τα χτυπούσαν με το μιστά για να ξεχειλώσουν. Η διαδικασία της συναρμολόγησης των διαφόρων μερών του τσαρουχιού διέφερε από τα ραφτά τσαρούχια στα καρφωτά. Ο τσαγκάρης για τα ραφτά ακολουθούσε τις εξής εργασίες:

 

i. Τσιάτισμα, ήταν το ράψιμο των δύο ψιδιών μεταξύ τους.

ii. Κάρφωμα, ήταν η ένωση των δύο ψιδιών με την φτέρνα .

iii. Περβάζωμα και το ντγέλωμα, ήταν η τοποθέτηση στο άνοιγμα του τσαρουχιού μιας μαύρης διακοσμητικής λουρίδας.

iv. Πέτσωμα, ήταν και η δυσκολότερη εργασία γιατί έπρεπε να ράψουν το πάτο του τσαρουχιού με τα ψίδια και την φτέρνα γι' αυτό και το έκανε μόνο ο μάστορας.

v. Καλαπόδιασμα, ήταν η εργασία που γινόταν μετά το πέτσωμα όπου ο μάστορας έβαζε το υπόδημα στο καλαπόδι για να στρώσει.

vi. ράψιμο της μύτης, απαιτούσε με μεγάλη προσοχή.

vii. πέρασμα της φούντας, γινόταν μαζί με το ράψιμο της μύτης και στη συνέχεια την κούρευαν.

 

Η διαδικασία για τα σαρακατσάνικα τσαρούχια είναι ίδια ως το περβάζωμα και το ντγέλωμα.

 

Στην συνέχεια ο μάστορας έπαιρνε ένα καλαπόδι έβαζε έναν πάτο κάτω από το καλαπόδι και στην συνέχεια έραβε το φόντι με ειδικά καρφιά τα οποία ήταν κατάλληλα για αυτήν την δουλειά.

 

Εδώ να σημειώσουμε ότι όταν έβγαζαν τα καρφιά από το πέλμα κάτω δεν τα πετούσαν αλλά τα ίσιωναν και τα ξανά χρησιμοποιούσαν.

 

Μετά έραβαν την πόχα με τον δερμάτινο πάτο και έβγαζαν τα μονταριστικά καρφιά. Κατόπιν περνούσαν βάρδαλο το οποίο στερέωναν με ξυλόπροκες γέμιζαν το κενό με διάφορα κομμάτια από δέρμα το ίσιωναν και στην συνέχεια έραβαν την μύτη του τσαρουχιού όπου θα δεθεί η φούντα. Τέλος περνούσαν την σόλα, το τακούνι και φούντα και πριν παραδοθεί γινόταν και το κούρεμα φούντας.

 

Στα παιδικά τσαρούχια τα διάφορα κεντήματα που είχαν στο πάνω μέρος με πούλιες και χρυσό-κλωστές πολλές φορές τα έκαναν γυναίκες στα σπίτια τους.

 

(Όλα τα στοιχεία προέρχονται από το Μουσείο Υποδημάτων, στην Καστανιά Καρδίτσας. Στοιχεία επικοινωνίας, στο τέλος του άρθρου)

 

ΤΣΑΡΟΥΧΙΑ ΠΡΟΕΔΡΙΚΗΣ ΦΡΟΥΡΑΣ: Τα τσαρούχια της φωτογραφίας είναι κατασκευής πριν το 1960.

Στη στρατιωτική ορολογία, το τσαρούχι που φέρουν οι εύζωνες (τσολιάδες) ονομάζεται «ταρρούχιον».  

Αυτά που χρησιμοποιούνται στις μέρες μας στην Προεδρική Φρουρά φέρουν επίσης στο κάτω μέρος τους περίπου 50 καρφιά το καθένα. Τα καρφιά αυτά είναι υπεύθυνα για τον χαρακτηριστικό ήχο που παράγουν τα τσαρούχια κατά τη διάρκεια ευζωνικών παρελάσεων. Ως συνεπακόλουθο, τα καρφιά αυτά αυξάνουν αρκετά το βάρος του τσαρουχιού, το οποίο μπορεί να φτάσει και τα τρία κιλά το καθένα.  © Μουσείο Υποδημάτων
ΤΣΑΡΟΥΧΙΑ ΠΡΟΕΔΡΙΚΗΣ ΦΡΟΥΡΑΣ: Τα τσαρούχια της φωτογραφίας είναι κατασκευής πριν το 1960. Στη στρατιωτική ορολογία, το τσαρούχι που φέρουν οι εύζωνες (τσολιάδες) ονομάζεται «ταρρούχιον». Αυτά που χρησιμοποιούνται στις μέρες μας στην Προεδρική Φρουρά φέρουν επίσης στο κάτω μέρος τους περίπου 50 καρφιά το καθένα. Τα καρφιά αυτά είναι υπεύθυνα για τον χαρακτηριστικό ήχο που παράγουν τα τσαρούχια κατά τη διάρκεια ευζωνικών παρελάσεων. Ως συνεπακόλουθο, τα καρφιά αυτά αυξάνουν αρκετά το βάρος του τσαρουχιού, το οποίο μπορεί να φτάσει και τα τρία κιλά το καθένα. © Μουσείο Υποδημάτων

 

Τα τσαρούχια της φωτογραφίας είναι ραμμένα στο χέρι από τον Αλέκο Αρλέτο, που ήταν ο τελευταίος μεγάλος από τους «τσαρουχάδες».

Τα τσαρούχια είναι χειροποίητα υποδήματα, από δέρμα μοσχαριού κυρίως, ώστε να είναι πολύ ανθεκτικά. Φτιάχνονται σε δύο χρώματα- μαύρο, το οποίο συνήθως προτιμούσαν όσοι φόραγαν βράκα, την «μπουραζάνα» και βαθύ κόκκινο για εκείνους που είχαν φουστανέλα.

Τα «καρφωτά» τσαρούχια, ήταν τα «επίσημα» τα φορούσαν στις γιορτές και πανηγύρια. Τα καθημερινά τσαρούχια ήταν τα «ραφτά», δηλαδή η σόλα τους έχει καρίνα. Η κατασκευή τους διαρκούσε τουλάχιστον τριών ημερών, αρχικά κόβονται τα δέρματα, σύμφωνα με το σχέδιο, και στη συνέχεια τα εφαρμόζεις πάνω σε ειδικά καλούπια» . Τα τσαρούχια ήταν διακοσμημένα με κεντήματα επάνω στο δέρμα, τα οποία σχέδια διάλεγε ο πελάτης αφού γίνουν οι ραφές, σχεδιάζονταν με ένα μολύβι και στη συνέχεια γίνονται σε μηχανή πλάκας. Στο τελείωμά τους, πάντα προστίθεται ένα σιρίτι από λουστρίν για να γίνουν πιο κομψά. Η σόλα δεν είναι επίπεδη, αλλά έχει κλίση προς τα πάνω για να βοηθάει στο καλύτερο περπάτημα μέσα στα μονοπάτια και τους άλλοτε χωματόδρομους στα χωριά.

Επίσης η φούντα, δεν αποτελεί διακοσμητικό στοιχείο αλλά χρηστικό. Τις βροχερές μέρες, στα χωράφια ή στα καλντερίμια υπήρχε υγρασία στα χορτάρια και για να μην μπαίνει στο πόδι, τη μάζευε η φούντα. Η φούντα αποτελείται από μαλλί και ακρυλικό, εφαρμόζεται δε στο τσαρούχι με μικρά σύρματα, τα οποία μοιάζουν με ελατήρια, ώστε να είναι καλά στερεωμένη και να μην φεύγει.  © Μουσείο Υποδημάτων
Τα τσαρούχια της φωτογραφίας είναι ραμμένα στο χέρι από τον Αλέκο Αρλέτο, που ήταν ο τελευταίος μεγάλος από τους «τσαρουχάδες». Τα τσαρούχια είναι χειροποίητα υποδήματα, από δέρμα μοσχαριού κυρίως, ώστε να είναι πολύ ανθεκτικά. Φτιάχνονται σε δύο χρώματα- μαύρο, το οποίο συνήθως προτιμούσαν όσοι φόραγαν βράκα, την «μπουραζάνα» και βαθύ κόκκινο για εκείνους που είχαν φουστανέλα. Τα «καρφωτά» τσαρούχια, ήταν τα «επίσημα» τα φορούσαν στις γιορτές και πανηγύρια. Τα καθημερινά τσαρούχια ήταν τα «ραφτά», δηλαδή η σόλα τους έχει καρίνα. Η κατασκευή τους διαρκούσε τουλάχιστον τριών ημερών, αρχικά κόβονται τα δέρματα, σύμφωνα με το σχέδιο, και στη συνέχεια τα εφαρμόζεις πάνω σε ειδικά καλούπια» . Τα τσαρούχια ήταν διακοσμημένα με κεντήματα επάνω στο δέρμα, τα οποία σχέδια διάλεγε ο πελάτης αφού γίνουν οι ραφές, σχεδιάζονταν με ένα μολύβι και στη συνέχεια γίνονται σε μηχανή πλάκας. Στο τελείωμά τους, πάντα προστίθεται ένα σιρίτι από λουστρίν για να γίνουν πιο κομψά. Η σόλα δεν είναι επίπεδη, αλλά έχει κλίση προς τα πάνω για να βοηθάει στο καλύτερο περπάτημα μέσα στα μονοπάτια και τους άλλοτε χωματόδρομους στα χωριά. Επίσης η φούντα, δεν αποτελεί διακοσμητικό στοιχείο αλλά χρηστικό. Τις βροχερές μέρες, στα χωράφια ή στα καλντερίμια υπήρχε υγρασία στα χορτάρια και για να μην μπαίνει στο πόδι, τη μάζευε η φούντα. Η φούντα αποτελείται από μαλλί και ακρυλικό, εφαρμόζεται δε στο τσαρούχι με μικρά σύρματα, τα οποία μοιάζουν με ελατήρια, ώστε να είναι καλά στερεωμένη και να μην φεύγει. © Μουσείο Υποδημάτων

 

Τσαρούχια καρφωτά © Μουσείο Υποδημάτων
Τσαρούχια καρφωτά © Μουσείο Υποδημάτων

  

Γουρουνοτσάρουχο από ακατέργαστο γουρουνίσιο δέρμα από Καστανιά Καρδίτσας του 1900. Φορέθηκαν από τον Ιωάννη Γούλα.

Το πιο πρόχειρο και φτηνό πατούμενο ήταν εκείνη την εποχή το τσαρούχι από ρόδες αυτοκινήτων. Τις ρόδες τις προμηθεύονταν από την Αθήνα ή από τις γύρω μεγάλες πόλεις. Τις κρεμάγανε συνήθως σε μεγάλα δέντρα στην πλατεία και αφού κόβανε σε μια μεριά την ρόδα, την μία άκρη την καρφώναμε με μια 45 πρόκα στον κορμό του δένδρου. Μετά με τανάλιες ειδικές που τα χερούλια τους ήταν μακρόστενα, αρχίζανε να τραβάνε την ρόδα για να ξεχωρίσουν το από μέσα μέρος της ρόδας από το απόξω. Στο από μέσα μέρος ήταν τα λινά και στο απόξω τα τακούνια. Ήθελε υπομονή, μαεστρία και δύναμη. Το κάθε κομμάτι από ρόδα είχε την δική του ονομασία και χρήση. Οι «Πάντες» ήταν από ρόδα Ι.Χ. αυτοκινήτου, το «Κέντρο» από φορτηγού, τα «Φίνα» από μικρή ρόδα, και τα «Λινά» από μικρή ρόδα και αυτά λεπτά και ελαφρότερα.

Τα μέτρα τα περνάνε κατευθείαν από το πόδι του πελάτη, επάνω σε ένα χαρτόνι με το μολύβι σχημάτιζαν το περίγραμμα της πατούσας του και αυτό ήταν το μέτρημα για το τσαρούχι. Με το σουγλί κάνανε την τρύπα και εκεί ράβανε μόνο το μπροστινό μέρος με δέρμα, επάνω στη ρόδα έτσι που να χωράει το κουτουπιέ του ποδαριού, στο πίσω μέρος ράβανε μία λουρίδα από πετσί για να κρατάει το τσαρούχι. Με λίγα λόγια, τα δάκτυλα, το μπροστινό μέρος του ποδιού και η πατούσα ήταν προφυλαγμένα ενώ η φτέρνες ακάλυπτες, γυμνές και πληγώνονταν εύκολα από αγκάθια και κοφτερές ακονόπετρες.

Τα τσαρούχια από «πάντες» στοίχιζαν περίπου 15 με 20 δραχμές και από «κέντρα» 25 με 30 δραχμές.  © Μουσείο Υποδημάτων
Γουρουνοτσάρουχο από ακατέργαστο γουρουνίσιο δέρμα από Καστανιά Καρδίτσας του 1900. Φορέθηκαν από τον Ιωάννη Γούλα. Το πιο πρόχειρο και φτηνό πατούμενο ήταν εκείνη την εποχή το τσαρούχι από ρόδες αυτοκινήτων. Τις ρόδες τις προμηθεύονταν από την Αθήνα ή από τις γύρω μεγάλες πόλεις. Τις κρεμάγανε συνήθως σε μεγάλα δέντρα στην πλατεία και αφού κόβανε σε μια μεριά την ρόδα, την μία άκρη την καρφώναμε με μια 45 πρόκα στον κορμό του δένδρου. Μετά με τανάλιες ειδικές που τα χερούλια τους ήταν μακρόστενα, αρχίζανε να τραβάνε την ρόδα για να ξεχωρίσουν το από μέσα μέρος της ρόδας από το απόξω. Στο από μέσα μέρος ήταν τα λινά και στο απόξω τα τακούνια. Ήθελε υπομονή, μαεστρία και δύναμη. Το κάθε κομμάτι από ρόδα είχε την δική του ονομασία και χρήση. Οι «Πάντες» ήταν από ρόδα Ι.Χ. αυτοκινήτου, το «Κέντρο» από φορτηγού, τα «Φίνα» από μικρή ρόδα, και τα «Λινά» από μικρή ρόδα και αυτά λεπτά και ελαφρότερα. Τα μέτρα τα περνάνε κατευθείαν από το πόδι του πελάτη, επάνω σε ένα χαρτόνι με το μολύβι σχημάτιζαν το περίγραμμα της πατούσας του και αυτό ήταν το μέτρημα για το τσαρούχι. Με το σουγλί κάνανε την τρύπα και εκεί ράβανε μόνο το μπροστινό μέρος με δέρμα, επάνω στη ρόδα έτσι που να χωράει το κουτουπιέ του ποδαριού, στο πίσω μέρος ράβανε μία λουρίδα από πετσί για να κρατάει το τσαρούχι. Με λίγα λόγια, τα δάκτυλα, το μπροστινό μέρος του ποδιού και η πατούσα ήταν προφυλαγμένα ενώ η φτέρνες ακάλυπτες, γυμνές και πληγώνονταν εύκολα από αγκάθια και κοφτερές ακονόπετρες. Τα τσαρούχια από «πάντες» στοίχιζαν περίπου 15 με 20 δραχμές και από «κέντρα» 25 με 30 δραχμές. © Μουσείο Υποδημάτων

 

Τσαρούχια γυναικεία Γιαννιώτικου τύπου του 1940.

Δερμάτινα κόκκινα τσαρούχια με μαύρες φούντες. Τα κατασκεύαζαν οι τσαρουχάδες. Όλη η εργασία γίνεται στο χέρι. Ένα υπόδημα πραγματικά χειροποίητο.

Στην Ήπειρο έξω σε όλα τα χωριά φορούσαν οι άντρες τσαρούχια και στα περισσότερα ηπειρωτικά χωριά και οι γυναίκες π.χ. Ζίτσα, στα χωριά του Σουλίου, τα χωριά του Μαλακασίου δηλαδή Συρράκο, Καλαρρύτες κ.λπ. Το δέρμα γινόταν στα Γιάννινα, στα γνωστά γιαννιώτικα βυρσοδεψεία από δέρματα κυρίως βοδιών. Μετά την επεξεργασία που έκαναν οι βυρσοδέψοι, οι «ταμπάκοι», στα δέρματα αυτά στην άκρη της λίμνης (με ξύσιμο κ.λπ.) τα βάφανε κόκκινα και ονομάζανε αυτό το δέρμα «τελετίνι». Το δέρμα έτοιμο το φτιάχναν οι τσαρουχάδες πλέον σε διάφορα μεγέθη τσαρούχια.

Τα ανδρικά εκτός από τη φούντα που είχαν μεγαλύτερη από τα γυναικεία τα «πέτσωναν» δηλαδή έβαζαν και δεύτερο δέρμα -σόλα- και στα τακούνια καρφιά.

Τα γυναικεία τσαρούχια ήταν με φούντα ή και χωρίς φούντα, αλλά μόνο με μύτη. Με φούντα ήταν στα χωριά των ορεινών περιοχών π.χ. στα χωριά της Πίνδου, Κράψη, Γότιστα, Καλαρρύτες, Συρράκο κ.τ.λ. καθώς και στους Σαρακατσαναίους, άνδρες και γυναίκες.

Τα πεδινά χωριά τα λεγόμενα «καμπίσια» είχαν τα τσαρούχια μόνο με «μύτη», για να μη γεμίζουν και βαραίνουν οι φούντες από τις λάσπες.

Παλαιά τα τσαρούχια στοίχιζαν μια λύρα χρυσή.  © Μουσείο Υποδημάτων
Τσαρούχια γυναικεία Γιαννιώτικου τύπου του 1940. Δερμάτινα κόκκινα τσαρούχια με μαύρες φούντες. Τα κατασκεύαζαν οι τσαρουχάδες. Όλη η εργασία γίνεται στο χέρι. Ένα υπόδημα πραγματικά χειροποίητο. Στην Ήπειρο έξω σε όλα τα χωριά φορούσαν οι άντρες τσαρούχια και στα περισσότερα ηπειρωτικά χωριά και οι γυναίκες π.χ. Ζίτσα, στα χωριά του Σουλίου, τα χωριά του Μαλακασίου δηλαδή Συρράκο, Καλαρρύτες κ.λπ. Το δέρμα γινόταν στα Γιάννινα, στα γνωστά γιαννιώτικα βυρσοδεψεία από δέρματα κυρίως βοδιών. Μετά την επεξεργασία που έκαναν οι βυρσοδέψοι, οι «ταμπάκοι», στα δέρματα αυτά στην άκρη της λίμνης (με ξύσιμο κ.λπ.) τα βάφανε κόκκινα και ονομάζανε αυτό το δέρμα «τελετίνι». Το δέρμα έτοιμο το φτιάχναν οι τσαρουχάδες πλέον σε διάφορα μεγέθη τσαρούχια. Τα ανδρικά εκτός από τη φούντα που είχαν μεγαλύτερη από τα γυναικεία τα «πέτσωναν» δηλαδή έβαζαν και δεύτερο δέρμα -σόλα- και στα τακούνια καρφιά. Τα γυναικεία τσαρούχια ήταν με φούντα ή και χωρίς φούντα, αλλά μόνο με μύτη. Με φούντα ήταν στα χωριά των ορεινών περιοχών π.χ. στα χωριά της Πίνδου, Κράψη, Γότιστα, Καλαρρύτες, Συρράκο κ.τ.λ. καθώς και στους Σαρακατσαναίους, άνδρες και γυναίκες. Τα πεδινά χωριά τα λεγόμενα «καμπίσια» είχαν τα τσαρούχια μόνο με «μύτη», για να μη γεμίζουν και βαραίνουν οι φούντες από τις λάσπες. Παλαιά τα τσαρούχια στοίχιζαν μια λύρα χρυσή. © Μουσείο Υποδημάτων

 

Γουρουνοτσάρουχα δερμάτινα, Μουσείο Υποδημάτων
Ήταν παπούτσια περίπου του 1930 που τα φορούσαν οι χωρικοί και ποιμένες πολλών περιοχών της ηπειρωτικής και νησιωτικής Ελλάδας, τα κατασκεύαζαν από ακατέργαστο δέρμα χοίρο, τα καλούμενα «γουρουνοτσάρουχα».

Ήταν χαμηλά με μια μικρή μύτη στην άκρη τους, που αν και χοντροκομμένα θεωρούνται ελαφρά παπούτσια, τα οποία τους εξασφάλιζαν άνετο βάδισμα σε ανώμαλα εδάφη γι’ αυτό και τα φορούσαν άντρες και γυναίκες στις καθημερινές δουλειές.

Σε καλές περιστάσεις οι άντρες φορούσαν δερμάτινες μπότες και οι γυναίκες μποτίνια.

Τα κατασκεύαζαν συνήθως από ενιαίο τεμάχιο (κάποιες φορές και από δύο )που το αναδίπλωναν και το συγκρατούσαν στο πόδι τους με λωρίδες από το ίδιο δέρμα, γι’ αυτά που θα χρησιμοποιούσαν τους χειμερινούς μήνες από την κάτω πλευρά δεν ξυρίζανε το δέρμα αλλά το αφήνανε με τις τρίχες ώστε να μην γλιστρά στο χιόνι.

Τα πρώτα παπούτσια που έφτιαχνα με τον παππού ήταν γουρουνοτσάρουχα και από γαϊδουρόδερμα. Πρώτα τα αλατίζαμε, τα ράβαμε. Μετά τα καρφώναμε στα καλαπόδια και τους περνάγαμε τις σόλες. Το ράψιμο γινόταν με κλωστή κερωμένη και αρχίζαμε από την εσωτερική μεριά. Για δύο χρόνια κρατάγανε, μετά χρειαζότανε επισκευή ή μπάλωμα. Από καλαπόδια είχαμε πολλά και διαφορετικού μεγέθους. Τα καλοκαίρια με την ζέστη τα τσαρούχια ξεραίνονταν. Από τα γουρουνοσφάγια τις αποκριές μαζεύαμε το λίπος ή το αγοράζαμε, το λεγόμενο «βασιλικό» από το μπροστινό μέρος του γουρουνιού και το είχαμε πάντα πρόχειρο για τέτοιου είδους περιστατικά.  © Μουσείο Υποδημάτων
Γουρουνοτσάρουχα δερμάτινα, Μουσείο Υποδημάτων Ήταν παπούτσια περίπου του 1930 που τα φορούσαν οι χωρικοί και ποιμένες πολλών περιοχών της ηπειρωτικής και νησιωτικής Ελλάδας, τα κατασκεύαζαν από ακατέργαστο δέρμα χοίρο, τα καλούμενα «γουρουνοτσάρουχα». Ήταν χαμηλά με μια μικρή μύτη στην άκρη τους, που αν και χοντροκομμένα θεωρούνται ελαφρά παπούτσια, τα οποία τους εξασφάλιζαν άνετο βάδισμα σε ανώμαλα εδάφη γι’ αυτό και τα φορούσαν άντρες και γυναίκες στις καθημερινές δουλειές. Σε καλές περιστάσεις οι άντρες φορούσαν δερμάτινες μπότες και οι γυναίκες μποτίνια. Τα κατασκεύαζαν συνήθως από ενιαίο τεμάχιο (κάποιες φορές και από δύο )που το αναδίπλωναν και το συγκρατούσαν στο πόδι τους με λωρίδες από το ίδιο δέρμα, γι’ αυτά που θα χρησιμοποιούσαν τους χειμερινούς μήνες από την κάτω πλευρά δεν ξυρίζανε το δέρμα αλλά το αφήνανε με τις τρίχες ώστε να μην γλιστρά στο χιόνι. Τα πρώτα παπούτσια που έφτιαχνα με τον παππού ήταν γουρουνοτσάρουχα και από γαϊδουρόδερμα. Πρώτα τα αλατίζαμε, τα ράβαμε. Μετά τα καρφώναμε στα καλαπόδια και τους περνάγαμε τις σόλες. Το ράψιμο γινόταν με κλωστή κερωμένη και αρχίζαμε από την εσωτερική μεριά. Για δύο χρόνια κρατάγανε, μετά χρειαζότανε επισκευή ή μπάλωμα. Από καλαπόδια είχαμε πολλά και διαφορετικού μεγέθους. Τα καλοκαίρια με την ζέστη τα τσαρούχια ξεραίνονταν. Από τα γουρουνοσφάγια τις αποκριές μαζεύαμε το λίπος ή το αγοράζαμε, το λεγόμενο «βασιλικό» από το μπροστινό μέρος του γουρουνιού και το είχαμε πάντα πρόχειρο για τέτοιου είδους περιστατικά. © Μουσείο Υποδημάτων

 

________________

Μουσείο Υποδημάτων


Το Μουσείο Υποδημάτων βρίσκεται στο χωριό Καστανιά της Καρδίτσας. Τα παλαιότερα χρόνια ήταν κεφαλοχώρι με πολλά εργαστήρια τσαρουχιών, ραφτάδων, σιδεράδων, εμπόρων κ.α . Ήταν επίσης και πέρασμα των Σαρακατσαναίων από και προς τα χειμαδιά και τα Άγραφα.

 

Το Μουσείο ξεκίνησε να υπάρχει σαν ιδέα από το 1910 από τον Αντώνιο Κόγια, ο οποίος χάρη στην εξαιρετική του τέχνη έγινε γνωστός και πέρα από τα όρια της Θεσσαλίας.

 

Ο γιος του Ευάγγελος ήταν εκείνος που μάζευε κυρίως εργαλεία με σκοπό να έχει μία πλήρη συλλογή για τις ανάγκες της τέχνης αλλά και γιατί ήθελε να κάνει πράξη το όραμα του πατέρα του Α. Κόγια έτσι άρχισε αν συλλέγει υποδήματα από όλα τα μέρη του κόσμου. Στο Μουσείο Υποδημάτων ο επισκέπτης μπορεί να δει παλαιά τσαγκαράδικα εργαλεία, παλαιά καλαπόδια, στάμπα και παλαιές τσαγκαράδικες μηχανές.

 

Επίσης στον εκθεσιακό χώρο ο επισκέπτης μπορεί να θαυμάσει παλαιά υποδήματα από πολλά μέρη της Ελλάδος ξεκινώντας από τα υποδήματα με μετάξι από την Αλεξανδρούπολή και καταλήγοντας στα στιβάνια των νησιών και της Κρήτης καθώς και υποδήματα από Κορέα, Ολλανδία, Βουλγαρία, Τουρκία.

 

Τηλέφωνα επικοινωνίας : 24410 97111 | 6978 210081

www.kogiasart.gr | [email protected]

ΑΦΙΕΡΩΜΑ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

H LIFO μέσα στο Άουσβιτς
Ένα φωτογραφικό οδοιπορικό στο πρώην ναζιστικό στρατόπεδο συγκέντρωσης, σύμβολο του Ολοκαυτώματος και της Γενοκτονίας των Εβραίων
Πώς συνωμότησε όλη η Ζάκυνθος για να σώσει τους Εβραίους της από το Ολοκαύτωμα
Δυο κεφάλαια από το συναρπαστικό βιβλίο του Διονύση Βίτσου «Οι Ζακυνθινοί Εβραίοι» και πλήθος άλλου οπτικοακουστκού υλικού διηγούνται την μοναδική ιστορία μιας μικρής κοινωνίας που συνωμότησε για να μείνει άθικτη η Εβραϊκή της κοινότητα από το ναζιστικό ολοκαύτωμα.
Πώς η κλιματική αλλαγή επηρεάζει τις αρχαιότητες και τα Μουσεία της Μεσογείου
Η υπουργός Πολιτισμού και Αθλητισμού μιλά για μια μεγάλη πρόκληση της νέας εποχής
Βερολίνο, Δημοκρατία της Βαϊμάρης: κοκαΐνη, ξενύχτια, ασυλλόγιστο σεξ και στο βάθος οι ναζί
Στο βιβλίο του Norman Ohler «Υπερδιέγερση, Τα ναρκωτικά στο Τρίτο Ράιχ», που μόλις μεταφράστηκε στα ελληνικά, η γκλάμορους ντέκα της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης και το Βερολίνο της δεκαετίας του '20, ζωγραφίζονται με τα πιο ζωηρά, εξπρεσιονιστικά χρώματα.
Ο ομοφυλοφιλικός έρωτας στην αρχαία Ελλάδα είχε πολλές, διαφορετικές εκδοχές
Μια ομιλία του ιστορικού Τζέιμς Ντέιβιντσον, συγγραφέα του ριζοσπαστικού βιβλίου «Οι Έλληνες και ο ελληνικός έρως», ρίχνει ακόμα περισσότερο φως στο πολυσύνθετο ζήτημα της ομοφυλοφιλίας στην αρχαία Ελλάδα.
Πώς με αφορμή την Ολυμπιάδα, η Αθήνα έγινε μια επιτηρούμενη πόλη όπου σε παρακολουθούν από παντού
Και πώς η Ελλάδα αγόρασε έναντι 1,2 δις δολαρίων το σύστημα «καθολικής παρακολούθησης» C4i που όχι μόνο δεν λειτούργησε ποτέ επαρκώς, αλλά χρησιμοποιήθηκε ως εικονικό έργο, δηλαδή ως πύλη διόδου χρημάτων για πληρωμές συμβούλων, δωροδοκίες κ.λπ.
H αρχαία Περσέπολη: Να τι θα χαθεί αν ο Τραμπ βομβαρδίσει τους πολιτιστικούς θησαυρούς του Ιραν
Ένα σπάνιας ομορφιάς οδοιπορικό στο εμβληματικό μνημείο της ιρανικής ερήμου κατ' αποκλειστικότητα στο LIFO.gr
Πώς η Δυτική τέχνη δημιούργησε στερεότυπα για τον Αραβικό κόσμο
Μία έκθεση στο Βρετανικό μουσείο επιχειρεί να καταδείξει ότι η αποικιοκρατία δεν είναι μόνο υπόθεση γεωγραφική, αλλά και καλλιτεχνική.
Δημήτρης Π. Σωτηρόπουλος: «Είμαστε μια κοινωνία που μυξοκλαίμε και παίζουμε τις drama queens για να μας προσέξουν»
Ο αναπληρωτής καθηγητής Σύγχρονης Πολιτικής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου και γραμματέας σύνταξης της «Νέας Εστίας» μιλά στη LiFO με αφορμή το νέο του βιβλίο «Φάσεις και αντιφάσεις του ελληνικού κράτους στον 20ό αιώνα, 1910-2001».
Τα κάπως ασυνάρτητα κάλαντα της Πρωτοχρονιάς είναι ένα δειλό τραγούδι αγάπης
Λύνοντας μια απορία που με έτρωγε από παιδί.
Οι λιγάκι εκκεντρικές μέρες της Ισιδώρας Ντάνκαν στην Αθήνα του 1903
Το θυελλώδες πέρασμα από την Αθήνα της γυναίκας που άλλαξε την ιστορία του χορού και αγαπούσε τόσο την αρχαία Ελλάδα ώστε να κυκλοφορεί με χιτώνες και σανδάλια. Με σπάνιες φωτογραφίες.
Μεσαιωνικές συμβουλές για ένα επιτυχημένο ρεβεγιόν
Από το μπλογκ γάλλων ιστορικών του Μεσαιώνα "Actuel Moyen Age"
Ο Ρόντρικ Μπήτον ευελπιστεί ότι οι εορτασμοί του 2021 θα διαλύσουν τους μύθους της εθνικής μας αφήγησης
Αποκλειστική συνέντευξη με τον αειθαλή φιλέλληνα Ρόντρικ Μπήτον, τον κορυφαίο Βρετανό νεοελληνιστή και καθηγητή Σύγχρονης Ελληνικής και Βυζαντινής Ιστορίας, Γλώσσας και Λογοτεχνίας, με αφορμή τη συμμετοχή του στην Επιτροπή «Ελλάδα 2021».
Οι διαχρονικές χειμωνιάτικες γιορτές των Αθηναίων
Τα «Χριστούγεννα» και η «Πρωτοχρονιά» ήταν μεγάλες γιορτές των Αθηναίων πολύ πριν από τη γέννηση του Χριστού.
Οι 10 σπουδαιότερες αρχαιολογικές ανακαλύψεις στην Ελλάδα τη δεκαετία 2010-2019
Είτε επρόκειτο για τυχαίο εύρημα είτε για προϊόν συστηματικής ανασκαφής, οι συγκεκριμένες ανακαλύψεις άλλαξαν το αρχαιολογικό τοπίο όπως το ξέραμε.
1 σχόλιο
Ταξινόμηση:
Προηγούμενα 1 Επόμενα
Πλήθος κατατοπιστικές πληροφορίες.
Προηγούμενα 1 Επόμενα
Συνεχίζοντας την περιήγηση στο lifo.gr, αποδέχεστε τη χρήση cookies.     Μάθετε περισσότερα.     Αποδοχή