Θυμάμαι την πρώτη φορά που είδα editorial μόδας της Πωλίνας Σαρρή δημοσιευμένα στο θρυλικό περιοδικό «01», εκεί όπου «δούλευα» κι εγώ. Ήταν πραγματικά από τις πιο υπέροχες, δημιουργικές, ρομαντικές εικόνες που είχα δει ποτέ. Ήταν περίπου έργα τέχνης. Τα χάζευα και κάθε φορά που τα κοιτούσα έβρισκα κι άλλες κρυμμένες λεπτομέρειες. Χρησιμοποιούσε διάφορα αλλοπρόσαλλα ρούχα και αντικείμενα. Άλλαζε τη χρήση των ίδιων των ρούχων. Για παράδειγμα, χρησιμοποιούσε ένα σκισμένο καλσόν, του έκανε μια τρύπα στον καβάλο για να περάσει το κεφάλι κι αυτό μαγικά γινόταν μια ωραιότατη μπλούζα με μακριά μανίκια. Πραγματικά υπέροχο. Θύμιζε κάτι από τις φωτογραφίες και τις μόδες που βλέπαμε τότε στο «Face», στο «I-D» και σε άλλα προχώ περιοδικά της τόσο πρόσφατης αλλά και τόσο μακρινής εποχής των ‘90s. Oι μόδες της Πωλίνας λοιπόν ήταν ο λόγος που πειραματίστηκα με το στάιλινγκ (ο θεός να το κάνει!) γιατί ήθελα να την αντιγράψω. Φυσικά δεν κατάφερα ποτέ να την αντιγράψω, αν και έκανα φιλότιμες προσπάθειες.

Συνεργαζόμουν κυρίως με τον φωτογράφο Σπύρο Στάβερη. Είχαμε πολύ καλή χημεία, σχεδόν βλέπαμε τα ίδια πράγματα. Είχε πλάκα να συνεργαζόμαστε με τον Σπύρο. Του έλεγα τις πιο κουλές ιδέες, κι αυτός μπορούσε κατευθείαν να δει την εικόνα με το μυαλό του και τούμπαλιν. Κάναμε πραγματικά ό,τι μας κατέβαινε στο κεφάλι, χωρίς περιορισμούς και δίχως λογοκρισία. Ο κόσμος της μόδας τότε είχε ξινίσει αρκετά με αυτές τις αλλόκοτες εικόνες, τα ασυνδύαστα ρούχα, τα παιδιά του δρόμου που φωτογραφίζαμε. Μας αντιμετώπιζαν λίγο πολύ ως ούφο και μάλλον κάτι τέτοιο ήμασταν.

Δεν χρησιμοποιούσαμε σχεδόν ποτέ μοντέλα στις φωτογραφίσεις. Δεν είχαμε λεφτά να τα πληρώσουμε, αλλά πάνω απ' όλα δεν νιώθαμε άνετα μαζί τους, διότι τα μοντέλα περίμεναν να συναντήσουν επαγγελματίες μόδας κι εμείς δεν ήμασταν. Γι' αυτό και προτιμούσαμε να φωτογραφίζουμε φίλους μας, παιδιά που συναντούσαμε στο δρόμο ή τα βράδια έξω και τους πείθαμε να συμμετάσχουν στα πρότζεκτ μας. Πολλές φορές βέβαια δεν καταφέρναμε να πείσουμε κανέναν ή οι φίλοι μας δεν ήταν τόσο ψώνια, οπότε φωτογραφιζόμουν εγώ.

Ελάχιστες ήταν οι περιπτώσεις που συνεργαστήκαμε με επαγγελματίες, και οι περισσότερες κατέληγαν σε τραγωδίες. Σε μια από αυτές είχαμε την τρομερή ιδέα να φωτογραφήσουμε μια μαύρη κοπέλα να απλώνει μπουγάδα κάτω από την Ακρόπολη. Ξεκινήσαμε λοιπόν με την κοπέλα που «κλείσαμε» από το πρακτορείο μοντέλων και με τον Σπύρο. Σε μια τσάντα είχα ένα σωρό ρουχαλάκια που είχα μαζέψει από την αγαπημένη μου αμερικάνικη αγορά, ένα μεγάλο σκοινί και κάμποσα μανταλάκια. Ευτυχώς η κοπέλα που είχαμε βρει ήταν άνετος τύπος και αφού της εξηγήσαμε αυτό που θέλαμε να κάνει, γελούσε συνέχεια. Όταν φθάσαμε στον ιερό λόφο συνειδητοποίησα ότι το σκοινί δεν αιωρείται και έτσι ζήτησα από την πρώτη Γιαπωνέζα τουρίστρια να κρατάει τη μία άκρη και εγώ κρατούσα την άλλη. Καταλαβαίνετε το θέαμα που είχαμε γίνει. Η Ακρόπολη έπαυε να έχει ενδιαφέρον και γίναμε εμείς το αξιοθέατο. Σύντομα όμως μας πήρε χαμπάρι και κάποιος υπάλληλος της αρχαιολογικής υπηρεσίας, ο οποίος ήρθε κατά πάνω μας μαινόμενος, φωνάζοντας: «Είναι ντροπή! Σταματήστε αμέσως». Αφού μας έλουσε κανονικότατα μας είπε ότι θα έπρεπε να έχουμε ειδική άδεια για να κάνουμε φωτογράφιση και όλα τα σχετικά, απαίτησε να κατάσχει τα φιλμ που είχαν τραβηχτεί με την μπουγάδα. «Είναι αδιανόητο να θέλετε να δημιουργήσετε μια τόσο υβριστική για την Ακρόπολη εικόνα. Ντροπή σας» έλεγε και ξανάλεγε. Σε αυτό το σημείο ο Σπύρος είχε φορτώσει και ξέσπασε; «Καλά και τη Nelly's πως την αφήσατε να τραβήξει τα γυμνά εδώ, ε;». Νόμιζε πως τον είχε αποστομώσει τον υπάλληλο αφού ο δεύτερος είχε μείνει με το στόμα ανοιχτό, διότι εννοείται ότι δεν γνώριζε ούτε τη Nelly's ούτε τα γυμνά με τους χορευτές που τράβηξε το χίλια εννιακόσια είκοσι κάτι.

Δεν πήρε πολλή ώρα για να βρεθούμε στο κοντινότερο αστυνομικό τμήμα. Η κοπέλα που είχαμε μαζί μας είχε ενθουσιαστεί. Μου έλεγε τις φάσεις που είχε περάσει στο Λονδίνο σε αστυνομικά τμήματα μετά από διαδηλώσεις, ο Σπύρος συνέχιζε με το επιχείρημά του για τη Nelly's και οι αστυνομικοί μας ζητούσαν επίμονα τα φιλμ που τραβήξαμε. Σε λίγο ήρθε ο Τσαγκαρουσιάνος στο Τμήμα ως εγγυητής, για να μας βγάλει και για να κατευνάσει τα πνεύματα. Βρήκαμε τότε ευκαιρία με τον Σπύρο να αλλάξουμε τα φιλμ με άλλα και έτσι καταφέραμε να δημοσιεύσουμε τις φωτογραφίες στο περιοδικό. Την επόμενη της δημοσίευσης βέβαια ακούσαμε από αναγνώστες το καταπληκτικό: «Πολύ καλό το photoshop που κάνατε με την Ακρόπολη!»

Δεν το βάζαμε κάτω όμως με τίποτα, συνεχίζαμε ακάθεκτοι. Μια άλλη φορά, μες το κατακαλόκαιρο που έσφυζε η Αθήνα από τουρίστες, σκεφτήκαμε να αράζουμε στο Σύνταγμα και στην Πλάκα και να ζητάμε από νεαρούς τουρίστες να τους φωτογραφίζουμε στα δωμάτια των ξενοδοχείων τους. Το «στάιλινγκ» σε αυτή την περίπτωση θα γινόταν μέσα από τα προσωπικά είδη του καθενός. Φανταστείτε λοιπόν να βρίσκεστε για διακοπές σε μια ξένη χώρα και να σας πλησιάζουν ένας φωτογράφος και ένα κοριτσάκι με κόκκινα μαλλιά (περνούσα την εποχή των κόκκινων μαλλιών τότε) που ζητούν να τους πάτε στο δωμάτιο του ξενοδοχείου σας για να σας φωτογραφίσουν, προτείνοντας επίσης «και αν δεν έχετε πρόβλημα, να σας φωτογραφίσουμε με τα εσώρουχά σας ή και γυμνούς». Μιλάμε για μεγάλο θράσος! Κι όμως, όχι μόνο τα καταφέραμε, αλλά φωτογραφίσαμε κι ένα γυμνό ζευγάρι. Ήταν ένα ζευγάρι από την Τσεχία. Αυτοί δεν είχαν δωμάτιο ξενοδοχείου. Πήγαμε σε ένα ξενοδοχείο λοιπόν οι τέσσερίς μας και ζητήσαμε να μας το αφήσουν για μια ώρα γιατί θέλαμε να κάνουμε μια φωτογράφιση. Ο ρεσεψιονίστ μας κοιτούσε καλά καλά. «Δεν είμαστε τέτοιο ξενοδοχείο» μας έλεγε. «Πηγαίνετε προς την Αθηνάς, θα βρείτε πολλά εκεί με την ώρα». Μα θέλουμε να κάνουμε φωτογράφιση, δεν είναι αυτό που σκέφτεστε, του λέγαμε εμείς και του δείχναμε τις φωτογραφικές μηχανές. Τελικώς μας άφησε, αν και πρέπει να ομολογήσω εκ των υστέρων ότι η φάση με τις φωτογραφικές μηχανές φάνταζε πιο ύποπτη.

Για τις φωτογραφίσεις συγκέντρωνα ρούχα διάφορα. Από αμερικάνικες αγορές, από ακριβά μαγαζιά, από φθηνά μαγαζιά, από το σπίτι μου, παλιά ρούχα της μαμάς μου. Οι μαγαζάτορες των ακριβών μπουτίκ ήταν μονίμως έξαλλοι μαζί μου. Θυμάμαι μια φορά που είχα δανειστεί μια πανάκριβη ψεύτικη γούνα Dolce Gabbana από το Sotris και τη χρησιμοποίησα σε μια φωτογράφιση που κάναμε σε σούπερ μάρκετ. Είχαμε γνωρίσει τότε μια ομάδα Ιταλών χορευτών σε νυχτερινά κλαμπ και κανονίσαμε να κάνουμε μαζί τους τη φωτογράφιση. Το σούπερ μάρκετ το κάναμε λίμπα. Τα παιδιά άνοιγαν κι έπιναν αναψυκτικά, σοκολάτες. Δεν υπήρχε κανένα θέμα, κανένα νόημα. Η φωτογράφιση στο σούπερ μάρκετ ήταν η αφορμή για να κάνουμε τρέλες και φυσικά η γυναικεία γούνα δεν ταίριαζε καλύτερα σε κανέναν παρά στον δίμετρο Ιταλό που τη φόρεσε με ευχαρίστηση και κότσαρε και ένα κεφάλι γραβιέρα πάνω από το κεφάλι του. Όταν είδε τη φωτογραφία ο ιδιοκτήτης του Sotris πήρε έξαλλος στο περιοδικό: «Πώς θα την πουλήσω εγώ την D&G στην κυρία που θα έρθει στο μαγαζί μου; Δείχνοντας πόσο ωραία θα ταίριαζε και στον άντρα της; Δεν θα σου ξαναδώσω ρούχα ποτέ». Ρούχα μου ξαναέδωσε τελικά, αλλά και να μην το έκανε δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα. Μια βόλτα στους πάγκους της Αθηνάς ήταν αρκετή για να φτιάξουμε μια φούστα από πολύχρωμα παπουδίστικα σώβρακα αγορασμένα 500 δρχ. η ντουζίνα. Η ιδέα, σημειωτέον, ήταν του φίλου μας του Πετρή και είχε τρομερή επιτυχία.

Όλες αυτές οι εικόνες και η αισθητική τους ήταν τόσο διαφορετικές από ό,τι κυκλοφορούσε και γι' αυτό και ξεχώριζαν. Δεν είναι τυχαίο που υπάρχει μια ιστορία να διηγηθεί πίσω από την κάθε φωτογράφιση. Κάθε φορά μια περιπέτεια με αβέβαιο αποτέλεσμα. Πάνω απ' όλα όμως περνούσαμε καλά. Ε, ίσως όχι πάντα. Μια άλλη σύλληψη που είχαμε και τη φωτογράφιση έκανε ο Χρήστος Πότσιος ήταν να φωτογραφίσουμε διάφορους γνωστούς και φίλους να κλαίνε. Μαζευτήκαμε στο στούντιο του Χρήστου με κάμποσα ρούχα μαζί για να αλλάζουμε και φυσικά αφού το γέλιο έρεε γάργαρο, το κλάμα δεν ήταν και εύκολη υπόθεση. Έσπαγα το κεφάλι μου να βρω τρόπο να μας κάνω να κλάψουμε. Και τον βρήκα. Πήρα το υγρό των φακών μου και το έσταξα κατευθείαν μέσα στα μάτια μας. Έτσουζε τόσο πολύ και κλάψαμε πραγματικά όλοι στ' αλήθεια. Οι περισσότεροι βέβαια από τους κλαμένους φωτογραφιζόμενους έκαναν πολύ καιρό να μου ξαναμιλήσουν κι όχι αδίκως.

Κοιτώντας πίσω, μου έρχονται κι άλλες εικόνες: Ο Πολιτάκης ξαπλωμένος πάνω στις γραμμές του τρένου κάπου στον Πειραιά φορώντας ένα βελούδινο κοστούμι Helmut Lang, να διαβάζει το «Φως» σε μια φωτογράφιση με concept Αυτοκτονικές Τάσεις. Μια νεαρή εκδιδόμενη που είχε γνωρίσει ο Σπύρος κάπου στην Ομόνοια, να κόβει τις φλέβες της με σπασμένο γυαλί (στην ίδια φωτογράφιση). Αλλά και άλλες πιο θετικές, όπως αυτές που κάναμε υποβρυχίως με μηχανή μιας χρήσης κάπου στη Σαρωνίδα. Κι άλλες πολλές που δεν θυμάμαι πια γιατί έχουν περάσει και τα χρόνια. Στη μόδα δεν είχα καμία συνέχεια μετά το «01». Δεν το προσπάθησα κιόλας. Έχουν μείνει όμως πίσω όλες αυτές οι εικόνες σαν φωτογραφικό άλμπουμ μιας εποχής που ήμασταν όλοι πιο νέοι, πιο δημιουργικοί και πιο ελεύθεροι.