Έχοντας δει όλο το corpus του αγγελοπουλικού έργου (13 ταινίες μυθοπλασίας, μια τηλεταινία-ντοκιμαντέρ και ένα φιλμ μικρού μήκους) κι έχοντας σκεφτεί πολύ πάνω στο θέμα, απαντώ: σαφέστατα ναι και σαφέστατα όχι. Με τον εξυπνακισμό εννοώ: εξαρτάται ποιος τα βλέπει. Τίποτα δεν είναι βαρετό αφ’ εαυτού του. Το «βαρετό» δεν είναι φυσική ιδιότητα (όπως π.χ. το βαρύ ή το γλυκό ή το υγρό). Το «βαρετό» είναι χαρακτηριστικό που έχει νόημα μόνο ως προς κάποιο υποκείμενο (έναν άνθρωπο) που θεωρεί ένα αντικείμενο (όχι πράγμα, αντικείμενο) βαρετό ή μη βαρετό.

 

Τώρα, εάν ένα αντικείμενο θεωρείται βαρετό σχεδόν από όλους ή από πάρα πολλούς, έχουμε την τάση να του προσδίδουμε την ιδιότητα του βαρετού, σαν να «είναι» βαρετό, ενώ τίποτα δεν «είναι» βαρετό (είναι λογικά άτοπο κάτι τέτοιο), παρά μόνο «θεωρείται» βαρετό. Κι όπως γνωρίζουμε, κάτι που «θεωρείται» δεν είναι αμετάβλητο, αφού οι «θεωρήσεις» (οι γνώμες) αλλάζουν με τις εποχές. Ας το δούμε αυτό μ’ ένα παράδειγμα: μπορώ να φανταστώ κάποιον (ή, μάλλον, δεν χρειάζεται να φανταστώ, γνωρίζω τέτοιους ανθρώπους) που θεωρεί βαρετό ανάγνωσμα την Κριτική του Καθαρού Λόγου του Καντ ή το Είναι και Χρόνος του Χάιντεγκερ ή τον Οδυσσέα του Τζόυς ή ακόμα και την Έρημη Χώρα του Έλιοτ. Επίσης, γνωρίζω ανθρώπους (πολλούς) που θεωρούν ενδιαφέρον (ήτοι μη βαρετό ανάγνωσμα) τον Κώδικα Ντα Βίντσι του Νταν Μπράουν. Δεν υπάρχει σωστό και λάθος εδώ. Οι άνθρωποι δεν είναι πλανημένοι ούτε λένε ψέματα. Όμως δεν έχουν και απαραίτητα δίκιο. Διότι γνωρίζω άλλους αναγνώστες (εμού περιλαμβανομένου) που θεωρούν συγκλονιστικά ενδιαφέρον ανάγνωσμα την Κριτική του Καθαρού Λόγου και ψιλοβαριούνται τον Νταν Μπράουν.

 

Η τέχνη του λόγου (με την ευρεία έννοια) κυκλοφορεί σε πολλές βερσιόν και υπάρχει για όλα τα γούστα. Το ίδιο ισχύει και για το σινεμά, και μάλιστα με σαφείς αντιστοιχίες προς την τέχνη του λόγου. Κάποιοι βρίσκουν τρομερά βαρετό ένα οπτικοποιημένο «ποιητικό δοκίμιο» ή μια «ιστορικοφιλοσοφική τραγωδία» (όπως είναι τα φιλμ του Αγγελόπουλου), κάποιοι άλλοι το βρίσκουν εξαιρετικά ενδιαφέρον. Το πρόβλημα δεν μπαίνει με αξιολογικούς όρους: τα φιλμ του Αγγελόπουλου δεν είναι «για όλους», αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι αυτοί που τον βρίσκουν ενδιαφέροντα είναι «καλύτεροι» ή «ανώτεροι» αυτών που τον θεωρούν βαρετό.

 

Αν πέφταμε σε αυτή την παγίδα, θα συναντούσαμε τον ελιτισμό των παντελώς άσχετων σνομπ που τους ενδιαφέρει να αυτο-επιβεβαιωθούν και μόνο, και άρα δεν μπορούν να βιώσουν το αισθητικό γεγονός της τέχνης. Η τέχνη είναι η απόλυτη εμπέδωση της μαρξιστικής θέσης «στον καθένα ανάλογα με τις ανάγκες του και τις δυνατότητές του». Υπάρχει τέχνη για όλες τις ανάγκες και όλες τις βαθμίδες δυνατοτήτων. Ας δούμε και κάτι τελευταίο: οι περισσότεροι άνθρωποι βρίσκουν ενδιαφέρον ένα φιλμ που έχει κάποιου είδους σασπένς (π.χ. τα αστυνομικά φιλμ ή τα θρίλερ κάθε είδους). Για να είμαστε πιο ακριβείς: ειδικά στο σινεμά, όταν ένα φιλμ έχει πράγματι γνήσιο σασπένς (όπως π.χ. τα φιλμ του μετρ Χίτσκοκ), είναι ψυχολογικώς σχεδόν αδύνατο να σου φανεί βαρετό.

 

Αλλά η κακότεχνη απόπειρα σασπένς (π.χ. στα αστυνομικά φιλμ της σειράς) είναι εξόχως βαρετή. Αυτό σημαίνει ότι το σημαντικό δεν είναι το είδος του φιλμ αλλά εάν είναι ένα καλοφτιαγμένο φιλμ, ένα πλήρες έργο τέχνης. Υπάρχουν μη βαρετά θρίλερ (Χίτσκοκ) και βαρετά θρίλερ. Υπάρχουν αριστοτεχνικά μελό (Ντάγκλας Σερκ) και γελοία μελό. Υπάρχουν έξοχα ερωτικά φιλμ (Όσιμα) και ανούσια πορνό. Υπάρχουν αριστουργηματικά ποιητικά δοκίμια πάνω στον μύθο και στην ιστορία (Αγγελόπουλος) και ανεκδιήγητες «δηθενιές» που ούτε αντέχεις να τις παρακολουθήσεις.

 

Συμπέρασμα: πιστεύω ότι αν πάτε να δείτε ένα φιλμ του Αγγελόπουλου θέλοντας να ξεκουραστείτε από μια φορτωμένη εβδομάδα ή να «γεμίσετε» ένα βράδυ Κυριακής, μπορεί να απογοητευτείτε οικτρά και να βαρεθείτε αφόρητα. Καλύτερα να δείτε παλιό, καλό Χόλιγουντ (το οποίο είναι γεμάτο εξαιρετικά ευχάριστα φιλμ που βλέπονται άνετα και διασκεδάζουν ωραιότατα). Αν, όμως, θελήσετε να δώσετε την ευκαιρία στο μυαλό σας να σκεφτεί λίγο πάνω στην Ελλάδα, την ιστορία της, τους μύθους της, την ανθρώπινη μοίρα και την «ανθρώπινη κατάσταση» και άλλα βαρύγδουπα (που, ωστόσο, όσο κι αν τα σνομπάρουμε, πάντα μας αφορούν), τότε δείτε τα φιλμ του Αγγελόπουλου (τουλάχιστον μέχρι την Αιωνιότητα του 1998, οι τελευταίες δύο ταινίες δεν προσθέτουν τίποτα στο τιτάνιο αγγελοπουλικό δημιούργημα). Θα σας πρότεινα να κάνετε αυτό που σε μένα τουλάχιστον λειτούργησε: τα είδα με τη σειρά που γυρίστηκαν και αρχικά με τράβηξαν το εικαστικό κομμάτι, η αισθητική τελειότητα και ο ρυθμός (μπορεί να είναι αργός, αλλά σε δονεί κυριολεκτικά). Αφού τα είδα, διάβασα πολύ για το καθένα τις απόψεις των κριτικών (ήμουν πολύ μικρότερος και δεν ήξερα τη «γλώσσα» του σινεμά, δεν είχα τη γνώση να αποκωδικοποιήσω μόνος μου όλες τις σημασιοδοτικές λειτουργίες στα φιλμ).

 

Τα ξαναείδα κατόπιν, και πάλι με τη σειρά. Και έμεινα συγκλονισμένος από την εκπληκτική δύναμη, το τραγικό μεγαλείο, την ποίηση και τον βαθύ στοχασμό αυτών των ταινιών. Μη σας παραξενεύει που θέλει τόση δουλειά για να ξεκλειδώσεις τους θησαυρούς: η μεγάλη τέχνη, ακόμα κι όταν είναι απλή, δεν είναι ποτέ απλοϊκή, είναι πολυεπίπεδη. Είναι εύκολο για τον καθένα να δει το «πρώτο επίπεδο» της δουλειάς του Αγγελόπουλου, την αισθητική απόλαυση. Αλλά αξίζει τον κόπο να εισχωρήσει και στα υπόλοιπα, τα στοχαστικά και λίγο πιο πολύπλοκα. Ο Θόδωρος Αγγελόπουλος είναι ένας δημιουργός της κλάσης του Κουροσάβα, του Ουέλς, του Γκοντάρ. Τι πιο φυσικό από το να θέλει λίγη δουλειά για να τον καταλάβεις πλήρως;