Σκέφτηκα να κλείσω τις ανταποκρίσεις από τις Κάννες σε ένα πιο προσωπικό τόνο, γιατί τα βραβεία που απονέμονται είναι πάντα προϊόν υπολογισμού και πολιτικής (και γούστου, δε λέω) και εμείς οι δημοσιογράφοι εμπλεκόμαστε σε ένα παιχνίδι μαντεψιάς, χωρίς ακριβώς να το θέλουμε: ποιες ταινίες ξεχώρισαν σύμφωνα με τους κριτικούς που γράφουν στα μεγάλα έντυπα του εξωτερικού, τι μπορεί να προτιμήσει η κριτική επιτροπή, πόσο θα βαρύνει η γνώμη του προέδρου, ποιος σκηνοθέτης είναι αρκετά νέος για να βραβευτεί και ποιου επιτέλους ήρθε η σειρά. Τελικά ξεχνάμε ποια ταινία άρεσε σε μας, και ποια στιγμή θα θυμόμαστε περισσότερο.

 

Αυτές τις στιγμές τις επιβεβαιώνει η ιστορία και η διάρκεια. Όλοι αφηγούνται το κρίσιμο δευτερόλεπτο που τους ταρακούνησε ένας σεισμός, ή πώς πληροφορήθηκαν τον θάνατο του αγαπημένου τους καλλιτέχνη, ή τι ακριβώς έκαναν όταν κηρύχτηκε πόλεμος, ή πυροβολήθηκε ο Κένεντι, αν μιλάμε για τους παλιότερους. Στην αναλογία του Φεστιβάλ Καννών, η καμπή της νεότερης εποχής είναι το Pulp Fiction, η προβολή στην υπερχειλισμένη  Sale Debussy, η θριαμβευτική υποδοχή στη Lumiere μετά το κόκκινο χαλί, και ο Χρυσός Φοίνικας που άλλαξε τη ζωή πολλών κινηματογραφιστών έκτοτε.

 

Ήταν η τέταρτη χρονιά που κάλυπτα το φεστιβάλ και ομολογώ πως αδυνατούσα να κατανοήσω τη φρενίτιδα γύρω από τον Ταραντίνο. Το 1992 είχε προβληθεί το Reservoir Dogs εκτός συναγωνισμού και είχε ενθουσιάσει με τη φρέσκια ματιά του και το σινεματζίδικο στιλ του- βρισκόταν ήδη σε περίοπτη θέση στις συζητήσεις των cool σινεφίλ. Δύο χρόνια αργότερα, στη δημοσιογραφική προβολή εκείνο το απόγευμα γινόταν της κακομοίρας. Νέος ακόμη, δεν είχα διαπίστευση υψηλής προτεραιότητας και μπήκα με το ζόρι και την τελευταία στιγμή σε μια ηλεκτρισμένη αίθουσα, ξαναμμένη από προσδοκία για το σκηνοθέτη, το εντυπωσιακό καστ και το υπερθετικό μπαζ που δημιουργήθηκε την προηγουμένη, από μια άλλη κρυφή προβολή στο σινεμά των Καννών, Olympia.

 

Η ταινία είχε ζαλίσει τους πρώτους και έμελλε να ξετρελλάνει και τους επόμενους. Στο τέλος, έπεσε η Debussy από τα χειροκροτήματα και τις φωνές. Οι περισσότεροι παραμιλούσαν. Κάποιοι ψέλλιζαν αντιρρήσεις περί υπερβολικής αντίδρασης- πως δηλαδή ο Ταραντίνο δεν είναι δα ο πρώτος χρησιμοποιεί το εύρημα της σπασμένης γραμμικής αφήγησης, και πως οι εξυπνάδες είναι περισσότερες από τα έξυπνα στοιχεία. Προσωπικά, ήμουν στο κέντρο και, αρχικά τουλάχιστον, προς τα κάτω. Θαύμασα τα πάντα στην ταινία και έμεινα ασυγκίνητος από το σύνολο. Το Pulp Fiction δεν με είχε κερδίσει, ίσως γιατί, κακώς, περίμενα ένα θαύμα από το πουθενά, και με τίποτε δεν πίστευα πως θα έπαιρνε τον Φοίνικα, τη χρονιά που ο Κισλόφσκι κατέθετε τη διαθήκη του με τα Τρία Χρώματα: Κόκκινο, που ολοκλήρωνε την θεσπέσια τριλογία του με τον πιο ταιριαστό επίλογο μιας καριέρας που ξέραμε πως δεν θα έιχε συνέχεια, λόγω των προβλημάτων υγείας που είχε.

 

Υπολόγισα χωρίς τον ξενοδόχο, τον Κλιντ Ίστγουντ, πρόεδρο της κριτικής επιτροπής, ο οποίος αγνόησε εντελώς τον Πολωνό και το έδωσε, προφανώς χωρίς δεύτερη σκέψη, στο δικό του παιδί, έναν ανανεωτή που αγαπούσε το σινεμά του είδους, τα b movies που κάποτε θεωρούνταν παρακατιανά (βλέπε σπαγκέτι γουέστερν) και τώρα αποθεώνονται με το αποδεκτό βραβείο στον δύσκολο κόσμο των σηκωμένων φρυδιών.

 

Απονομή βραβείου, Κάννες, 1994

 

 

Ο Ταραντίνο έγινε και δικός μου με το Jackie Brown, ίσως γιατί με συγκίνησε με την αυθεντική αγάπη του για τη soul μουσική, και γιατί επιτέλους έδειξε πως έχει και ψυχή εκτός από τεχνική. Παραδόθηκα στα κόλπα του με το δεύτερο Kill Bill που προβλήθηκε επίσης στις Κάννες, και δε μπορώ παρά να σηκώσω τα χέρια ψηλά με τους Μπάσταρδους και το Τζάνγκο, που φαντάζομαι οτι δεν θα έπαιρνε μόνο Χρυσό Φοίνικα από τον Ίστγουντ, αν ερχόταν στις Κάννες με την ίδια σύνθεση της κριτικής επιτροπής, αλλά θα σάρωνε και όλα τα υπόλοιπα βραβεία σε πείσμα των κανονισμών.

 

Είναι τέτοια η αγάπη του κόσμου για το Pulp Fiction που πολλοί δημοσιογράφοι έγραψαν πόσο απίστευτο τους φαίνεται οτι πέρασαν 20 χρόνια από τότε.

 


20 χρόνια μετά, στο ίδιο κόκκινο χαλί

 

Ο Ταραντίνο, μαζί με τους πρωταγωνιστές του, την Ούμα Θέρμαν και τον Τζον Τραβόλτα, ήρθε στις Κάννες για την επέτειο, έκανε τα ωραία, του τα χορευτικά και τα επικοινωνιακά [δείτε βίντεο πάνω] και παρακολούθησε την ταινία του σε ειδική βραδινή προβολή σε κόπια 35mm στην παραλία, μην παραλείποντας να δηλώσει πως πάντα βλέπει τις ταινίες του όποτε τυχαίνει να "πέσει πάνω τους" στην τηλεόραση και λυπάται συναδέλφους του που δεν απολαμβάνουν τις δικές τους.

 

 

 

Με την αγαπημένη του Ούμα, έδωσε το μεγάλο βραβείο της βραδιάς στον Τζεϊλάν και το Winter Sleep, αλλά κάτι μου λέει πως, παρά τη γενναιόδωρη αγκαλιά σε πολλά και διαφορετικά είδη σινεμά, το φιλμ του Τούρκου δεν πρέπει να είναι της αρεσκείας του (διότι τον διακατέχουν ιερόσυλα γούστα, σε σχέση με τον σεβαστικό Μάρτιν Σκορσέζε) και θα πανηγύριζε με κάτι σαν το Mommy του Ξαβιέ Ντολάν.

 

Σχολίασε επίσης το ψηφιακό φιλμ και τις προβολές σε DCP, διατρανώνοντας την πεποίθηση του πως ήρθε το τέλος στο κινηματογράφου, τουλάχιστον όπως τον γνώρισε και τον υπηρετεί εκείνος. Μου ακούγονται λίγο υπερβολικά όλα αυτά, και εντέχνως κολακευτικά προς ένα κοινό που έχει μάθει να τον τοποθετεί στο ρόλο του αντισυμβατικού και του πρωτοποριακού. Δε νομίζω πως είναι έτσι τα πράγματα.

 

Απ' το φετινό reunion στις Κάννες
Απ' το φετινό reunion στις Κάννες

 

Ο Κουέντιν Ταραντίνο δεν είναι πρωτοποριακός και αντισυμβατικός. Είναι ένας έξυπνος και ταλαντούχος δημιουργός, που παθιάστηκε και παθιάζεται ακόμη με το σινεμά και τη μουσική, μοναχικός από επιλογή και πλέον κατοχυρωμένος για τα οικονομικά θέματα, που έμαθε εξαιρετικά καλά τους κώδικες παρακολουθώντας παλιές ταινίες, κλασσικές και φτηνιάρικες, και τους ερμηνεύει κατά βούληση. Διαφέρει από το Χόλιγουντ αλλά το αγαπά και ξέρει πως να χρησιμοποιεί τους ηθοποιούς, κυρίως τους γνωστούς και πεποιημένους, σε ρόλους μη αναμενόμενους, τοποθετώντας τους ανάμεσα στο παρελθόν τους, τις δυνατότητες τους και τις ανάγκες των ελαφρά off χαρακτήρων που πλάθει. Τώρα τελευταία, ασχολείται και με την Ιστορία και ως ικανότατος σεναριογράφος, εκτός από σκηνοθέτης, την ανασκευάζει ψυχαγωγικά, πάντα με άξονα το σινεμά. Με τον δικό του τρόπο, με την ευρεία παλέτα της μανιέρας που έχει τελειοποιήσει, σε ένα όργιο εναλλαγής του χαμηλού, βίαιου ενστίκτου και της σοφιστικέ απόχρωσης.

 

Αν ο Ταραντίνο είναι πρωτοπορία, τότε ο Γκοντάρ τι είναι; Να ένα παράδειγμα μελετητή του κινηματογράφου, από τη γαλλική θεωρητική παράμετρο, που όταν έπιασε την κάμερα στα χέρια του, ξέχασε τι είχε διαβάσει και γράψει για τους παλιότερους και ανακάτεψε γενναία την τράπουλα. Ο Ταραντίνο, αντίθετα, δεν θα αποβάλλει ποτέ, απ' ότι φαίνεται τη νοσταλγία, και αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό. Το Pulp Fiction, διατηρεί τη δύναμη του ατόφια, αλλά κερδίζει τους θεατές με το συναίσθημα μιας άλλης εποχής, ιδωμένης με διαφορετικά διατυπωμένο συντακτικό- οι χρόνοι στο μοντάζ και το σπάσιμο των ταμπού με τους χαρακτήρες που ξεπαστρεύονται χωρίς να έχουν ολοκληρώσει τον προδιαγεγραμμένο κύκλο τους.

 

Δεν θέλω να δικαιολογήσω εκ του αποτελέσματος τα Όσκαρ και το consensus των μελών που τα ψηφίζουν, αλλά τα δύο Όσκαρ σεναρίου, για το Pulp Fiction και το Τζάνγκο, συνοψίζουν σωστά τις διαφορετικές φάσεις της πορείας του, και επισημαίνουν τη δύναμη του να γράφει πρωτότυπα για το σινεμά που σκηνοθετεί ο ίδιος. Άλλωστε, ο Ταραντίνο έχει πει πως κάθε του λέξη έχει μεγάλη βαρύτητα και δεν υπόκειται σε αλλοιώσεις και αυτοσχεδιασμούς στο γύρισμα. Τώρα, αν με την δήλωση γύρω από την παρακμή του σινεμά λόγω του ψηφιακού φορμάτ, εννοεί την ποιότητα της εικόνας, νομίζω πως είναι θέμα χρόνου για να τελειοποιηθεί η προβολή και να πλησιάσει όσο γίνεται περισσότερο το φιλμ, που είναι σαφές πως δεν συμφέρει πραγματικά κανέναν, στην εποχή της πειρατείας και του δυσθεώρητου κόστους του αρνητικού, της εμφάνισης και της κόπιας. Αυτό που θα είχε μεγαλύτερο ενδιαφέρον θα ήταν ένα σχόλιο του για το περιεχόμενο του σύγχρονου σινεμά, και ειδικότερα του χολιγουντιανού. Διότι, εκτός των άλλων, το Pulp Fiction άρεσε τόσο πολύ γιατί μιλούσε αλλιώς, χρησιμοποίησε μια γλώσσα κοφτή, λακωνική, γεμάτη διπλά νοήματα και κρυφές επιθυμίες, αντί για τις ανόητες ανταλλαγές διαλόγων και πυροβολισμών που παράγονται μαζικά τις τελευταίες δεκαετίες.

 

Πριν τον Ταραντίνο, κανείς δεν θα σκεφτόταν να βάλει τον Τραβόλτα και τον Μπρους Γουίλις να παίξουν τέτοια πράγματα- δε μιλάω για τους πιο καλλιτεχνίζοντες, συνεπώς περιορισμένους σε μικρότερο κοινό Αμερικανούς. Ο Ταραντίνο δεν είναι μόνο στιλ. Θα είχε ξεπεραστεί αν ήταν έτσι. Εξελίσσεται επειδή ξέρει να γράφει και δεν έχει χάσει το κέφι και την έμπνευση του. Αλλά και τη μανιακή του ενέργεια, την εγωκεντρική του ορμή να είναι ο καλύτερος και ο κόσμος, το κοινό και τα φεστιβάλ και τα Όσκαρ, να τον παρακολουθούν. Όσο για το τελευταίο του project που διέρρευσε στο διαδίκτυο και εξοργίστηκε τόσο που έκανε μηνύσεις και απέσυρε το σχέδιο του να το σκηνοθετήσει, είπε πως κάλμαρε λίγο και μπορεί να το εκδώσει, ή να το ανεβάσει στο θέατρο, ή να το γυρίσει σε ταινία, ή και τα τρία! Και πάνω από όλα, να κερδίσει ξανά το αγαπημένο του από όλα τα βραβεία, εκείνο των Καννών, "πριν σβήσουν τα φώτα". Δε νομίζω. Εδώ θά 'μαστε.