Το Πάσχα που πέρασε κινήθηκα όσο πιο μακριά γίνεται από τις ελληνικές συνήθειες: στο Λος Άντζελες, ανάμεσα στις παραλίες του Ειρηνικού και την έρημο με τον "ιερό" δρυμό του Joshua Tree. Τόσο εκτός τόπου, που δεν μπήκα καν στον πειρασμό να ρίξω μια ματιά στην, όπως περιγράφεται από φίλους που την έχουν δει, εντυπωσιακά κιτς Αγία Σοφία, την εκκλησία όπου κάνει Επιτάφιο και Ανάσταση ο Τομ Χανκς και ο Τζιμ Γιαννόπουλος, και που έχτισε ο μεγαλοπαραγωγός Σπύρος Σκούρας στις παλιές, ένδοξες εποχές. Προτίμησα το μουσείο MOCA του Ντέιβιντ Γκέφεν στο παρεξηγημένο αλλά ωραιότατο κέντρο της πόλης, ακριβώς δίπλα από την Tokyo Town, και την αναδρομική έκθεση του Μάϊκ Κέλι. Άλλωστε το Λος Άντζελες, αν και τέχνη ανταγωνιστική δεν διαθέτει ανάλογη με την Ευρώπη και τη Νέα Υόρκη, τα μουσεία του αξίζουν και με το παραπάνω, ως προχωρημένα αρχιτεκτονήματα. Η Ελλάδα είχε την τιμητική της με τα βυζαντινά του Μουσείου Μπενάκη στη Βίλα Γκετί, στο Μάλιμπου.

 

 

 

Στη Hollywood Boulevard είχα να περπατήσω πάρα πολλά χρόνια. Αν και τυχαίνει να πηγαίνω συχνά στην πρωτεύουσα του σινεμά λόγω συνεντεύξεων (λόγω περικοπών, όχι τόσο τακτικά όσο παλιότερα, πάντως συνολικά, πάνω από 50 φορές από τότε που κάνω αυτή τη δουλειά), αποφεύγω τη βόλτα στη συγκεκριμένη λεωφόρο. Ήθελα ωστόσο να δω πως είναι το Dolby, πρώην Kodak Theater, όπου στεγάζεται η τελετή των Όσκαρ εδώ και μερικά χρόνια και να θυμηθώ μερικά ακόμη στέκια.

 

 

 

Το να δει κάποιος το Χόλιγουντ, είναι μια μικρή απογοήτευση. Απλά, γιατί δεν υπάρχει παρά μόνο ως ιδέα που πακετάρεται αριστοτεχνικά σε ταινίες και διαφήμιση μέσα και έξω από αυτές. Οι κάτοικοι του μάλιστα προσπάθησαν να ανεξαρτοποιηθούν με τοπικό δημοψήφισμα, αλλά απέτυχαν να αποσχισθούν από τον ευρύτερο δήμο. Γεωγραφικά η γειτονιά σύμβολο του κινηματογράφου, αλλά και της μουσικής, ορίζεται συνοριακές οδούς, αλλά πρακτικά περπατιέται σε μια λωρίδα του δρόμου, και πιο συγκεκριμένα στο κομμάτι της Hollywood Boulevard που τα πεζοδρόμια είναι πλημμυρισμένα με τα τσιμεντωμένα αστέρια των διασήμων. Και στο βάθος, η γνωστή πινακίδα.

 

Όταν είχα πρωτοπάει, το 1992, για να παρακολουθήσω την απονομή των Όσκαρ, με τότε θριαμβευτή τη Σιωπή των Αμνών, η τελετή είχε πραγματοποιηθεί downtown. Για να εγκλιματιστώ, επέλεξα να μείνω στο ξενοδοχείο Roosevelt, ακριβώς απέναντι από το σημερινό Dolby Theater. Πρόκειται για την αίθουσα όπου είχαν πρωτοτελεστεί τα Όσκαρ, το 1929. Απόηχοι από μια άλλη εποχή πλανώνταν και τότε, αλλά μου είχε φανεί αφημένο και άβολο, μεγάλο και "αραιό", καθόλου ζεστό, όπως προφανώς ήταν στη δεκαετία του '20.

 

 

 

22 χρόνια αργότερα, και μετά από μια πανάκριβη αναπαλαίωση, το λόμπι του παραμένει το ίδιο, διατηρητέο, αλλά χειρότερο, αφύλακτο, με μερικούς πρωινούς τουρίστες που είχαν μπει χωρίς επίβλεψη, για να φωτογραφηθούν μπροστά από μερικά εντυπωσιακά μεγάλα έπιπλα, χαρακτηριστικά του ευμεγέθους art deco της δυτικής ακτής. Σίγουρα τα δωμάτια είναι καλύτερα και η πισίνα σχεδιάστηκε για να φιλοξενεί θορυβώδη πάρτι, αλλά δε μου βγαίνει από το μυαλό οτι πέρα από το σαββατοκύριακο των Όσκαρ, όπου θα στρατοπεδεύουν εταιρείες και ατζέντηδες μαζί με grooming, λόγω της γειτνίασης με την αίθουσα απονομής, τον υπόλοιπο χρόνο μόνο περιστασιακά θα το επισκέπτονται οι χολιγουντιανοί, και πολύ συχνότερα όσοι σχεδιάζουν το γάμο τους εκεί όπου κάποτε δειπνούσε η Κάρολ Λομπάρ με τον Κλαρκ Γκέϊμπλ- με τα ονόματα τους βαφτίστηκε η τριώροφη προεδρική σουίτα-ρετιρέ του ξενοδοχείου...

 

Τότε, η γειτονιά ήταν αντίστοιχη των παλιών, αλήτικων Times Square στο Μανχάταν: γεμάτη πρεζόνια και hustlers, αλλά και τρελούς πάσης φύσεως και άστεγων, που τώρα περιορίζονται στο γκετοποιημένο Skid Row. Τα υπολείματα είναι ελάχιστα, σε ένα ξεκαθάρισμα που δεν διαφημίστηκε όπως η επιχείρηση-σκούπα της θεατροπεριοχής της Νέας Υόρκης, αλλά αυτό δε σημαίνει πως επειδή ο αμαρτωλός αέρας εξατμίσθηκε, ο εντελώς τουριστικός, παλιωμένος χαρακτήρας άλλαξε και πολύ. Τα επίχρυσα αστέρια στο πεζοδρόμιο αυξάνονται και εκτείνονται, οι επί πληρωμή σωσίες (μια πόζα παρακαλώ) του Τσουμπάκα, του Μάϊκλ Τζάκσον, του Φρέντι Κρούγκερ και του Μπάτμαν συνεχίζουν να περιφέρονται όπου στέκονται παιδάκια και τους χαζεύουν, κυρίως μπροστά από το χολιγουντιανό, επιβλητικό ορόσημο που λάνσαρε ο ιμπρεσάριος Σιντ Γκράουμαν, το Κινέζικο Θέατρο.

 

 

 

Το Grauman's Chinese εξακολουθεί να προβάλει ταινίες, αντίθετα με το Pantages Theater, του δαιμόνιου Ανδριώτη Αλέξανδρου Πανταζή, ο οποίος ξεκίνησε από βοντβίλ, έφτιαξε μια αλυσίδα υπολογίσιμη, με ναυαρχίδα την μεγάλη αίθουσα στη γωνία Hollywood και Vine, έμπλεξε σε μια υπόθεση βιασμού ανήλικης, καταστράφηκε, ξεπούλησε όσο-όσο και τώρα το παλάτι λειτουργεί κανονικά, μετά από μια σειρά ιδιοκτησιακών αλλαγών που περιλαμβάνουν ως και τον Χάουαρντ Χιούζ, ως ανακαινισμένο θέατρο πλέον, διατηρώντας την χλιδή του πρωτότυπου.

 

 

 

Το Chinese κάνει και ξεναγήσεις σε όσους θέλουν να το δουν και να ακούσουν την ιστορία του, αλλά το πιο ενδιαφέρον δημιούργημα του πιονιέρου Γκράουμαν είναι ένα τετράγωνο πιο μακριά, το πρώτο και πιο σημαντικό από τα movie palaces. Το Egyptian Theater, φτιαγμένο από επιφανείς αρχιτέκτονες στη φλέβα της αιγυπτιομανίας που ακολούθησε μετά την ανακάλυψη των θησαυρών του Τουταγχαμών, έδωσε την ουσιαστική ώθηση στην πόλη για να ανταγωνιστεί σε πρεμιέρες και δημοσιότητα τη Νέα Υόρκη, με άλλους όρους, πιο επιβλητικούς. Διότι στις αρχές της δεκαετίας του 20, το Λος Άντζελες κατασκεύαζε μεν το σινεμά στο σύνολο του, λόγω ζεστού κλίματος και άνεσης χώρου για τη δημιουργία των στούντιο, αλλά θεωρείτο ακόμη ολίγον βλαχοπόλη, χωρίς κοσμικά και τσιριμόνιες, που οι ανατολικοί έβλεπαν με (πολύ) σηκωμένο φρύδι.

 

 

 

Με γενναία επένδυση 15 εκατομμυρίων δολαρίων, το Egyptian ξαναήρθε στα ίσα του, και χωρίς να κραυγάζει όπως το Chinese, έγινε το σπίτι, μαζί με το γουστόζικο Aero στην παραλιακή Σάντα Μόνικα, της American Cinemateque, και φιλοξενεί αφιερώματα και μικρά φεστιβάλ, αφού το δίκτυο του Τεντ Τέρνερ, που ειδικεύεται σε restorations και ρετρό tributes, είναι βασικός χορηγός. Το αμερικάνικο, αλλά και νόστιμα διαφορετικό της ιστορίας αυτής είναι ότι, επειδή η Ταινιοθήκη αυτή είναι "Λοσαντζελίτικη", μπορείς τη μια μέρα να πετύχεις μια προβολή ταινίας για το νέο κύμα των Γάλλων σκηνοθετών, και την επόμενη εβδομάδα το Flashdance, με την ίδια τη Τζένιφερ Μπιλς να χειροκροτείται αποθεωτικά και να απαντάει σε ερωτήσεις μετά το τέλος της προβολής!

 

Εκεί που χάρηκα πραγματικά είναι που πέρασα μπροστά από ένα αγαπημένο μου στέκι, και υπήρχε ακόμη- όχι μόνο καλοστεκόταν, αλλά ο ιδιοκτήτης του, που τον θυμόμουν γιατί δεν έφυγε ποτέ από τη μετακόμιση κι έπειτα, 25 χρόνια πριν, μου είπε πως παει μια χαρά και οργανώνει συζητήσεις και happenings. Είναι το βιβλιοπωλείο του Larry Edmunds, με ότι καινούριο βγαίνει σχετικά με το σινεμά, αλλά κυρίως με αξιολογότατη συλλογή από παλιά βιβλία και αφίσες, όσες δεν βρίσκεις στο ebay. Με το διαδίκτυο να σαρώνει, έχοντας εξαφανίσει τα περισσότερα δισκάδικα στο Λος Άντζελες (μόνο το "σουπερμάρκετ" Amoeba στη Sunset, το Record Surplus στη λεωφόρο Σάντα Μόνικα και το Record Collector στη Μέλροουζ έχουν μείνει) είναι παρήγορο που ένα παλιομοδίτικο βιβλιοπωλείο, στην καρδιά του Χόλιγουντ, είναι ανοιχτό και πάλλεται, με κόσμο μάλιστα, αν και 11 η ώρα το πρωί όταν πήγα. Από την χαρά μου αγόρασα τρία βιβλία, του Πίτερ Μπογκντάνοβιτς, όταν ακόμη ήταν γραφιάς, του Πίτερ Μπίσκιντ και του Ρίτσαρντ Σίκελ, με κριτικά τους σημειώματα, αν και το φόρτε του Λάρι Έντμοντς είναι οι βιογραφίες, όχι μόνο των σταρ, αλλά και των ρυθμιστών του σινεμά πίσω από τις κάμερες.

 

 

 

Η Hollywood Boulevard εξακολουθεί να είναι κάπως ύποπτη, λίγο βρώμικη αν και όχι επικίνδυνη, ένα shithole όπως την χαρακτήρισε ένας ντόπιος φίλος που δεν πατάει ποτέ στα λημέρια. Εκπροσωπεί ωστόσο την άτυπη βιτρίνα της βιομηχανικής ουτοπίας με μια επιφανειακή οικειότητα, όσο ανάλαφρα επιθυμεί ο περιπατητής τουρίστας και όσο βδελυρά φαντάζεται ο ορκισμένος αντιχολιγουντιανός, που θα την απέρριπτε συνοπτικά ως φτηνή και τουριστοπαγίδα. Ιστορικά, αδιάφορη δεν είναι, για όσους βέβαια ψάχνουν και λίγο στην πηγή του κινηματογράφου. Η νοσταλγική ματιά βοηθάει.