Το Παλέρμο είναι αλλόκοτα όμορφο. Ακόμα και με τα κακοφτιαγμένα και παράνομα κτίρια που εμφανίστηκαν την εποχή που η μαφία είχε τον έλεγχο της πόλης, όλο και κάτι βρίσκεις που να δικαιολογεί το παλιό της όνομα «Χρυσή Αχιβάδα» (Conca d’ Oro, της το είχαν δώσει από το χρώμα των πορτοκαλεώνων που κάλυπταν όλη την εύφορη κοιλάδα). Κάποτε ήταν μία από τις πιο πλούσιες πόλεις της Μεσογείου, σήμερα είναι μία ευρωπαϊκή πρωτεύουσα με αραβο-νορμανδικό χρώμα που έχει πολλές ιστορίες να διηγηθεί μέσα από τα εντυπωσιακά κτίρια που τη στολίζουν. Έχει πληθυσμό όσο περίπου και η Θεσσαλονίκη και, αν εξαιρέσεις τις μεσημεριανές ώρες, είναι μια πόλη που σφύζει από ζωή, ακόμα και τον Αύγουστο. Μπορεί η Βουτσιρία –η υπαίθρια αγορά του- να μην μοιάζει και πολύ με τον πίνακα του Renato Guttuso, αλλά τη νύχτα ο νεαρόκοσμος γεμίζει τους δρόμους. 

 

Βουτσιρία την λένε από τα πολλά χασάπικα που βρίσκεις μέσα στα στενά δρομάκια γύρω από τις πλατείες Caracciolo και Garraffello, ανάμεσα στα εκατοντάδες καταστήματα με τρόφιμα κάθε είδους που οι πωλητές τους τα διαλαλούν με έναν πολύ γλαφυρό, σισιλιάνικο τρόπο. Η Βουτσιρία τον Αύγουστο υπολειτουργεί και δεν έχει καμία σχέση με την αγορά της Κατάνια, αλλά ακόμα και με ελάχιστους πάγκους και λιγοστό κόσμο, βρίσκεις σχεδόν όλες τις λιχουδιές του δρόμου που την κάνουν μοναδική: ψωμάκι γεμιστό με σπλήνα μοσχαρίσια, χαβιάρι από αυγά τόνου, βραστά καλαμπόκια και φυσικά τα μικρά μαγαζάκια που πουλάνε φαγητό για όσους δουλεύουν στην αγορά. Καταπληκτικό και φτηνό. Οι ταβέρνες της αγοράς φτιάχνουν μόνο πιάτα ημέρας και μια ποικιλία με ορεκτικά -τα οποία δεν παραγγέλνεις, αλλά μόλις καθίσεις στο τραπέζι τα φέρνουν χωρίς να σε ρωτήσουν. Κι είναι αγένεια να ρωτήσεις πόσο κάνει το κάθε πιάτο, στο τέλος πληρώνεις ό,τι έφαγες και ό,τι ήπιες στο περίπου, δεν υπάρχουν εδώ αναλυτικοί λογαριασμοί και αποδείξεις. Για ψαρικά και ζυμαρικά σπάνια πληρώνεις παραπάνω από δέκα ευρώ το άτομο.

Το Παλέρμο τα μεσημέρια που o κόσμος εξαφανίζεται από τους δρόμους είναι ακόμα πιο όμορφο. Αράζεις στις πλατείες και τις έχεις όλες δικές σου. Μπορείς να ξαπλώσεις στο γρασίδι και κάτω από θεόρατα δέντρα [τα πιο μεγάλα που έχεις δει], να βουτήξεις σε σιντριβάνια, να περπατήσεις στη μέση του δρόμου και να περνάνε δίπλα σου μόνο αμαξάδες με ξεροψημένους τουρίστες

 

 

 

Το Παλέρμο τα μεσημέρια που o κόσμος εξαφανίζεται από τους δρόμους είναι ακόμα πιο όμορφο. Αράζεις στις πλατείες και τις έχεις όλες δικές σου. Μπορείς να ξαπλώσεις στο γρασίδι και κάτω από θεόρατα δέντρα [τα πιο μεγάλα που έχεις δει], να βουτήξεις σε σιντριβάνια, να περπατήσεις στη μέση του δρόμου και να περνάνε δίπλα σου μόνο αμαξάδες με ξεροψημένους τουρίστες, να καθίσεις για καφέ δίπλα στην Όπερα και τα γκαρσόνια να σκίζονται να σε εξυπηρετήσουν επειδή είσαι ο μοναδικός πελάτης. Κι αν ζητήσεις φρέντο, σου φέρνουν κάτι σαν γρανίτα με τρία κουταλάκια ζάχαρη [που είναι πάρα πολύ ωραίο].

 

Η πιάτσα Μαρίνα είναι από τις μεγαλύτερες και πιο πράσινες πλατείες της πόλης. Εδώ υπάρχουν οι πιο γιγαντιαίες μανόλιες της Σικελίας, κάτι περίεργα και θεόρατα δέντρα με εκτεθειμένες ρίζες και μεγάλες κουφάλες. Υπάρχουν και ένα σωρό κτίρια όπως το Παλάτσο Στέρι-Κιαραμόντε που κάποτε στέγασε και τα δικαστήρια της ιεράς εξέτασης, κρήνες και αγάλματα και δυο τρεις εκκλησίες [συνολικά στη Σικελία βλέπεις τόσες πολλές εκκλησίες που χρειάζεσαι καιρό για να συνέλθεις από το overdose].

 

Από τα αξιοθέατα που βλέπεις απανωτά -επειδή είναι όλα σε μικρή απόσταση με τα πόδια, ξεχωρίζει η Φοντάνα Πρετόρια στην ομώνυμη πλατεία του κέντρου, μία κρήνη που σχεδιάστηκε το 1522 από τον γλύπτη της Τοσκάνης Φραντσέσκο Καμιλιάνι. Αρχικά σχεδιάστηκε για μια φλορεντιανή έπαυλη αλλά όταν είδαν το έργο ολοκληρωμένο αυτοί που το παρήγγειλαν σκανδαλίστηκαν και δεν το πήραν, έτσι, για να μην πάει χαμένη, ο Φραντσέσκο την έστειλε δώρο στο Παλέρμο. Για χρόνια ονομαζόταν και «κρήνη της ντροπής» επειδή έχει πάνω από 20 ολόγυμνα αγάλματα που δείχνουν τους τέσσερις ποταμούς, τρίτωνες και σειρήνες και είναι η μεγαλύτερη κρήνη της Σικελίας.

 

Εκεί κάπου βρίσκεται και το δημαρχείο της πόλης και πολύ κοντά είναι και άλλη μια εκκλησία που τη λένε Santa Maria del’ Ammiraglio, πιο γνωστή ως La Martorama, που έχει πιο πολύ κόσμο από όσο έχουν όλες οι άλλες εκκλησίες της Σικελίας μαζί τον Αύγουστο. Και είναι η μόνη που πληρώνεις για να επισκεφτείς (7 ευρώ).

 

Εκεί κοντά είναι και η Quattro Canti, το σημείο που τέμνονται οι δύο μεγαλύτερες οδοί του Παλέρμο [Via Vittorio Emanule και Via Maquela], μια διασταύρωση που παλιότερα ήταν γνωστή ως το Θέατρο του Ήλιου [επειδή οι κατά τη διάρκεια της ημέρας οι τέσσερις γωνίες φωτίζονται διαδοχικά από τον ήλιο]. Από κάτω τους αράζουν οι αμαξάδες που σε κάνουν βόλτα στην πόλη [με 25 ευρώ] και η μπόχα από το κατούρημα των αλόγων είναι αφόρητη.

 

 

 

Το βράδυ ο δρόμος με τις ταβέρνες της αγοράς [η Via Argentina] είναι αγνώριστη. Όλες οι τρύπες που προσπερνάς το πρωί και νομίζεις ότι είναι αποθήκες έχουν μεταμορφωθεί σε μπαρ και τρατορίες, με τραπέζια και στις δυο πλευρές του δρόμου και τίγκα στον νεαρόκοσμο. Κάτι σαν το δικό μας Ψυρρή. Αφού περιπλανηθήκαμε στα σοκάκια με δεκάδες μαγαζιά που είχαν εμφανίσει από το πουθενά τραπέζια, καταλήξαμε σε ένα μαγαζί που είναι η επιτομή του Slow Food αλλά είναι στην ουσία fast foodάδικο, από τα πιο παλιά της πόλης.

 

Το Antica Focacceria San Francesco, κάτι σαν την γαστρονομική Μέκκα του Παλέρμο, είναι σχεδόν ένα οικοδομικό τετράγωνο, με μια πλατεία δικιά του για αυλή και τραπέζια μέσα έξω [συν ένα πατάρι από όπου βλέπεις την προετοιμασία του πιο χαρακτηριστικού πρόχειρου φαγητού του Παλέρμου, το pani cu la meuza]. Το pani cu la meuza είναι η πιο αγαπημένη λιχουδιά των ντόπιων που ακούγεται χειρότερη απ’ ότι είναι: σάντουιτς από μαλακό ψωμάκι με σπλήνα μοσχαρίσια, λίγο πνευμόνι, χυμό λεμονιού, ρικότα και τυρί Caciocavallo. Το πρωί στην αγορά την πουλάνε πλανόδιοι πωλητές και το βράδυ στου Σαν Φραντσέσκο ο κόσμος περιμένει στην ουρά, παρακολουθώντας την ιεροτελεστία της προετοιμασίας της: Η σπλήνα σωτάρεται μπροστά στα μάτια σου, αλείφεται το ένα τυρί στο ψωμάκι, γεμίζεται με σπλήνα και μετά προστίθεται η ρικότα. Την τρώνε όλοι, νέοι γέροι και παιδιά, ενώ σε πιο hardcore εκδοχή περιέχει και πατσά. Για τους λιπόψυχους υπάρχουν κι ένα σωρό άλλα ντόπια φαγώσιμα: ποικιλία από αραντσίνι, κροκέτες κάθε είδους, τηγανίτες από ρεβίθια, ψωμιά γεμιστά και σαρδέλες ρολό γεμισμένες με ψίχουλα ψωμιού και σταφίδες [οι οποίες επίσης είναι πολύ αγαπημένες των Σικελών]. Νομίζω ότι οι αυτές σαρδέλες ήταν ό,τι χειρότερο δοκίμασα στη Σικελία.

 

Το Antica Focacceria San Francesco το έφτιαξε το 1834 ο σεφ του βασιλιά Antonino Alaimo στο παρεκκλήσι του παλατιού San Francesco που του παραχωρήθηκε για να ετοιμάζει τις σπεσιαλιτέ του. Στο μαγαζί του Antonino μεταξύ κροκέτας και pani cu la meuza ο Γκαριμπάλντι οργάνωσε την πρώτη του απόπειρα να φτιάξει αυτό που θα γινόταν αργότερα η μοντέρνα Ιταλία. Και είναι από τα λίγα μαγαζιά του είδους με αστέρια μισελέν.

 

Η όπερα του Παλέρμο Teatro Massimo Vittorio Emanuele είναι η τρίτη μεγαλύτερη της Ευρώπης μετά του Παρισιού και της Βιέννης και το μεγαλύτερο θέατρο που έχει η Ιταλία. Ήταν και είναι το πιο αγαπημένο θέατρο των μαφιόζων -υπάρχουν θεωρεία που είναι νοικιασμένα για πάντα από συγκεκριμένες οικογένειες, ακόμα κι αν δεν μπορεί κανείς να πάει στις παραστάσεις. Το κεντρικό θεωρείο, πάντως, σίγουρα μπορεί να το νοικιάσει οποιοσδήποτε, αρκεί να έχει τα λεφτά. Με μία προϋπόθεση: Δεν μπορείς να αγοράσεις εισιτήριο μόνο για μία θέση, πρέπει να πληρώσεις και για τις 24. Η κάθε μία στοιχίζει όσο κάνει και το εισιτήριο της πρώτης σειράς στην πλατεία, δηλαδή γύρω στα 120 ευρώ. Αν είσαι μαφιόζος, δεν είναι πολλά.

 

Η όπερα άρχισε να χτίζεται το 1864 από τον Τζοβάνι Μπατίστα Φιλίπο Μπαζίλε και ολοκληρώθηκε το 1897 από τον γιο του και για να βρεθεί ο χώρος για τα 7.700 τετραγωνικά μέτρα του κτιρίου κατεδαφίστηκαν δυο άχρηστες μονές, η αραγωνέζικη συνοικία και τα τείχη της Πόρτα Μακέντα. Την προηγούμενη δεκαετία, μέσα σε οικονομικά σκάνδαλα και διαφθορές κάθε είδους, ανακαινίστηκε πλήρως και σήμερα είναι πάλι σε κατάσταση «αίγλης».

Η βόλτα στην περιοχή της Αλμπεργκερία –μία από τις πιο φτωχές και εγκαταλειμμένες της πόλης- αξίζει όχι τόσο για να δεις τα κτίρια που προτείνουν οι οδηγοί και είναι τυπικού σικελικού μπαρόκ, αλλά για να δεις τους ντόπιους να κάθονται έξω από τα μαγαζιά και τα σπίτια τους ανέμελοι, όπως θυμάσαι να κάθονταν τα καλοκαίρια οι άνθρωποι όταν ήσουν παιδί.

 

 

 

Αν είσαι από το Παλέρμο φαντάζομαι ότι δεν σου κάνει καμία αίσθηση η ντόπια αρχιτεκτονική και τα καμπαναριά, οι τρούλοι και οι στέγες που ξετρελαίνουν τους τουρίστες. Η βόλτα στην περιοχή της Αλμπεργκερία –μία από τις πιο φτωχές και εγκαταλειμμένες της πόλης- αξίζει όχι τόσο για να δεις τα κτίρια που προτείνουν οι οδηγοί και είναι τυπικού σικελικού μπαρόκ, αλλά για να δεις τους ντόπιους να κάθονται έξω από τα μαγαζιά και τα σπίτια τους ανέμελοι, όπως θυμάσαι να κάθονταν τα καλοκαίρια οι άνθρωποι όταν ήσουν παιδί. Η Αλμπεργκερία έχει παγώσει σε μία άλλη εποχή, με παραδοσιακούς τεχνίτες, γλυκά από χαρούπι και την αγορά Μπαλαρό που είναι άλλη μια από τις αγορές της πόλης που λίγο-πολύ μοιάζει με τις υπόλοιπες, κάτι σαν τις δικές μας λαϊκές μαζί με αρκετό από Μοναστηράκι. Αν έχεις πάει στην Βουτσιρία αρκεί, τις έχεις δει όλες.

 

Το Παλέρμο πάνω απ’ όλα έχει εξαιρετικό φαγητό που αξίζει να ψάξεις λίγο για να το βρεις [όχι φυσικά των καλών, ακριβών εστιατορίων, γιατί έχει και μπόλικα από αυτά], αλλά μέσα και γύρω από την αγορά, σε μέρη ημιπαράνομα ή εντελώς παράνομα. Κι όταν τελειώσει το ταξίδι είναι από τα λίγα πράγματα που θυμάσαι και νοσταλγείς και δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι κάθε ταξιδιωτικός ρεπόρτερ που πάει στο Παλέρμο γράφει ολόκληρα κατεβατά για το φαγητό και σχεδόν τίποτα για τα αξιοθέατα.

 

Θυμάμαι ένα θέμα στη New York Times για το φαγητό στις μικρές σικελιάνικες τρατορίες -που είναι μια κατηγορία ταβέρνας από μόνες τους- όπου ο δημοσιογράφος έγραφε για την εξάπλωση των μικρών μαγαζιών σε γκαράζ, αποθήκες και άδεια σπίτια με ερασιτέχνες σεφ, συνήθως τις συζύγους των πωλητών ντόπιων σνακ στην αγορά της Βουτσιρίας. Αυτά τα ημιπαράνομα μέρη που πληρώνουν «προστασία» στη μαφία σερβίρουν τα καλύτερο φαγητό που μπορείς να βρεις στη Σικελία, σε απίστευτα φτηνές τιμές. Πελάτες τους είναι αποκλειστικά οι ντόπιοι, κυρίως οι άνθρωποι της αγοράς και υπάλληλοι σε υπηρεσίες και γραφεία που κάνουν διάλειμμα για να φάνε. Είναι ανοιχτά συνήθως μόνο για μεσημεριανό και σερβίρουν από τις 12:30 μέχρι τις 3 το πολύ. Τα λιλιπούτια αυτά μαγαζιά δεν έχουν τυπωμένους καταλόγους, δεν κάνουνε ποτέ κράτηση [δεν έχουν καν τηλέφωνο] και –εσκεμμένα- δεν διαφημίζονται πουθενά, δεν έχουν ταμπέλα που να γράφει το όνομά τους και, πολλές φορές, δεν μπορείς να βρεις καν την είσοδο του μαγαζιού επειδή δεν υπάρχει κανένα σημάδι. Τα περισσότερα δεν έχουν άδεια, γι’ αυτό και η ατμόσφαιρα είναι εντελώς χαλαρή και χύμα, μπορείς να καπνίσεις και να πιεις όσο θέλεις και είναι πάμφθηνα επειδή δουλεύει σε αυτά ολόκληρη η οικογένεια και δεν πληρώνουν ούτε για ασφαλίσεις, ούτε φόρους, ούτε άδειες για αλκοόλ. Αυτός είναι και ο λόγος που ανοίγουν με πολλή προσοχή και καχυποψία την πόρτα τους σε ξένους.

 

Σε μία τέτοια τρατορία με έξι τραπέζια, την Zia Pina, πήγαμε χωρίς να έχουμε ιδέα για την «πολιτική» του μαγαζιού, δηλαδή να σε «κόβει» η θεία Πίνα και, αν δεν σε γουστάρει, να σου λέει ότι το μαγαζί είναι κλειστό. Το μάθαμε αφού είχαμε καθίσει ήδη στο τραπέζι. Η θεία Πίνα είναι μια ξερακιανή, αυστηρή και αγέλαστη γριά ντυμένη στα άσπρα που έμοιαζε με ινδιάνα καλόγρια και κάθε φορά που έβγαινε για να σερβίρει σου πάγωνε το αίμα. Τα δυο ταλαίπωρα γερόντια που μας σέρβιραν κάθονταν σούζα μπροστά της.

 

 

 

Το φαγητό στη Ζία Πίνα ήταν μια εμπειρία, από αυτές που σου κάνουν το ταξίδι αξέχαστο. Μόλις καθίσεις στο τραπέζι [που σημαίνει ότι όλα είναι Ok] έρχεται ο ένας γεράκος και σε συνοδεύει στον μπουφέ με τα ζεστά και κρύα πιάτα: από μαγειρεμένα θαλασσινά και λαχανικά εποχής με διάφορους τρόπους, μέχρι ποικιλία από κεφτέδες και σαλάτες και διάφορα άλλα που δεν θυμάμαι και σε πιάνει ένα αμόκ γιατί δεν ξέρεις τι να πρωτοδιαλέξεις. Γεμίζεις το πιάτο σου, κάθεσαι, παίρνεις και κρασί και ξεκινάς να τρως, πιστεύοντας ότι αυτό ήταν όλο -και τι ωραία που είναι. Και τότε ξανάρχεται ο γεράκος και σε παίρνει από το χέρι και σε πάει σε έναν πάγκο με ζωντανά θαλασσινά και σου λέει «διάλεξε». Ό,τι του πεις το βάζει σε μια πιατέλα, από μία γαρίδα και ένα κομμάτι από ψάρι, μέχρι χούφτες από γόνο καλαμαριού. Μπορείς να πάρεις και από λίγα απ’ όλα. Διαλέγεις και ξανακάθεσαι και αυτός τα πάει στην Ζία Πίνα να τα μαγειρέψει. Κι ενώ έχεις αδειάσει το πιάτο με τα «ορεκτικά» και έχεις ήδη χορτάσει, έρχεται μία μακαρονάδα [μία το άτομο] με μικρά όστρακα και σκόρδο που σε κάνει να ξεχάσεις όσα ήξερες για άλιο, όλιο και πεπεροντσίνο μαζί. Την τρως και μόλις αδειάσει το πιάτο σου φέρνει τα θαλασσινά άψογα τηγανισμένα και ροδοκόκκινα, αληθινά έργα τέχνης.

 

«Το φαγητό στο Πία Ζίνα μπορεί να μην είναι όμορφο όπως των ακριβών εστιατορίων, τα πιάτα να μην είναι στολισμένα και τα υλικά να είναι χοντροκομμένα και κάπως άτσαλα», έγραφε ο δημοσιογράφος των New York Times στο άρθρο του, «τα λαχανικά να είναι άγρια σαν τις βραχώδεις ακτές που έχει σακατέψει ο άνεμος, τα ψάρια να φτάνουν στο τραπέζι με το κεφάλι και την ουρά και όλα να είναι πασπαλισμένα με χοντρό αλάτι, αλλά αυτό το φαγητό είναι το πιο γνήσιο και το πιο καλομαγειρεμένο που μπορείς να βρεις στη Σικελία».

 

Κι ήταν ακριβώς έτσι. Κι όταν ζητάς «il condo» έρχεται το ηλικιωμένο γκαρσόνι με ένα στυλό και γράφει πάνω στο χάρτινο τραπεζομάντιλο την τιμή [πληρώσαμε 25 ευρώ για δύο άτομα] και σε αποχαιρετάει χαμογελαστό. Την ώρα που φεύγαμε, μας χαμογέλασε και η Ζία Πίνα!

 

ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ