Ρότζερ Ίμπερτ
Ρότζερ Ίμπερτ

 

Η διαφορετική, απενοχοποιημένη αναλυτική προσέγγιση που έφεραν στο σινεμά ο Ρότζερ Ίμπερτ και ο Ρίτσαρντ Κόρλις, δύο σημαντικοί κριτικοί κινηματογράφου (και σταθεροί θαμώνες του Φεστιβάλ Καννών) που έφυγαν πρόσφατα από τη ζωή.

  

Κάτασπρος, στρογγυλός, με αργό περπάτημα, δυνατή φωνή και τα χαρακτηριστικά του χοντρά γυαλιά, ο Ρότζερ Ίμπερτ, πάντα συνοδευόμενος από τη σύντροφο του Τσαζ, ήταν μια από τις πρώτες φιγούρες που θυμάμαι στα γραφεία τύπου και τις αίθουσες του φεστιβάλ Καννών. Βέβαια, γνώριζα ποιός ήταν, καθώς, ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 90 που πρωτοπήγα στις Κάννες, ήταν ο γνωστότερος κριτικός κινηματογράφου στον κόσμο, όχι τόσο από τα γραπτά του, όσο από τις εμφανίσεις του στη διάσημη κινηματογραφική εκπομπή, όπου μαζί με τον θεωρητικό αντίπαλο του, επίσης θεωρητικό του σινεμά, Τζιν Σίσκελ, ανέβαζαν και κατέβαζαν τους αντίχειρες τους, μετά τις εκατέρωθεν θετικές ή αρνητικές γνωματεύσεις τους γύρω από τις ταινίες της εβδομάδας. Μιά τηλεοπτική υποσημείωση που μεταδιδόταν από το PBS στην αρχή, το Siskel and Ebert at the Movies γιγαντώθηκε προς έκπληξη και των δύο, για να γίνει ένα πολύχρονο show με παναμερικανική κάλυψη από το ABC και τις θυγατρικές, με τεράστια δύναμη στην ακμή του, αντίστοιχη με τη θρυλική επιρροή που έχει ο εκάστοτε κριτικός θεάτρου στους New York Times, που πολλές φορές κλείνει ένα έργο, αν δεν του αρέσει- θυμηθείτε την πρεμούρα του Birdman και το βρισίδι που έριξε στην κριτικό της εφημερίδας, λίγο πριν την πρεμιέρα του φιλόδοξου εγχειρήματός του, στην ταινία του Ινιάριτου.

 

Ρότζερ Ίμπερτ
Ρότζερ Ίμπερτ

 

Αν και δεύτερος στη μαρκίζα, ο Ίμπερτ, ίσως και λόγω της ιδιαίτερης εμφάνισης του, έγινε το πρώτο όνομα από τους δύο, και πρώτο όνομα στον χώρο. Δεν ήταν τηλεοπτικό πυροτέχνημα: αντιθέτως, είχε ξεκινήσει από τις εφημερίδες, και πήρε βραβείο Πούλιτζερ το 1975- ο πρώτος ever στο πεδίο του σινεμά. Στο ντοκιμαντέρ Life Itself, που για κάποιο περίεργο λόγο, δεν χώρεσε στην πεντάδα των φετινών Όσκαρ, αν και προκρίθηκε στο shortlist, καταγράφονται τα πρώτα του βήματα, οι παθιασμένες του θέσεις, η τρέλα του με το σινεμά, η μεταστροφή του από έναν πιό χύμα άνθρωπο σε εντελώς προσηλωμένο κριτικό, με τη βοήθεια της μίας και μοναδικής του αγάπης (της Τσαζ) και η σταδιακή, δίκαια κερδισμένη προβίβαση του από έναν διάσημο κριτικό σε μια λαοφιλή φωνή υπέρ του καλού σινεμά, πάντα με το φίλτρο του ορεξάτου γούστου του. Φυσικά, οι αντιρρήσεις για την εγκυρότητα και το κύρος του ήταν πολλές, κυρίως γιατί ο Ίμπερτ δεν στένευε τα όρια της ποιότητας ανάλογα με τα είδη. Ως λάτρης του κινηματογράφου, πρώτα και κύρια, αγκάλιαζε λαϊκότερες ταινίες και δεν δίσταζε να βαθμολογήσει απλόχερα και γενναιόδωρα κωμωδίες, περιπέτειες και ρομάντσα που οι σνομπ συνάδελφοι του στηλίτευαν με άνεση, την ίδια στιγμή που δεν έλεγε όχι στα καλλιτεχνικά φιλμ, αμερικανικά και μη, τα οποία ο κύκλος του επαινούσε. Κι ενώ τα στρατόπεδα της κριτικής στα 60ς και τα 70ς χωρίζονταν στους οπαδούς του Άντριου Σάρις και τους πιστούς της Πολίν Κέϊελ, ο Ίμπερτ δεν είχε κανένα πρόβλημα να πλησιάζει τον κόσμο με εργατικότητα και ελευθερία, ξεπερνώντας το πρόβλημα της φόρμας, της δικής του και των ταινιών που έκρινε.

 

Πολυγραφότατος και εξαιρετικά λάλος, συνειδητά λαϊκός και γνήσιο παιδί του Ιλινόΐ, ο Ίμπερτ έλεγε πως δεν ξέρει πώς ακριβώς βρέθηκε στην ταινία της ζωής του, αλλά η ταινία ήταν η ζωή του η ίδια- life itself.

 

Η δύναμη που διέθετε ήταν αποδεδειγμένη. Όταν Οι Δρόμοι της Φωτιάς κινδύνευαν να περάσουν στο ντούκου, εκείνος οργάνωσε μια έκτακτη συνέντευξη τύπου με τον ίδιο στο ρόλο του εισηγητή και συντονιστή, για να βοηθήσει την ταινία, και ουσιαστικά να την κάνει να ξεχωρίσει, μόνο και μόνο επειδή του άρεσε πολύ. Η συνεχής υπενθύμιση έδωσε πνοή στην ταινία του Χιού Χάτσον και την οδήγησε στα Όσκαρ, όπου και θριάμβευσε, κόντρα στα προγνωστικά που τότε έφερναν φαβορί τους Κόκκινους του Γουόρεν Μπίτι. Το μεγαλύτερο του επίτευγμα ήρθε όταν υποστήριξε με νύχια και με δόντια το ντοκιμαντέρ Hoop Dreams, βοηθώντας στη διανομή του στις αίθουσες.

 

Ο Ίμπερτ, σίγουρος πως η ταινία θα αποσπάσει το Όσκαρ ντοκιμαντέρ, πίεζε όσο μπορούσε από τη στήλη του στην εφημερίδα για να γίνει επιτέλους η υπέρβαση και να μπει ένα ντοκιμαντέρ στην πεντάδα των καλύτερων ταινιών της χρονιάς, από την Ακαδημία. Προς μεγάλο του σοκ, το Hoop Dreams απουσίαζε και από τα ντοκιμαντέρ και ο Ίμπερτ σχεδόν ζήτησε τα ρέστα, απαιτώντας αλλαγές. Από τότε κι έπειτα, οι επιτροπές που ψήφιζαν για τα οσκαρικά ντοκιμαντέρ αναθεώρησαν τους κανονισμούς και η κατηγορία αναβαθμίστηκε, σε ένα είδος που άρχισε να αναπτύσσεται ραγδαία. Η χειρότερη στιγμή του στις Κάννες ήρθε όταν μετά από την ασυνήθιστα σκληρή κριτική του για το Brown Bunny του Βίνσεντ Γκάλο, ο απρόβλεπτος ηθοποιός και σκηνοθέτης αντέδρασε απερίγραπτα και δημοσίως ευχήθηκε στον Ίμπερτ να βγάλει τον καρκίνο. Ο κριτικός των Chicago Sun Times (από το 1967 μέχρι τον θάνατο του, το 2013) όντως αρρώστησε, αλλά δεν τα παράτησε ποτέ, ακόμη κι αν οι πολλαπλές επεμβάσεις για να ιαθεί, του στέρησαν την ομιλία και τον παραμόρφωσαν.

 

Ρίτσαρντ Κόρλις
Ρίτσαρντ Κόρλις

 

Στο ντοκιμαντέρ, το οποίο σκηνοθέτησε ο δημιουργός του Hoop Dreams, Στιβ Τζέϊμς και υπέγραψε ο Μάρτιν Σκορσέζε και ο Στίβεν Ζαϊλιαν, βλέπουμε τον Ίμπερτ να επικοινωνεί με ένα ειδικό μηχάνημα τεχνητής ομιλίας, να περνάει δύσκολες μέρες χωρίς να χάνει το χιούμορ του, να συμμετέχει σε εκδηλώσεις και πάνελ, όπως μπορούσε, και φυσικά, να ζει γύρω από τις ταινίες, που εξακολουθούσε να παρακολουθεί και να κριτικάρει, τροφοδοτώντας το πανίσχυρο site και την επερχόμενη υστεροφημία του. Το Life Itself είναι το πορτρέτο ενός ετοιμοθάνατου, αλλά από την σκοπιά του αισιόδοξου επικήδειου, καθώς ο πρωταγωνιστής παρέμεινε ένας φλογερός σινεφίλ, πάντοτε ευγνώμων που είχε την τύχη να ανακαλύψει το ανεξάτλητο δώρο του σινεμά και να το γευτεί με αδίψαστο ρυθμό.

 

Πολυγραφότατος και εξαιρετικά λάλος, συνειδητά λαϊκός και γνήσιο παιδί του Ιλινόΐ, ο Ίμπερτ έλεγε πως δεν ξέρει πώς ακριβώς βρέθηκε στην ταινία της ζωής του, αλλά η ταινία ήταν η ζωή του η ίδια- life itself. Απενεχοποίησε ένα επάγγελμα με πολλά βαρίδια σοβαροφάνειας, σε μια χώρα που δέχεται πιό εύπιστα από άλλες (σαν την Ελλάδα, για παράδειγμα) την άποψη από μια αυθεντία. Γνώμη μου είναι πως έγινε τόσο ευρέως αποδεκτός γιατί, χωρίς ποτέ να ευτελίσει τη γλώσσα και το γλωσσάρι του σινεμά, το απλοποίησε για να καταναλωθεί ευκολότερα. Χαιρόταν και δεν το έκρυβε. Ειδικά όταν βρισκόταν  στις Κάννες, τις δύο εβδομάδες στον ήλιο του καταμεσήμερου, όπως ονόμασε το βιβλίο με το δικό του σκίτσο  στο εξώφυλλο, το Two Weeks in the Midday Sun.

 

***

 

Δεν έτυχε ποτέ να τον γνωρίσω προσωπικά, αλλά είχα τη χαρά να συναντήσω, μέσω της κοινής μας φίλης Λίσα Σουόρτσμπαουμ, να συμφάγω αρκετές φορές και κυρίως να ανταλλάξω πολλές και γόνιμες απόψεις και πληροφορίες με έναν άλλο μεγάλο της αμερικανικής κριτικής κινηματογράφου, τον Ρίτσαρντ Κόρλις, ο οποίος έφυγε από τη ζωή πριν από μερικές ημέρες, στα 74 του χρόνια.

 

O Ρίτσαρντ Κόρλις με τον Φρανκ Μάρσαλ
O Ρίτσαρντ Κόρλις με τον Φρανκ Μάρσαλ

 

Ο Κόρλις έλαμψε από τα άρθρα και τις πολυάριθμες κριτικές του επί δεκαετίες στο περιοδικό Time, και με τον τρόπο του κι αυτός, επηρέασε μια μεγάλη μερίδα αναγνωστών. Στα ντουζένια του, το Time τον έστελνε χωρίς να υπολογίσει τα έξοδα στην Κίνα, όταν ο Κόρλις είχε στο νου του μια συνέντευξη με σκηνοθέτες, στην περίοδο που το ασιατικό σινεμά ξεκινούσε την επέλαση του στα διεθνή φεστιβάλ. Ο αμερικανός κριτικός επισήμανε την ομότιμη προς τον σκηνοθέτη, συμβολή του σεναριογράφου σε μια ταινία, και ήρθε σε ρήξη με το στιλ και το περιεχόμενο του Ίμπερτ, θεωρώντας πως η τηλεοπτική αρένα των υψωμένων ή κατεβασμένων αντιχείρων μείωνε την σημασία της κριτικής- αργότερα ημιαναθεώρησε και, ούτως ή άλλως, ποτέ δεν είχε προσωπικό πρόβλημα με τον συνάδελφο του.

 

Χαριτολογώντας, μου έλεγε πως δεν είναι σίγουρος πως τα τελευταία Όσκαρ σκηνοθεσίας, στον Αλφόνσο Κουαρόν και τον Άνγκ Λι, αφορούσαν τον χειρισμό των εφέ ή την ίδια την δημιουργική τους εργασία, όπως την εννούσαμε παλιότερα.

 

Το αγαπημένο φεστιβάλ του Κόρλις και της συζύγου του Μέρι ήταν εκείνο της Βενετίας και δεν έχανε την ευκαιρία να έρχεται στη Μόστρα κάθε χρόνο, συνήθως αποδεχόμενος την πρόσκληση για συμμετοχή σε πάνελ. Πέρυσι μίλησε για τα νέα μέσα και την πρόκληση που αντιμετωπίζουν νέοι σκηνοθέτες στην ψηφιακή εποχή. Φάγαμε στο Andri, στο Λίντο, και θυμάμαι πως, χαριτολογώντας, μου έλεγε πως δεν είναι σίγουρος πως τα τελευταία Όσκαρ σκηνοθεσίας, στον Αλφόνσο Κουαρόν και τον Άνγκ Λι, αφορούσαν τον χειρισμό των εφέ ή την ίδια την δημιουργική τους εργασία, όπως την εννούσαμε παλιότερα. Ήθελε πολύ να λάβει μέρος στην επιτροπή του φεστιβάλ του περιοδικού Σινεμά, τις Νύχτες Πρεμιέρας, αλλά δεν πρόλαβε.

 

 

Παραφράζοντας τον Μπίλι Γουάϊλντερ που στην κηδεία του Έρνστ Λιούμπιτς, είχε απαντήσει στην παρατήρηση του Γουίλιαμ Γουάϊλερ "No More Lubitch", με το αμίμητο "Even worse, no more Lubitch films!", το αντίστοιχο "No more Corliss reviews". Θα μου λείψει το γρήγορο, γεμάτο ιδέες, αναλυτικό και εύστοχο μυαλό του, που δεν έκοψε ταχύτητα με τα χρόνια. Όπως και στην περίπτωση του Ίμπερτ, ο Κόρλις εκπροσωπούσε μια σχολή εξελιγμένη και απαγκιστρωμένη από τις αντικρουόμενες θεωρίες, έχοντας αφομοιώσει αμφότερες τις αγγλοσαξωνικές και τις γαλλκές προσεγγίσεις. Περισσότερο από το σινεμά του δημιουργού, αγαπούσαν τις καλές ταινίες των δημιουργών, υποστήριζαν τις προτιμήσεις και τις ανθρώπινες εμμονές τους, πάντα ψάχνοντας στις χαραμάδες για κάτι καινούριο και φρέσκο, που να μην πάσχει από το νεποτισμό των Αγιών Πατέρων του σινεμά. Κι αυτό ήταν, και εξακολουθεί να είναι, μια μεγάλη ανάσα για έναν νέο κριτικό που λογικό είναι να μπερδεύεται, όχι μόνο με την πληθώρα των ταινιών που καλείται να δει και να αξιολογήσει, αλλά και με το στίγμα που φιλοδοξεί να αφήσει στον μικρόκοσμο των γραφιάδων.