Οι απόντες των Καννών

Οι απόντες των Καννών Facebook Twitter
1

Η διαφορετική, απενοχοποιημένη αναλυτική προσέγγιση που έφεραν στο σινεμά ο Ρότζερ Ίμπερτ και ο Ρίτσαρντ Κόρλις, δύο σημαντικοί κριτικοί κινηματογράφου (και σταθεροί θαμώνες του Φεστιβάλ Καννών) που έφυγαν πρόσφατα από τη ζωή.

  

Κάτασπρος, στρογγυλός, με αργό περπάτημα, δυνατή φωνή και τα χαρακτηριστικά του χοντρά γυαλιά, ο Ρότζερ Ίμπερτ, πάντα συνοδευόμενος από τη σύντροφο του Τσαζ, ήταν μια από τις πρώτες φιγούρες που θυμάμαι στα γραφεία τύπου και τις αίθουσες του φεστιβάλ Καννών. Βέβαια, γνώριζα ποιός ήταν, καθώς, ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 90 που πρωτοπήγα στις Κάννες, ήταν ο γνωστότερος κριτικός κινηματογράφου στον κόσμο, όχι τόσο από τα γραπτά του, όσο από τις εμφανίσεις του στη διάσημη κινηματογραφική εκπομπή, όπου μαζί με τον θεωρητικό αντίπαλο του, επίσης θεωρητικό του σινεμά, Τζιν Σίσκελ, ανέβαζαν και κατέβαζαν τους αντίχειρες τους, μετά τις εκατέρωθεν θετικές ή αρνητικές γνωματεύσεις τους γύρω από τις ταινίες της εβδομάδας. Μιά τηλεοπτική υποσημείωση που μεταδιδόταν από το PBS στην αρχή, το Siskel and Ebert at the Movies γιγαντώθηκε προς έκπληξη και των δύο, για να γίνει ένα πολύχρονο show με παναμερικανική κάλυψη από το ABC και τις θυγατρικές, με τεράστια δύναμη στην ακμή του, αντίστοιχη με τη θρυλική επιρροή που έχει ο εκάστοτε κριτικός θεάτρου στους New York Times, που πολλές φορές κλείνει ένα έργο, αν δεν του αρέσει- θυμηθείτε την πρεμούρα του Birdman και το βρισίδι που έριξε στην κριτικό της εφημερίδας, λίγο πριν την πρεμιέρα του φιλόδοξου εγχειρήματός του, στην ταινία του Ινιάριτου.

Οι απόντες των Καννών Facebook Twitter
Ρότζερ Ίμπερτ

Αν και δεύτερος στη μαρκίζα, ο Ίμπερτ, ίσως και λόγω της ιδιαίτερης εμφάνισης του, έγινε το πρώτο όνομα από τους δύο, και πρώτο όνομα στον χώρο. Δεν ήταν τηλεοπτικό πυροτέχνημα: αντιθέτως, είχε ξεκινήσει από τις εφημερίδες, και πήρε βραβείο Πούλιτζερ το 1975- ο πρώτος ever στο πεδίο του σινεμά. Στο ντοκιμαντέρ Life Itself, που για κάποιο περίεργο λόγο, δεν χώρεσε στην πεντάδα των φετινών Όσκαρ, αν και προκρίθηκε στο shortlist, καταγράφονται τα πρώτα του βήματα, οι παθιασμένες του θέσεις, η τρέλα του με το σινεμά, η μεταστροφή του από έναν πιό χύμα άνθρωπο σε εντελώς προσηλωμένο κριτικό, με τη βοήθεια της μίας και μοναδικής του αγάπης (της Τσαζ) και η σταδιακή, δίκαια κερδισμένη προβίβαση του από έναν διάσημο κριτικό σε μια λαοφιλή φωνή υπέρ του καλού σινεμά, πάντα με το φίλτρο του ορεξάτου γούστου του. Φυσικά, οι αντιρρήσεις για την εγκυρότητα και το κύρος του ήταν πολλές, κυρίως γιατί ο Ίμπερτ δεν στένευε τα όρια της ποιότητας ανάλογα με τα είδη. Ως λάτρης του κινηματογράφου, πρώτα και κύρια, αγκάλιαζε λαϊκότερες ταινίες και δεν δίσταζε να βαθμολογήσει απλόχερα και γενναιόδωρα κωμωδίες, περιπέτειες και ρομάντσα που οι σνομπ συνάδελφοι του στηλίτευαν με άνεση, την ίδια στιγμή που δεν έλεγε όχι στα καλλιτεχνικά φιλμ, αμερικανικά και μη, τα οποία ο κύκλος του επαινούσε. Κι ενώ τα στρατόπεδα της κριτικής στα 60ς και τα 70ς χωρίζονταν στους οπαδούς του Άντριου Σάρις και τους πιστούς της Πολίν Κέϊελ, ο Ίμπερτ δεν είχε κανένα πρόβλημα να πλησιάζει τον κόσμο με εργατικότητα και ελευθερία, ξεπερνώντας το πρόβλημα της φόρμας, της δικής του και των ταινιών που έκρινε.

Πολυγραφότατος και εξαιρετικά λάλος, συνειδητά λαϊκός και γνήσιο παιδί του Ιλινόΐ, ο Ίμπερτ έλεγε πως δεν ξέρει πώς ακριβώς βρέθηκε στην ταινία της ζωής του, αλλά η ταινία ήταν η ζωή του η ίδια- life itself.

Η δύναμη που διέθετε ήταν αποδεδειγμένη. Όταν Οι Δρόμοι της Φωτιάς κινδύνευαν να περάσουν στο ντούκου, εκείνος οργάνωσε μια έκτακτη συνέντευξη τύπου με τον ίδιο στο ρόλο του εισηγητή και συντονιστή, για να βοηθήσει την ταινία, και ουσιαστικά να την κάνει να ξεχωρίσει, μόνο και μόνο επειδή του άρεσε πολύ. Η συνεχής υπενθύμιση έδωσε πνοή στην ταινία του Χιού Χάτσον και την οδήγησε στα Όσκαρ, όπου και θριάμβευσε, κόντρα στα προγνωστικά που τότε έφερναν φαβορί τους Κόκκινους του Γουόρεν Μπίτι. Το μεγαλύτερο του επίτευγμα ήρθε όταν υποστήριξε με νύχια και με δόντια το ντοκιμαντέρ Hoop Dreams, βοηθώντας στη διανομή του στις αίθουσες.

Ο Ίμπερτ, σίγουρος πως η ταινία θα αποσπάσει το Όσκαρ ντοκιμαντέρ, πίεζε όσο μπορούσε από τη στήλη του στην εφημερίδα για να γίνει επιτέλους η υπέρβαση και να μπει ένα ντοκιμαντέρ στην πεντάδα των καλύτερων ταινιών της χρονιάς, από την Ακαδημία. Προς μεγάλο του σοκ, το Hoop Dreams απουσίαζε και από τα ντοκιμαντέρ και ο Ίμπερτ σχεδόν ζήτησε τα ρέστα, απαιτώντας αλλαγές. Από τότε κι έπειτα, οι επιτροπές που ψήφιζαν για τα οσκαρικά ντοκιμαντέρ αναθεώρησαν τους κανονισμούς και η κατηγορία αναβαθμίστηκε, σε ένα είδος που άρχισε να αναπτύσσεται ραγδαία. Η χειρότερη στιγμή του στις Κάννες ήρθε όταν μετά από την ασυνήθιστα σκληρή κριτική του για το Brown Bunny του Βίνσεντ Γκάλο, ο απρόβλεπτος ηθοποιός και σκηνοθέτης αντέδρασε απερίγραπτα και δημοσίως ευχήθηκε στον Ίμπερτ να βγάλει τον καρκίνο. Ο κριτικός των Chicago Sun Times (από το 1967 μέχρι τον θάνατο του, το 2013) όντως αρρώστησε, αλλά δεν τα παράτησε ποτέ, ακόμη κι αν οι πολλαπλές επεμβάσεις για να ιαθεί, του στέρησαν την ομιλία και τον παραμόρφωσαν.

Οι απόντες των Καννών Facebook Twitter
Ρότζερ Ίμπερτ

Στο ντοκιμαντέρ, το οποίο σκηνοθέτησε ο δημιουργός του Hoop Dreams, Στιβ Τζέϊμς και υπέγραψε ο Μάρτιν Σκορσέζε και ο Στίβεν Ζαϊλιαν, βλέπουμε τον Ίμπερτ να επικοινωνεί με ένα ειδικό μηχάνημα τεχνητής ομιλίας, να περνάει δύσκολες μέρες χωρίς να χάνει το χιούμορ του, να συμμετέχει σε εκδηλώσεις και πάνελ, όπως μπορούσε, και φυσικά, να ζει γύρω από τις ταινίες, που εξακολουθούσε να παρακολουθεί και να κριτικάρει, τροφοδοτώντας το πανίσχυρο site και την επερχόμενη υστεροφημία του. Το Life Itself είναι το πορτρέτο ενός ετοιμοθάνατου, αλλά από την σκοπιά του αισιόδοξου επικήδειου, καθώς ο πρωταγωνιστής παρέμεινε ένας φλογερός σινεφίλ, πάντοτε ευγνώμων που είχε την τύχη να ανακαλύψει το ανεξάτλητο δώρο του σινεμά και να το γευτεί με αδίψαστο ρυθμό.

Πολυγραφότατος και εξαιρετικά λάλος, συνειδητά λαϊκός και γνήσιο παιδί του Ιλινόΐ, ο Ίμπερτ έλεγε πως δεν ξέρει πώς ακριβώς βρέθηκε στην ταινία της ζωής του, αλλά η ταινία ήταν η ζωή του η ίδια- life itself. Απενεχοποίησε ένα επάγγελμα με πολλά βαρίδια σοβαροφάνειας, σε μια χώρα που δέχεται πιό εύπιστα από άλλες (σαν την Ελλάδα, για παράδειγμα) την άποψη από μια αυθεντία. Γνώμη μου είναι πως έγινε τόσο ευρέως αποδεκτός γιατί, χωρίς ποτέ να ευτελίσει τη γλώσσα και το γλωσσάρι του σινεμά, το απλοποίησε για να καταναλωθεί ευκολότερα. Χαιρόταν και δεν το έκρυβε. Ειδικά όταν βρισκόταν  στις Κάννες, τις δύο εβδομάδες στον ήλιο του καταμεσήμερου, όπως ονόμασε το βιβλίο με το δικό του σκίτσο  στο εξώφυλλο, το Two Weeks in the Midday Sun.

***

Δεν έτυχε ποτέ να τον γνωρίσω προσωπικά, αλλά είχα τη χαρά να συναντήσω, μέσω της κοινής μας φίλης Λίσα Σουόρτσμπαουμ, να συμφάγω αρκετές φορές και κυρίως να ανταλλάξω πολλές και γόνιμες απόψεις και πληροφορίες με έναν άλλο μεγάλο της αμερικανικής κριτικής κινηματογράφου, τον Ρίτσαρντ Κόρλις, ο οποίος έφυγε από τη ζωή πριν από μερικές ημέρες, στα 74 του χρόνια.

Οι απόντες των Καννών Facebook Twitter
Ρίτσαρντ Κόρλις

Ο Κόρλις έλαμψε από τα άρθρα και τις πολυάριθμες κριτικές του επί δεκαετίες στο περιοδικό Time, και με τον τρόπο του κι αυτός, επηρέασε μια μεγάλη μερίδα αναγνωστών. Στα ντουζένια του, το Time τον έστελνε χωρίς να υπολογίσει τα έξοδα στην Κίνα, όταν ο Κόρλις είχε στο νου του μια συνέντευξη με σκηνοθέτες, στην περίοδο που το ασιατικό σινεμά ξεκινούσε την επέλαση του στα διεθνή φεστιβάλ. Ο αμερικανός κριτικός επισήμανε την ομότιμη προς τον σκηνοθέτη, συμβολή του σεναριογράφου σε μια ταινία, και ήρθε σε ρήξη με το στιλ και το περιεχόμενο του Ίμπερτ, θεωρώντας πως η τηλεοπτική αρένα των υψωμένων ή κατεβασμένων αντιχείρων μείωνε την σημασία της κριτικής- αργότερα ημιαναθεώρησε και, ούτως ή άλλως, ποτέ δεν είχε προσωπικό πρόβλημα με τον συνάδελφο του.

Χαριτολογώντας, μου έλεγε πως δεν είναι σίγουρος πως τα τελευταία Όσκαρ σκηνοθεσίας, στον Αλφόνσο Κουαρόν και τον Άνγκ Λι, αφορούσαν τον χειρισμό των εφέ ή την ίδια την δημιουργική τους εργασία, όπως την εννούσαμε παλιότερα.

Το αγαπημένο φεστιβάλ του Κόρλις και της συζύγου του Μέρι ήταν εκείνο της Βενετίας και δεν έχανε την ευκαιρία να έρχεται στη Μόστρα κάθε χρόνο, συνήθως αποδεχόμενος την πρόσκληση για συμμετοχή σε πάνελ. Πέρυσι μίλησε για τα νέα μέσα και την πρόκληση που αντιμετωπίζουν νέοι σκηνοθέτες στην ψηφιακή εποχή. Φάγαμε στο Andri, στο Λίντο, και θυμάμαι πως, χαριτολογώντας, μου έλεγε πως δεν είναι σίγουρος πως τα τελευταία Όσκαρ σκηνοθεσίας, στον Αλφόνσο Κουαρόν και τον Άνγκ Λι, αφορούσαν τον χειρισμό των εφέ ή την ίδια την δημιουργική τους εργασία, όπως την εννούσαμε παλιότερα. Ήθελε πολύ να λάβει μέρος στην επιτροπή του φεστιβάλ του περιοδικού Σινεμά, τις Νύχτες Πρεμιέρας, αλλά δεν πρόλαβε.

Οι απόντες των Καννών Facebook Twitter
O Ρίτσαρντ Κόρλις με τον Φρανκ Μάρσαλ

Παραφράζοντας τον Μπίλι Γουάϊλντερ που στην κηδεία του Έρνστ Λιούμπιτς, είχε απαντήσει στην παρατήρηση του Γουίλιαμ Γουάϊλερ "No More Lubitch", με το αμίμητο "Even worse, no more Lubitch films!", το αντίστοιχο "No more Corliss reviews". Θα μου λείψει το γρήγορο, γεμάτο ιδέες, αναλυτικό και εύστοχο μυαλό του, που δεν έκοψε ταχύτητα με τα χρόνια. Όπως και στην περίπτωση του Ίμπερτ, ο Κόρλις εκπροσωπούσε μια σχολή εξελιγμένη και απαγκιστρωμένη από τις αντικρουόμενες θεωρίες, έχοντας αφομοιώσει αμφότερες τις αγγλοσαξωνικές και τις γαλλκές προσεγγίσεις. Περισσότερο από το σινεμά του δημιουργού, αγαπούσαν τις καλές ταινίες των δημιουργών, υποστήριζαν τις προτιμήσεις και τις ανθρώπινες εμμονές τους, πάντα ψάχνοντας στις χαραμάδες για κάτι καινούριο και φρέσκο, που να μην πάσχει από το νεποτισμό των Αγιών Πατέρων του σινεμά. Κι αυτό ήταν, και εξακολουθεί να είναι, μια μεγάλη ανάσα για έναν νέο κριτικό που λογικό είναι να μπερδεύεται, όχι μόνο με την πληθώρα των ταινιών που καλείται να δει και να αξιολογήσει, αλλά και με το στίγμα που φιλοδοξεί να αφήσει στον μικρόκοσμο των γραφιάδων. 

1

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Αλέξης Αλεξίου: «Η ελληνική κοινωνία συνεχίζει να είναι βαθιά συντηρητική και σεξιστική»

Οθόνες / Αλέξης Αλεξίου: «Η ελληνική κοινωνία συνεχίζει να είναι βαθιά σεξιστική»

Η νέα νεο-νουάρ ταινία του σκηνοθέτη, η «Θάλασσα από γυαλί», αποκαλύπτει τη βία που κρύβεται πίσω από τις κλειστές πόρτες στα ειδυλλιακά τοπία της ελληνικής υπαίθρου. Μια βία που διαπερνά πολλές οικογένειες και πολλές γενιές.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ
ΕΠΕΞ 59' με τον Θανάση Νεοφώτιστo/ Θανάσης Νεοφώτιστος: «Δεν απέσυρα την ταινία για να διαπραγματευτώ»

Οθόνες / Θανάσης Νεοφώτιστος: «Το Φεστιβάλ αρνήθηκε να τιμήσει μια ταινία που ξεχώρισε διεθνώς»

Μετά την πρεμιέρα της στο Λονδίνο και λίγο πριν από τη συμμετοχή της σε δύο ακόμη διεθνή φεστιβάλ, ο σκηνοθέτης εξηγεί στη LiFO γιατί απέσυρε από το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης την ταινία του «Το αγόρι με τα γαλάζια μάτια», που χρειάστηκε δέκα χρόνια για να ολοκληρώσει.
M. HULOT
Γιατί ο Κιούμπρικ, τώρα;

Οθόνες / Γιατί ο Κιούμπρικ, τώρα;

Με αφορμή το αφιέρωμα στον σπουδαίο σκηνοθέτη στο σινεμά Αθήναιον, ο Θοδωρής Κουτσογιαννόπουλος (ο οποίος θα προλογίσει την ταινία Barry Lyndon) καταγράφει τους λόγους που ο Κιούμπρικ παραμένει μέχρι τις μέρες μας πιο επίκαιρος παρά ποτέ.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
CHECK Ο Γιουβάλ Άμπραχαμ και η Ρέιτσελ Σορ μιλούν για τις «παράπλευρες απώλειες»

Οθόνες / Οι σκηνοθέτες του «NΑΖΑ» μιλούν στη LiFO: «Κανένα έγκλημα δεν μπορεί να δικαιολογήσει ένα άλλο»

Οι σκηνοθέτες του πολυσυζητημένου ντοκιμαντέρ «NΑΖΑ», Γιουβάλ Αμπραχάμ και Ρέιτσελ Σορ, μιλούν στη LiFO για την ταινία-σοκ που εξόργισε τον Νετανιάχου και τους έκανε ανεπιθύμητους στην ίδια τους τη χώρα.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
«Aπό την άκρη της πόλης»: Είδαμε ξανά την εμβληματική ταινία

Οθόνες / «Aπό την άκρη της πόλης»: Μια ταινία που ανακάλυψαν ξανά οι 30άρηδες

Βρεθήκαμε στην ειδική προβολή της εμβληματικής ταινίας του Κωνσταντίνου Γιάνναρη του 1998, που σύστησε ένα νέο queer σινεμά και έδειξε μια Αθήνα που δεν υπάρχει πια. Σήμερα, τη βλέπει με έκπληξη μια γενιά που μόλις είχε γεννηθεί τότε.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ
«Οι Βοσκοί»: Μια σπάνια στιγμή για το ελληνικό σινεμά / «Οι Βοσκοί»: Το αριστούργημα του Νίκου Παπατάκη που για χρόνια αγνοούσαμε / «Οι Βοσκοί»: Η ταινία που έφτυσε στα μούτρα τα ιερά και τα όσια

Οθόνες / «Οι Βοσκοί»: Το αριστούργημα που αγνοούσαμε για χρόνια

Η ανατρεπτική ταινία του Νίκου Παπατάκη σε τρεις προβολές σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη: Ένας σπουδαίος Έλληνας σκηνοθέτης, μια πλειάδα λαμπρών ηθοποιών και μια ταινία που ξεγύμνωσε την ελληνική κοινωνία και, περισσότερο από μισό αιώνα μετά, παραμένει επίκαιρη.
ΕΙΡΗΝΗ ΓΙΑΝΝΑΚΗ
Βενσάν Κασέλ: «Όταν δεν επιθυμείς, βαριέσαι, ή πεθαίνεις»

Οθόνες / Βενσάν Κασέλ: «Όταν δεν επιθυμείς, βαριέσαι ή πεθαίνεις»

Ο Γάλλος ηθοποιός και πρωταγωνιστής της «Θυσίας» βρέθηκε στην Αθήνα για την πρεμιέρα της νέας ταινίας του Ρομέν Γαβρά, που γυρίστηκε στα λατομεία του Βώλακα στη Δράμα. Μιλά στη LiFO για τον ρόλο του, τη συνεργασία με τον Ελληνογάλλο σκηνοθέτη και τον τρόπο με τον οποίο βλέπει τη ζωή και την τέχνη του.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
Φλόγα ή «φλόμπα» το «Digger»;

Ένα podcast του Θοδωρή Κουτσoγιαννόπουλου / Φλόγα ή «φλόμπα» το «Digger»;

Με αφορμή το «Digger» που διχάζει κοινό και κριτικούς, ο Θοδωρής Κουτσογιαννόπουλος συζητά με τον κριτικό και σκηνοθέτη Γιάννη Δαββέτα για τις αντιδράσεις που προκάλεσε η ταινία, όσα λέει το καταγγελτικό σινεμά για την εποχή μας και το πόσο μοιάζουν τελικά ο Κρουζ με τον Ινιάριτου (Περιέχει spoilers).
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
«Ανατολικά της Εδέμ» στο Netflix: Άσε το κακό να μπει

Daily / «Ανατολικά της Εδέμ» στο Netflix: Άσε το κακό να μπει

Εβδομήντα χρόνια μετά την ταινία του Καζάν, η εγγονή του παρουσιάζει τη δική της εκδοχή στο βιβλικό μελόδραμα του Τζον Στάινμπεκ, τοποθετώντας την «τερατώδη» ηρωίδα του στην καρδιά της αφήγησης.
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΟΛΙΤΑΚΗΣ

σχόλια

1 σχόλια
Διαφωνώ με τον κύριο Κόρλις:οι Κουαρόν και Λη τα άξιζαν τα όσκαρ τους και θα εξηγήσω τον λόγο.Καθήκον του σκηνοθέτη είναι να εικονοποιεί με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τις ιδέες του σεναρίου. Η μεταφορά του γραπτού λόγου σε εικόνα δεν είναι εύκολο πράγμα,πρέπει ο δημιουργός να χρησιμοποιήσει τα εκφραστικά μέσα που έχει στην διάθεση του,ώστε να αποτυπώσει μία σκέψη,ένα νόημα,χωρίς να την βάλει στο στόμα των ηθοποιών.Στην περίπτωση του gravity,όταν η Bullock εισέρχεται στον σταθμό και αμέσως την παίρνει ο ύπνος,λαμβάνει την περίφημη εμβρυϊκή θέση σώματος με το υπόβραθρο να υποδηλώνει την μήτρα,μία ξεκάθαρη εικονοποίηση της ασφάλειας που αισθάνεται η ηρωίδα,τώρα που δεν κινδυνεύει έξω στο διάστημα,μία ασφάλεια που την παρομοιάζει ο σκηνοθέτης με την ασφάλεια που νοιώθει το μωρό στην κοιλιά της μαμάς.Κι αν σκεφτούμε πως η αστροναύτης έχασε και την κόρη της,τότε αντιλαμβανόμαστε πως η περιπέτεια της στο διάστημα είναι η προβολή της ψυχολογικής της περιπέτειας με το χαμό της κόρης της.Επίσης,στην σκηνή όπου ο Clooney την έδεσε με το καλώδιο και την μετέφερε στο σταθμό και του λέει για τον θάνατο της κόρης της,ο Κουαρόν εικονοποιεί,ουσιαστικά,τον ομφάλιο λώρο,που συνδέει μαμά και παιδί,με το καλώδιο να έχει τον ρόλο αυτού του αηδιαστικού πράγματος το οποίο κόβουνε αμέσως μετά την γέννα,όπως ακριβώς και στην ταινία,στην αμέσως επόμενη σκηνή,αφήνει ο Clooney το καλώδιο και η Bullock χάνει τον προστάτη της,όπως κι η κόρη της έχασε την μητέρα-προστάτιδά της,από αβλεψία της τελευταίας.Στην περίπτωση του life of Pi,συμβαίνει κάτι παρόμοιο,με τον ωκεανό του ύδατος να αντικαθιστά τον ωκεανό των αστέρων.Ο θρήσκος πρωταγωνιστής μένει σε μία λέμβο μετά από ναυάγιο,παρέα με κάτι ζώα(ακολουθούν spoilers).Τα ζώα,όμως,είναι στ' αλήθεια κάποιοι άλλοι επιβάτες του πλοίου,τους οποίους παρομοίασε ο Pi με ζώα για να ξεγελάσει τις αρχές,αφού σώθηκε.Η τίγρης,με την οποία παλεύει σ' όλη την ταινία,είναι ουσιαστικά ο βίαιος του εαυτός,ο οποίος βγήκε από το υποσυνείδητο στην επιφάνεια,λόγω του περίφημου ένστικτου επιβίωσης σε μία τόσο δύσκολη κατάσταση.Και ο Λη βρίσκει ένα έξυπνο εκφραστικό μέσο για να εικονοποιήσει την ανάδυση στην επιφάνεια αυτής της επιθετικότητας:βάζει την τίγρη να είναι κρυμμένη κάτω από μία τέντα,η οποία καλύπτει το 1/3 της λέμβου και την εμφανίζει στο σημείο της ταινίας,όπου οι άλλοι επιβάτες της λέμβου κινούνται επιθετικά προς τον Pi.Επιλέγει ένα μεσαίο πλάνο,ο ήρωας βρίσκεται πάνω στην τέντα φοβισμένος και λίγο πριν πέσει στην θάλασσα,βγαίνει η τίγρης(ο ίδιος) από κάτω(υποσυνείδητο) του ακριβώς και κατασπαράσσει τα ζώα-επιβάτες! Ευφυής σύλληψη!Και όταν φτάνει σε ακτή,η οποία υποδηλώνει τον πολιτισμό,οπότε και πρέπει να είναι πλέον ευγενής,η τίγρης κρύβεται πίσω από κάτι τροπικά δένδρα που υποδηλώνουν την ζούγκλα της βίας,την οποία θα κρύβει κι αυτός στην υπόλοιπη ζωή του.Άρα,λοιπόν,παρόλο τον καταιγισμό από εφέ στις δύο αυτές ταινίες,βλέπουμε πως έχουμε να κάνουμε με δύο βαθύτατα ανθρώπινες ιστορίες,τις οποίες εικονοποίησαν οι Κουαρόν και Λη με τον πιο ευφυή και καλλιτεχνικά δημιουργικό τρόπο.Μακάρι όλα τα blockbuster του χόλυγουντ να είχαν τέτοια ψυχή και μυαλό!!