Την τραγουδίστρια Βούλα Πάλλα την ακούγαμε πολύ στο σπίτι μου. Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, θυμάμαι και αυτό το ηλεκτρισμένο ''Ααααα'' της που άνοιγε τη ''Γλυκιά μου αγάπη''. Στην αρχή παίζει και να γελούσα, αργότερα όμως ζητούσα απ' τους μεγαλύτερους να μη βάζουν στο πικάπ το ''Πάγωσε η τζιμινιέρα'', λόγου χάριν, που τό'χα σκυλοβαρεθεί, αλλά τα τραγούδια της Βούλας Πάλλα, τα οποία είχαν κάτι δικό τους, ιδιαίτερο.

Η Βούλα Πάλλα μπορεί να είναι γνωστή μέχρι σήμερα για τα εξελληνισμένα ινδικά άσματα της, ακόμη και για ένα ρεπερτόριο που μοιάζει να βγήκε από τα μελό του Νίκου Ξανθόπουλου και του Απόστολου Τεγόπουλου, τόσο η φωνή της όμως, όσο και η όλη παρουσία της, φανερώνουν μία καλλιτέχνιδα εκκεντρική, για να μην πω ''εξαιρέσιμη'' και χαρακτηριστώ υπερβολικός.

Οι λαϊκές φορεσιές της στα εξώφυλλα των δίσκων της θυμίζουν συναδέλφισσες της από τη Βουλγαρία και την πρώην Σοβιετική Ένωση: Γυναίκα άχρονη σαν χνάρι φολκλόρ πολιτισμού για τους μελετητές του μέλλοντος! Ερμηνεία λυγμική, ευθύβολη και κατά τη γνώμη μου αρκετά πιο εγκεφαλική από άλλες λαϊκές τραγουδίστριες των χρόνων της.

Πριν καμιά δεκαριά χρόνια που βρέθηκα στο Μοναστηράκι και θέλησα να ξαναπάω λίγο πίσω δια της μουσικής, αγόρασα στα τρία ευρώ από παλαιοπωλείο ένα 45άρι δισκάκι της του 1970: Δύο δικά της κομμάτια, αμιγώς λαϊκά, το ''Αγάπη μου'' και το ''Στο δρόμο μου κι αν βρέθηκες'' σε ενορχήστρωση και διεύθυνση Νάκη Πετρίδη.

 

Αργότερα, το 2005, έτυχε να διαβάσω ένα ένθερμο άρθρο του Φώντα Τρούσα στο ΤΖΑΖ+JAZZ για έναν δίσκο του 1973 με τίτλο το όνομα της, πάλι σε συνεργασία με τον Πετρίδη. Είχα πάθει πλάκα! Δεν θα φανταζόμουν ποτέ τη Βούλα Πάλλα ως ερμηνεύτρια...psych folk, κάτι δηλαδή σαν τη Μαρίζα Κωχ του 1971 με τον ρηξικέλευθο ''Αραμπά'' της. Πολύ πιθανό είναι, μια και το εγχείρημα της Κωχ είχε γνωρίσει μεγάλη καλλιτεχνική και εμπορική επιτυχία, να θέλησαν και άλλοι καλλιτέχνες του δημοτικού - δημοτικοφανούς τραγουδιού να το παρουσιάσουν εξηλεκτρισμένο.

Ακούστε αυτή τη χίπικη διασκευή στο ''Μια όμορφη Ηπειρώτισσα'', τη γνώση της οποίας οφείλουμε στον Τρούσα με το ''Δισκορυχείον'' του, δεδομένης της σπανιότητας ολόκληρου του άλμπουμ της Πάλλα. Φαζαρισμένες ηλεκτρικές κιθάρες σα να συνοδεύει την τραγουδίστρια κάποιο pop-rock συγκρότημα των 70s! Προσωπικά, ενίσταμαι για το αποτέλεσμα, αλλά ως ιστορική καταγραφή έχει μεγάλη αξία. 

Και λέω ενίσταμαι, διότι για μένα που μεγάλωσα στο Κερατσίνι και που ως παιδάκι έπαιρνα ένα μπλοκ και μαρκαδόρους και καθόμουν και ζωγράφιζα με τις ώρες κάτω απ' το περίφημο φουγάρο, η Βούλα Πάλλα δεν ήταν ποτέ μία καλλιτέχνιδα του...alternative στο λαϊκό τραγούδι. Ήταν μια φωνή ταυτισμένη με κυριακάτικα απογεύματα στη Β΄Πειραιώς και στην Ελευσίνα, με ανθρώπους μαζεμένους σε αυλές γύρω από ένα κασετόφωνο, με οικογενειακές εκδρομές στη Σαλαμίνα, συστατικό απαραίτητο ενός μουσικού σέικερ που περιελάμβανε ακόμη τον Καζαντζίδη, τη Γιώτα Λύδια, τον Μανώλη Αγγελόπουλο, τον Ζαγοραίο κ.α.

Η Βούλα Πάλλα είχε γεννηθεί το 1929 (άλλες πηγές αναφέρουν το ΄28) και πέθανε νεότατη, 51 ετών, το 1980. Το 1929 είχε γεννηθεί και η Nargis, η διασημότερη εκπρόσωπος της ινδικής κινηματογραφίας, πολλά από τα τραγούδια της οποίας θα μετέφερε στα ελληνικά η Πάλλα. Λέγεται μάλιστα πως οι δυο τους ήταν φίλες και βλέπονταν, όποτε η Nargis επισκεπτόταν τη χώρα μας. Ένα χρόνο μετά τη Βούλα Πάλλα, το 1981, θα έφευγε από τη ζωή και η Nargis. Βίοι παράλληλοι; Καμία σχέση! Η Nargis υπήρξε η μεγαλύτερη σταρ της Ινδίας, η Βούλα Πάλλα μία cult ξεχωριστή ερμηνεύτρια μέσα στον ωκεανό του ελληνικού λαϊκού τραγουδιού.