Διάβαζα πριν από καναδυο εβδομάδες σε ένα άρθρο αγγλικού περιοδικού [δεν θυμάμαι σε ποιο σάιτ] ότι όσο μεγαλώνεις γίνεσαι ίδιος με τους γονείς σου. Κι αυτά που άκουγες μικρός [μέταλ, άγριο πανκ, χαρντκορομπάντες και σκληρό τέκνο] όταν περνάς τα σαράντα αρχίζουν να σε εκνευρίζουν. Κι εκτιμάς άλλα πράγματα: κλασική μουσική, όπερα, λαϊκά και παραδοσιακά και ξυπνάς ένα πρωί και ακούς ό,τι και ο πατέρας σου. Το εξηγούσε επιστημονικά, είχε παραδείγματα και ολόκληρη ανάλυση, αλλά αυτό που έχει σημασία είναι το συμπέρασμα: ότι αν δεν το ’χεις κάψει τελείως από ναρκωτικά, ποτό και καταχρήσεις, όσο μεγαλώνεις οι προτιμήσεις σου γίνονται συντηρητικές και mainstream. Δεν μπορείς να το αποφύγεις, είναι σαν τις ρυτίδες και τις τρίχες που εμφανίζονται ξαφνικά στους ώμους και την πλάτη ή, ακόμα χειρότερα, μέσα στ’ αυτιά και όσο τις βγάζεις θεριεύουν και γίνονται σαν συρματόσχοινο.

 

Έτσι, ξυπνάς ένα πρωί και αρχίζεις να κλαις με άριες και τα στιχάκια της Γκόλφως και εκεί που δεν σου άρεσαν καθόλου οι φακές, τις τρως με ευχαρίστηση τρεις φορές την εβδομάδα.

 

Το ότι έχεις αρχίσει να γίνεσαι σαν τον πατέρα σου το συνειδητοποιείς όταν δεν έχεις καμία όρεξη να πας σε κάποιο από τα πάρτι που γίνονταν σωρηδόν τις τελευταίες μέρες. Κι αρχίζουν να σε εκνευρίζουν οι μασκαράδες και τα ψεύτικα στραπατσαρισμένα πρόσωπα, τα ζωγραφισμένα ράμματα και τα μαυρισμένα μάτια που γέμισαν ξαφνικά την Αθήνα. Και ενώ δεν υπάρχει κάτι που σε ενοχλεί ουσιαστικά, κάνεις λάικ σε όλα τα δηλητηριώδη σχόλια των αγανακτισμένων με τη νέα λόξα του Halloween που φέτος έπεσε χειρότερη από επιδημία στην πόλη [το πιο ωραίο που διάβασα ήταν «άντε, του χρόνου και στα δικά μας θενξ γκίβινγκ και φορθ οφ τζουλάι»].

 

Για την Γκόλφω στο Εθνικό δεν έχω πολλά να πω, τα έχουν γράψει άλλοι καλύτερα. Αξίζει να τη δεις, είναι μια εξαιρετική παράσταση, καλοδουλεμένη και συγκινητική, από αυτές που ευχαρίστως ξαναβλέπεις –ακόμα κι αν δεν σ’ αρέσει καθόλου το θέατρο, όπως εμένα. Σπάνια δεν με πιάνει νύστα σε παράσταση. Στην Γκόλφω συμβαίνει κάτι που είναι απίθανο: σου αρέσει ό,τι γούστα κι αν έχεις και όποια ηλικία. Και ακόμα κι αν δοκιμάσεις να την δεις με την χιουμοριστική διάθεση που την αντιμετωπίζει ο σκηνοθέτης σε αρκετά σημεία, είναι αδύνατο να μην τρέξουν τα μάτια σου στις σπαρακτικές σκηνές [της Αγάπης της Κιτσοπούλου, ή στο σημείο που η Γκόλφω παίρνει πίσω την κατάρα] που την κάνουν ένα μεγάλο έργο.

 

 

Κι ενώ πίστευα ότι δύσκολα θα ξανάβλεπα φέτος έργο που θα με συγκινούσε τόσο, με πήγαν σχεδόν με το ζόρι σε ένα κλειστοφοβικό υπόγειο που είχε όλες τις προδιαγραφές για να αρχίσεις την γκρίνια και τα «πού με έφερες;». Εκεί μέσα, όμως, είδα μία φοβερή δουλειά, μία από τις πιο ωραίες παραστάσεις που παίζονται αυτή τη στιγμή στην Αθήνα. Ξεκινάει και το βουλώνεις. Ξεχνάς και τις άγριες διαθέσεις με τις οποίες κατεβαίνεις τα σκαλιά, ξεχνάς και τον φόβο μήπως συμβεί κάτι και δεν προλάβεις να τρέξεις να σωθείς, και όλα τα ψυχοπαθολογικά που σε πλακώνουν όταν ετοιμάζεσαι για έξοδο. Στο υπόγειο του Beton 7, λοιπόν, είδα μία όπερα, «Το μέντιουμ» του Τζιαν Κάρλο Μενόττι που το ήξερα μόνο σαν τίτλο. «Το μέντιουμ» είναι μία όπερα σύγχρονη, που έκανε την πρεμιέρα της στις 8 Μαΐου του 1945 και το 1951 έγινε και ταινία σε σκηνοθεσία του ίδιου του Μενόττι [και ακόμα και σήμερα θεωρείται από τις καλύτερες μεταφορές όπερας στη μεγάλη οθόνη]. 

 

Η μαντάμ Φλόρα που είναι το κύριο πρόσωπο [στο ρόλο της η πραγματικά πολύ καλή Μαργαρίτα Συγγενιώτου] είναι μία απατεώνισσα που κοροϊδεύει τον κόσμο κάνοντας το μέντιουμ. Με τη βοήθεια της κόρης της τής Μόνικα και του νεαρού μουγγού υπηρέτη της, του Τόμπι, εξαπατά τους γονείς νεκρών παιδιών, κάνοντάς τους να πιστέψουν ότι τους φέρνει σε επαφή με τα πνεύματά τους. Κάποια στιγμή, στη διάρκεια μιας «επαφής» αισθάνεται ένα σφίξιμο στο λαιμό, από χέρια που δεν βλέπει, και την πιάνει πανικός. Κατηγορεί τον Τόμπι ότι το έκανε, αρχίζει να ακούει φωνές, αποφασίζει να πει την αλήθεια στους χαροκαμένους γονείς και να τους επιστρέψει τα λεφτά, αλλά αυτοί αρνούνται να πιστέψουν την απάτη! Η κατάληξη είναι τραγική, η τρεις άριες που ακούγονται υπέροχες και η σκηνοθεσία της Ράιας Τσακηρίδη εξαίρετη, έχει φτιάξει μια παράσταση με μεγάλη ένταση και σασπένς, που σε κρατάει σε αγωνία μέχρι το τελευταίο λεπτό. Παρόλο που η μουσική του Μενόττι που συνοδεύει το λιμπρέτο είναι διασκευασμένη μόνο για πιάνο που παίζουν ο Δημήτρης Μαρίνος και ο Γιάννης Γιαννόπουλος, το αποτέλεσμα είναι μία πολύ καλοφτιαγμένη όπερα, πολύ υψηλού επιπέδου.

 

Είναι στα αγγλικά, με υπέρτιτλους, κι αυτή είναι η συγκινητική άρια του Μαύρου Κύκνου στο τέλος της πρώτης σκηνής.  

 

The sun is fallen and it lies in blood. / The moon is weaving bandages of gold.
O Black Swan where, oh where is my lover gone? / Torn and tattered is my bridal gown and my lamp is lost / and my lamp is lost.

With silver needles and with silver thread / The stars stitch a shroud for the dying sun
O Black Swan where oh where has my lover gone? / I had given him a kiss of fire and a golden ring / And a golden ring

Don't you hear your lover moan? / Eyes of glass and feet of stone,
Shells for teeth and weeds for tongue,
Deep, deep, down in the river's bed  / he's looking for the ring.
Eyes wide open, never asleep / he's looking for the ring, looking for the ring.

The spools unravel and the needles break. / The sun is buried and the stars weep.
O black wave, O black wave take me away with you
I will share with you my golden hair,  / and my bridal crown, and my bridal crown.
Oh, take me down with you.
Take me down to my wand'ring lover / With my child unborn,  / With my child unborn

 

Η άρια της Μόνικας ξεκινάει στο 23ο λεπτό [εδώ μία ιστορική τηλεοπτική παράσταση του 1948].