Πόσα θες να μας τρελάνεις;

 Κονσέρτο για 4 Δεκαετίες

 

 

Συνέχεια άκουγα να μου το λένε. Εγώ, ο Οδυσσέας Γεωργίου, αυτό άκουγα συνέχεια να μου λένε. Άκουγα συνέχεια, αδιαλείπτως, όλη την ώρα άκουγα να μου το λένε. «Πόσα θες να μας τρελάνεις;» να μου λένε. Και εννοούσαν, βεβαίως, ότι ο τρελαμένος είμαι εγώ, ότι τα τρελαμένα είναι αυτά που λέω εγώ. Ο Οδυσσέας Γεωργίου λέει τρελά πράγματα, πουλάει τρέλα ο Οδυσσέας Γεωργίου, πόσα θες να μας τρελάνεις, Οδυσσέα Γεωργίου;

 

Τι έλεγα, δηλαδή; Έλεγα, εγώ, ότι το μεγαλύτερο ερωτικό ποίημα όλων των εποχών,   στον Δυτικό Κόσμο έστω, είναι το ones not half two. its two are halves of one, του κατακερματιστή της γλώσσας, και  εκ νέου επινοητή της γλώττης, του e. e. cummings,  κι έλεγαν αυτοί πόσα θες να μας τρελάνεις. Έλεγα ότι ο Χρήστος έλεγε ότι ο μεγαλύτερος Έλληνας κινηματογραφιστής είναι ο Τσιτσάνης, κι έλεγαν αυτοί πόσα θες να μας τρελάνεις. Έλεγα εγώ ότι ο Μάης του 68 είναι η Πρώτη Επανάσταση Πολυτελείας, είναι το Magnum Opus του Guy Debord, είναι το Κολοσσιαίο Χαϊκού της Ποιητικής Συλλογικότητας, κι έλεγαν αυτοί πόσα θες να μας τρελάνεις. Έλεγα εγώ ότι είχε γράψει ο Νικόλας Κάλας είμαι Πλακιώτης Μανχατανάς, κι έλεγαν αυτοί πόσα θες να μας τρελάνεις. Έλεγα εγώ (δηλαδή, όταν λέω έλεγα εγώ εννοώ έλεγα εγώ και ο Μάνος και ο Ευτύχιος, μια ο ένας έλεγε και μια ο άλλος, μια ο άλλος έλεγε και μια ο τρίτος, δεν είχαμε copyright στα λεγόμενά μας και πολλές φορές ο ένας έλεγε κάτι που είχε ήδη πει ο άλλος χωρίς να αναφέρει τον άλλον, και πάει λέγοντας), έλεγα εγώ, λοιπόν, ότι ο Ελληνικός Κινηματογράφος θα σωθεί και θα δούμε καμιά ταινία της προκοπής μονάχα εάν κοπούν οι επιχορηγήσεις και οι κρατικές χρηματοδοτήσεις και μου έλεγαν αυτοί, άλφα, μα αυτό το ίδιο μας είπε τις προάλλες και ο άλλος σαλταρισμένος, ο Γιαννόπουλος, και, βήτα, πόσα θες να μας τρελάνεις. Έλεγα, επίσης, ότι είμαι υπέρ της σειραϊκής πολυγαμίας, κατά της γελοιότητας «Από δω η γυναίκα μου, από δω το αίσθημά μου», υπέρ της καυτής μονογαμίας, κι αυτοί έλεγαν πόσα θες να μας τρελάνεις. Έλεγα, συν τοις άλλοις, ρε παιδιά, άλλο ο χάρτης κι άλλο η επικράτεια, ακούστε τι σας λέω, το είπε κι ο Korzybski, έλεγα, το είπε και ο Μπόρχες, τους έλεγα, κι έλεγαν, ω έλεγαν αυτοί, Γεωργίου, πόσα θες, ρε Γεωργίου, πόσα θες να μας τρελάνεις,  Γεωργίου;

 

Από το 1974, σαράντα χρόνια τώρα, αυτό ακούω, αυτό: πόσα θες να μας τρελάνεις. Κάπνιζα, αμούστακος, Καρέλια φίλτρο, το ισόγειο πακέτο, εφτάμισι δραχμές τα δέκα τσιγάρα, δεκατέσσερις δραχμές έκανε το κανονικό πακέτο με τα είκοσι τσιγάρα, και πήγαινα στο γυμνάσιο καπνίζοντας, το άναβα αμέσως μόλις έβγαινα από το σπίτι, στην οδό Κασσαβέτη γωνία με Αναλήψεως, κάπνιζα στη διαδρομή άλλο ένα, ένα τρίτο στις τουαλέτες με τα άλλα τα παιδιά, κάπνιζα στο σχόλασμα, κάπνιζα στο μπαλκόνι το βράδυ αργά, όταν πια κοιμόντουσαν όλοι, και βούιζε στ’ αυτιά μου αυτό το πόσα θες να μας τρελάνεις, λεχθέν από τότε, ας σημειωθεί αυτό, και λεχθέν μάλιστα από ανθρώπους που εντέλει δεν έδειξαν μεγαλύτερη σύνεση και νουνέχεια από εμένα σε πολλές και κρίσιμες περιστάσεις, άσε που επέμεναν να λένε συγκυρίες τις περιστάσεις, άκου συγκυρίες, άκου.

 

 

Συνεχίζεται. Αύριο. Οι Γέφυρες και το Θερμόμετρο