Η παγκόσμια οικονομική ύφεση του 1929 (στα αγγλικά The Great Depression) ήταν η μεγαλύτερη της σύγχρονης ιστορίας και χρησιμοποιείται τον 21ο αιώνα ως παράδειγμα για το πόσο οδυνηρή μπορεί να είναι μια οικονομική καταστροφή. Ίσως δεν είναι τυχαίο που στα αγγλικά και στα γαλλικά η λέξη ύφεση είναι depression, που στην ορολογία της ψυχιατρικής μεταφράζεται ως κατάθλιψη. Εδώ λοιπόν τίθεται το ζήτημα της φύσης της σχέσης που υπάρχει ανάμεσα στην κατάθλιψη και τον σύγχρονο κοινωνικό δεσμό. Για τον κυρίαρχο λόγο που αποτελεί ο καπιταλισμός, είναι προφανές ότι ο όρος depression συνδέεται με τον όρο «οικονομία». Όπως το άτομο, έτσι και η οικονομία προοδεύει, μένει στάσιμη, ή κλονίζεται ανάλογα με την ύφεση (κατάθλιψη) ή την ανάπτυξή της.

 

Περίπου το 15-20% του γενικού πληθυσμού θα βιώσει συμπτώματα κλινικής κατάθλιψης σε κάποια χρονική στιγμή της ζωής του, ενώ η νόσος βάλλει τις γυναίκες δύο φορές συχνότερα από τους άντρες. Έρευνα που πραγματοποιήθηκε από την Εταιρεία Κοινωνικής Ψυχιατρικής και Ψυχικής Υγείας μας φανερώνει ότι 7 στους 10 Έλληνες βρίσκονται στα όρια της κατάθλιψης λόγω οικονομικής κρίσης. Άνθρωποι με καλή ψυχική οργάνωση και άρα με μεγαλύτερη ικανότητα στρατηγικής επίλυσης των προβλημάτων πιθανόν σε μια περίοδο κρίσης να έχουν λιγότερες πιθανότητες να πέσουν σε κατάθλιψη. Φυσικά και οι οικονομικά προνομιούχοι σίγουρα κινδυνεύουν λιγότερο από αυτούς που από την κρίση βάλλονται σε βαθμό που η ζωή τους μπορεί να φτάσει και κάτω από το όριο της φτώχειας. Αυτά τα στοιχεία όμως είναι αρκετά προφανή. Οι λόγοι που πολλοί άνθρωποι πέφτουν σε κατάθλιψη πιθανόν να έχουν μεγαλύτερο βάθος.

 

 

 

 

Πέρα από όλα αυτά που χάνονται στην κρίση, η σταθερότητα, η αξιοπρέπεια, το αίσθημα ελπίδας και επένδυσης για το μέλλον, η ικανότητα φροντίδας και ευθύνης απέναντι στα παιδιά, πράγματα που είναι βασικά κομμάτια μιας ψυχικής ολοκλήρωσης και που ενισχύουν το αίσθημα της ανθρώπινης υπόστασης, χάνεται ίσως και ένα άλλο κομμάτι. Αν δούμε τους Έλληνες ως όλον, σαν έναν άνθρωπο που πάσχει από κάποια ψυχική νόσο αυτήν την περίοδο, η διάγνωση μας κατά πάσα πιθανότητα θα ήταν κατάθλιψη. 

 

Αν παραμείνουμε όμως στην υπόθεση ότι ο Ελληνικός λαός πάσχει από κατάθλιψη, ίσως θα είχε νόημα να δούμε το βίωμα του. Όχι μόνο το κοινωνικό, αλλά και το ψυχικό. Καλύτερη αναλογία πιθανόν για να μπορέσουμε να κατανοήσουμε το βίωμα αυτό, θα ήταν να παραλληλίσουμε τον Ελληνικό λαό ως ένα βρέφος, και το κράτος –πολιτεία ως μια μητέρα (ή αλλιώς ψυχαναλυτικά ως τον Άλλον). 

 

Τα παιδιά είναι από τη φύση τους εξαρτημένα. Εάν τα άτομα από τα οποία εξαρτώνται είναι αναξιόπιστα (όπως στην συγκεκριμένη περίπτωση η κυβέρνηση) ή έχουν αρνητικές προθέσεις απέναντί τους, τότε τα παιδιά έχουν δυο επιλογές: είτε να αντιμετωπίσουν την οδυνηρή πραγματικότητα και να ζήσουν με το φόβο είτε να αρνηθούν την πραγματικότητα και να υιοθετήσουν την πεποίθηση ότι η πηγή της δυστυχίας τους βρίσκεται στον εαυτό τους και ότι, συνεπώς, η βελτίωση του εαυτού τους μπορεί να μεταβάλει τις συνθήκες της ζωής τους. Τις περισσότερες φορές οι άνθρωποι θα προτιμήσουν να υποφέρουν με οποιονδήποτε τρόπο προκειμένου να μην αισθάνονται αβοήθητοι.

 

 

Έτσι ο θυμός που μπορεί να υπάρχει απέναντι σε αυτούς που είμαστε εξαρτημένοι (σε αυτήν την περίπτωση το κράτος) στρέφεται προς τα μέσα και βιώνεται ως ενοχή. Νομίζω ότι ένα μεγάλο ποσοστό των Ελλήνων διακατέχονται από μια διάχυτη ενοχή καταθλιπτικής μορφής. Νοιώθουμε προδομένοι από αυτούς που μας παρείχαν την προστασία και την φροντίδα, αλλά επειδή είναι δύσκολο να τους εναντιωθούμε και να τους ξεριζώσουμε από μέσα μας, στρέφουμε τον θυμό προς τα μέσα και γινόμαστε ένας λαός καταθλιπτικός, που θρηνεί συνεχώς και πάσχει από ανηδονία. Σίγουρα πολλοί από μας αναρωτιόμαστε τι έχουμε κάνει τόσο λάθος.

 

 Στις καταθλιπτικές καταστάσεις αυτό που βιώνεται ως χαμένο ή κατεστραμμένο είναι ένα τμήμα του εαυτού του ατόμου. Ο Freud στο Πένθος και Μελαγχολία περιγράφει αυτήν την εσωτερικευμένη επιθετικότητα ως ‘ταύτιση του καταθλιπτικού ατόμου με το χαμένο αντικείμενο της αγάπης’ που στην προκειμένη περίπτωση αυτό το αντικείμενο μπορεί να είναι και μια πολιτεία (μαμά) που δεν 'λειτούργησε' καλά ως προς τη μητρική της λειτουργία.

 

 

Εκτός αυτού, νομίζω ότι η κατάθλιψη αυτή που βιώνουμε χαρακτηρίζεται και από μια αίσθηση μεγάλου αποπροσανατολισμού. Στην ψυχαναλυτική θεωρία οι καταθλιπτικοί συνήθως είναι άτομα που είτε έχουν ‘χαιδευτεί’ υπερβολικά η έχουν βιώσει μια απότομη στέρηση στα βρεφικά χρόνια. Οι Έλληνες πολίτες μάλλον έχουν βιώσει και τα δυο. Βιώσαμε πολλά χρόνια ασύδοτης και χωρίς όρια ευμάρειας (η οποία τελικά ήταν μια δανεική ψευδαίσθηση) και ξαφνικά το στήθος που ως τώρα μας έτρεφε, και από το οποίο ήμασταν τόσο εξαρτημένοι, στέρεψε και γίνεται ένα στερητικό αντικείμενο.

 

Πέρα από την ενοχή όμως υπάρχει πλέον στους Έλληνες και μια βαθιά λύπη.  Εδώ μου έρχεται στο μυαλό το πώς έχει χαρακτηρίσει τόσο εύστοχα μια γνωστή οικογενειακή θεραπεύτρια η Monica McGoldrick  τον Ιρλανδικό λαό ως μια ομάδα ‘που έχει πάντοτε ένα τραγούδι στην καρδιά και ένα δάκρυ στα μάτια’. Κάπως έτσι έχω τώρα στο μυαλό μου και τους Έλληνες.

 

 

 

Οι καταθλιπτικής φύσης Έλληνες διακατέχονται από μια λύπη, για την κακία και την αδικία του κόσμου που τους περιβάλλει. Υπάρχουν βέβαια και κομμάτια της Ελληνικής κοινωνίας που πάσχουν από άλλου τύπου διαταραχές που βιώνουν την κατάσταση με διαφορετικό τρόπο, οι πιο παρανοϊκοί νοιώθουν μεγάλη αγανάκτηση, οι οριακοί ξεσπούν με βία, οι ιδεοληπτικοί ηθικοποιούν, οι ψυχαναγκαστικοί κάνουν πιο ακυρωτικές πράξεις και οι  υστερικοί βιώνουν φοβερό άγχος.

 

Νομίζω ότι στην πλειοψηφία του όμως ο Ελληνικός λαός χαρακτηρίζεται τον τελευταίο καιρό από τα καταθλιπτικά αυτά αισθήματα, τον εσωτερικευμένο θυμό (δηλαδή την ενοχή) και την βαθιά λύπη, και αυτό γιατί βλέπει ότι ο εξιδανικευμένος Άλλος (δηλ. η κυβέρνηση) δεν ανταπεξέρχεται στην γονεϊκή του λειτουργία, και αυτή η συνειδητοποίηση αλλά και το γεγονός ότι δεν μπορεί να υπάρχει ουσιαστική αντίδραση σε αυτό οδηγεί περισσότερο στην κατάθλιψη παρά σε οτιδήποτε άλλο...

 

 

 

 

 


 

In my life 
Why do I give valuable time 
To people who don't care if I live or die ? 

 

...............................................................................................................

 

www.ipsychology.gr