Μισόν αιώνα από το αριστούργημα του Πιερ Πάολο Παζολίνι, το Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο [1964], φέρνω στο νου την Άνοιξη και την Ανάσταση, την πρώτη φορά που το είδα.

 

Το 1987, μέναμε στην Καλλισπέρη, στο 11, σε μια πολυκατοικία με ιστορία. Απέναντι, έμεναν ο Γιώργος, η Λητώ και ο Σύμβουλος, ο άσπρος γάτος τους. Θέλαμε να κάνουμε Πάσχα σαν άνθρωποι. Καλέσαμε Καρούζο και Αραβαντινού.

 

Τον ποιητή Νίκο Καρούζο που έγραψε: «με τι βιασύνη προχωρεί ο Ιησούς/ εφέτος/ προς την Ανάσταση…/ Παραμερίζει πανέρια τεράστια/ γιομάτα βιολέτες/ σπρώχνει τους αέναους/ παπάδες/ τινάζει νευρικά προς τα πίσω/ τη μαλλούρα του/ το γεγονός είν’ ολοφάνερο:/ βαρέθηκε».

«με τι βιασύνη προχωρεί ο Ιησούς/ εφέτος/ προς την Ανάσταση.../ Παραμερίζει πανέρια τεράστια/ γιομάτα βιολέτες/ σπρώχνει τους αέναους/ παπάδες/ τινάζει νευρικά προς τα πίσω/ τη μαλλούρα του/ το γεγονός είν' ολοφάνερο:/ βαρέθηκε».

 

Και την ποιήτρια Μαντώ Αραβαντινού που έγραψε: «Τα βράδια του καλοκαιριού διασχίζαμε βαβυλωνιακούς λαβυρίνθους/ Ο πρίγκιπας εγώ και το φάντασμα […] Ωστόσο ξεκίνησα να γράψω για τους τρεις συνομήλικους./ Ο πρώτος και ο για πάντα ωραίος εκτελέστηκε».

 

Παρότι έμεναν σχεδόν στη γειτονιά της πελώριας κώμης που είναι η Αθήνα, ο Νίκος στην Πλατεία Μαβίλη, η Μαντώ στο Κολωνάκι, τους είπαμε να έρθουν σαν ταξίδι, από τη Μεγάλη Πέμπτη, να ευωδιαστούμε και να ζήσουμε με κατάνυξη, να πιούμε το κρασί μας αγαπημένοι, να κάνουμε Πάσχα σαν άνθρωποι. Είπαν ναι, θα έρθουν. Και άρχισαν τα θαύματα.

 

 

 

Το πρώτο θαύμα ήταν που ο Γιώργος έλαβε με το ταχυδρομείο τα εξής δώρα, αναπάντεχα και από κάποιον που τον είχε εξαφανισμένο από χρόνια εχθρό: 1. Το Κατά Ματθαίον του Πιερ-Πάολο Παζολίνι σε βιντεοκασέτα. 2. Ένα ολοκαίνουργιο βίντεο. 3. Μια ολοκαίνουργια τηλεόραση. 4. Μια κάσα ρούμι. 5. Έναν σουγιά γαλάζιο. Ο Γιώργος συνέδεσε το βίντεο (σοβαρός αναγνώστης του Αρχιμανδρίτου Σωφρονίου καθώς ήταν έκανε γύρω στις τέσσερις ώρες να συνδέσει τα συμπράγκαλα και να μάθει τη λειτουργία τους). Εγώ άρχισα να πίνω το ρούμι. Ο Γιώργος δεν έπινε σταγόνα. Ποτέ. Μου χάρισε τον σουγιά.

 

Το δεύτερο θαύμα ήταν ο πολλαπλασιασμός των κοψιδιών που θα γευόμασταν από το Σάββατο μετά την Ανάσταση και του κρασιού που θα πίναμε από τη Μεγάλη Πέμπτη. Είχαμε κανονίσει να προσφέρουμε πλούσια εδέσματα και ποτά στην Μαντώ, στον Νίκο, και σ’ εμάς. Αλλά βρεθήκαμε άφραγκοι.

 

Είχα φέρει χρήμα στο σπίτι. Πολύ για κείνη την εποχή. Από μία μετάφραση, από το περιοδικό Πρόσωπα, από το ραδιόφωνο. Το ίδιο και η Ζίλκε, η τότε γυναίκα μου, δωρεές από συγγενείς και φίλους, από τους γονείς της. Γενναιόδωρες προσφορές. Η Ζίλκε, σαν καλή (ώρες-ώρες) Γερμανίδα θέλησε να συγυρίσει. Αφού περιμέναμε και κόσμο. Και συγύρισε. Και τη βοήθησα κι εγώ να συγυρίσει. Συγυρίσαμε μαζί. Και μες στο συγύρισμα, αρχίσαμε να πετάμε και διάφορα, άχρηστα χαρτιά, πολλά άχρηστα χαρτιά  που είχαν συσσωρευτεί επικίνδυνα στο σχεδιαστήριό της και στο γραφείο μου. Ύστερα από ώρες, συνειδητοποιήσαμε ότι το σπίτι ήταν λαμπίκο, αλλά τα χρήματα είχαν κάνει φτερά. Πουθενά τα λεφτά. Άφαντα. Μες στη μανία συγυρίσματος, εκτοξεύσαμε., ανάκατα με το  χαρτομάνι, όλα μας τα χρήματα, που πάντα τα παρατάγαμε όπου να ’ναι και τα βρίσκαμε όποτε τα χρειαζόμασταν. Πήγαν στα σκουπίδια τα χρήματα.

Ο Πιερ Πάολο, άθεος κομμουνιστής ερωτικός φιλόσοφος ποιητής σκηνοθετεί την πιο χριστιανορθόδοξη χωμάτινη χθόνια ταινία για τον Χριστό. Ο Πιερ Πάολο Παζολίνι δωρίζει στην ανθρωπότητα μια Πελώρια Προσευχή

 

Ήρθε ο Γιώργος από απέναντι. Να κανονίσουμε τι θα ψωνίσουμε. Τι θα μαγειρέψουμε.  Του είπαμε ότι είμαστε άφραγκοι. Είπε, «Λαμπρά. Για τη Λαμπρή. Θαύμα». Θεώρησε, πίστεψε, ότι συνέβη θαύμα. Θαύμα μιας αλλόκοτης αρνητικής διαλεκτικής που τη συναντάς συχνά σε εν Χριστώ σαλούς, σε μελετητές του Σωφρονίου, και σε ανυπόκριτους θαυμαστές του Σταύρου Τσιώλη (σε αυτούς δηλαδή που ακούνε για τις ταινίες του και δεν τις βλέπουν). Θεώρησε ότι το θαύμα ήταν προορισμένο να οδηγήσει εμάς στην πίστη ότι όλα γίνονται, και δη γίνονται με το χαμόγελο στα χείλη, ακόμα και χωρίς να πίνεις τον Δνείπερο όπως τότε εγώ. Θεώρησε ότι το θαύμα ήταν οιωνός και πρώτο σκαλί της Κλίμακος Θαυμάτων που ο ίδιος όφειλε πλέον να ανέβει.  Η Κλίμαξ: να πάει να παίξει χαρτιά, σκληρό πόκερ με σκληρούς παίκτες, να κερδίσει ένα σεβαστό ποσό, να φέρει το ποσό στο σπίτι (στα σπίτια) μας, να ευλογήσουμε το ποσό διότι προέρχεται από θαύμα, να το δαπανήσουμε χριστιανορθόδοξα όλο το ποσό σε αρνί, κρασιά, πατάτες, ουίσκι, μαρούλι, τσιγάρα, ρούχα, συκωταριές, ψωμιά, κι ό,τι άλλο είναι ικανό και αναγκαίο και βάλε για να περάσουμε μιαν αλησμόνητη Ανάσταση, ευλογημένη καθώς θα είναι από το ευλογημένο θαύμα.

 

Ο Γιώργος πήγε κι έπαιξε πόκερ. Και φυσικά κέρδισε. Την Μεγάλη Πέμπτη, πρωί, πήγαμε και ψωνίσαμε. Δαπανήσαμε όλο το ποσό. Ήρθαν ο Νίκος και η Μαντώ.

 

 

 
 

 

Μετά είδαμε το Κατά Ματθαίον. Κι αυτό ήταν το τρίτο θαύμα.

 

Ο Πιερ Πάολο, άθεος κομμουνιστής ερωτικός φιλόσοφος ποιητής σκηνοθετεί την πιο χριστιανορθόδοξη χωμάτινη χθόνια ταινία για τον Χριστό. Ο Πιερ Πάολο Παζολίνι δωρίζει στην ανθρωπότητα μια Πελώρια Προσευχή. Τα blues της Odetta, ο Ιωάννης Σεβαστιανός Μπαχ, ο Φίλιππος που, όπως έμελλε να μάθω είκοσι χρόνια μετά, είναι ο Giorgio Agamben, ο πιο ενδιαφέρων εν ζωή φιλόσοφος (λέω σήμερα, τον Απρίλιο του 2014), η Μαρία της Βηθανίας που είναι η σπουδαία ιστορικός Natalia Ginzburg, η Μάνα του Ιησού που είναι η μάνα του Παζολίνι, η Σουζάνα Παζολίνι. Συγκλονιστική. Η Μάνα Όλων Μας.

 

Ο Πιερ Πάολο με έπεισε ότι μπορώ να είμαι εγελιανός και χριστιανός ορθόδοξος, να ακούω Ιωάννη Σεβαστιανό Μπαχ και blues διαβάζοντας Παπαδιαμάντη Πύντσον Πεντζίκη το ίδιο απόγευμα με την ίδια κατάνυξη, με το ίδιο πάθος, με το ίδιο δέος, με την ίδια (πάντα ευάλωτη πάντως)  ψυχραιμία. Ο Πιερ Πάολο με έπεισε ότι μπορώ κι εγώ να είμαι Πλακιώτης Μανχατανάς όπως ο μεγάλος θείος μας ο Νικόλας Κάλας, μπορώ κι εγώ να είμαι πασχαλιάτικος και πασχαλινός στο Βερολίνο ή/και στο Μπίλεφελντ. Ο Πιερ Πάολο με έπεισε ότι ο Χριστός δεν σταμάτησε στο Έμπολι αλλά σουλατσάρει ακόμη (χρονικό επίρρημα) το 1987, και ακόμα (ποσοτικό, ας πούμε, επίρρημα) και στα Αναφιώτικα και στη rue de Seine. Ο Πιερ Πάολο με έπεισε ότι δεν θα πάθω τίποτα αν αφήσω λίγο στην άκρη τους άκαρπους εγωισμούς και στρωθώ να μελετήσω τη Φαινομενολογία του Νου στο πρωτότυπο. Ο Πιερ Πάολο με έπεισε ότι έτσι και πάρω των ομματιών και οδεύσω προς τα βόρεια για χάρη της Phänomenologie des Geistes δεν θα χάσω την πίστη μου στο ότι η (εκάστοτε) Μαρίνα έχει «μια γεύση τρικυμίας στα χείλη».

 

 

 

 

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης

Μαρούσι, Απρίλιος 2014